Από το Άρδην τ. 6 Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1997

ΤΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ

Ο Ρήγας κήρυσσε την ενότητα των Βαλκανίων. Όµως για Κάτι τέτοιο έλειπε το Κρατικό µόρφωμα. Το Πεδεμόντιο που, Κατά το παράδειγµα της ιταλικής ενοποίησης, θα αναλάμβανε την βαλκανική ενοποίηση. Οι µόνοι που θα μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο ήταν οι Έλληνες εξ αιτίας του κεντρικού οικονομικού και πολιτιστικού ρόλου που έπαιζαν στην περιοχή. Με µια προῦπόθεση: ότι θα είχαν την αἴσθηση του κράτους και την θέληση για Κάτι τέτοιο. Όμως οι Έλληγες δεν είχαν ποτέ στην ιστορία τους -για το Καλύτερο ή το χειρότερο- την αίσθηση του κράτους. Επί πλέον, δεδοµένου ότι επίκεντρο της αστικής τάξης και της πνευματικής ηγεσίας των Ελλήνων ήταν η Κωνσταντινούπολη Και όχι κάποιο ανύπαρκτο “Πεδεμόντιο”, δεν ήταν δυνατό -τόσο πρώιμα, την εποχή του Ρήγα- να διαµορφωθούν οι συνθήκες για την ενοποίηση των Βαλκανίων. Στη συνέχεια, όταν το ελληνικό κράτος προσπάθησε να παίξει. Το ρόλο αυτό ήταν πια αργά και δεν θα συγκρουστεί µόνο µε την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και µε τους αναδυόµενους βαλκανικούς εθνικισμούς. Ενώ η παρέμβαση των μεγάλων δυνάµεων, που έπαιρναν υπό την προστασία τους το ένα ή άλλο. βαλκανικό κράτος, επιδείνωσε την κατάσταση.

Ἡ μικρασιατική καταστροφή ήρθε να ολοκληρώσει τον ἱστορικό Κύκλο. Η Ελλάδα δεν έχει πλέον τα µεγέθη και τη. δυνατότητα να παίξει ηγεµονικό ρόλο σε µια διαδικασία συγκρότησης των Βαλκανίων. Γι’ αυτό και τα Βαλκάνια θα µεταβληθούν σε ‘µακεδονική σαλάτα”, κατά την έκφραση των Γάλλων.

Ποιος λοιπόν θα παίξει σήµερα το ρόλο του ελλείποντος Πεδεµοντίου; Μήπως οι Σέρβοι; Είναι ένας λαός µε μεγάλο δυναμισμό και εκρηκτικότητα που θα μπορούσε ίσως να παίξει κεντρικό ρόλο σε µια διαδικασία ενοποίησης. Εξ άλλου δεν είναι τυχαίο ότι η μόνηαπόπειρα οµοσπονδοποίησης των Βαλκανίων ξεκίνησε από τον Τίτο και είχε ως επίκεντρό της το Βελιγράδι. Η προσπάθεια να λυθεί το πρόβλημα των εθνών και εθνοτήτων στη Σερβία, αλλά και σε ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία, μπορούσε να οδηγήσει είτε σε µια ᾿ϕυγή προς τα µπρος”, δηλαδή προς την ανάπτυξη µιας οµοσπονδιακής δοµής, όπως δοκίµασε ο Τίτο, είτε σε µια ᾿φυγή προς τα πίσω”, σε µια διαδικασία εθνικών. εκκαθαρίσεων χωρίς τέλος. Και εάν ο Στάλιν δεν έβαζε φραγµό στην ιδέα της βαλκανικής οµοσπονδίας, από το Φόβο της δημιουργίας ενός ισχυρού και αυτόνοµου πόλου στο νότο της επικράτειάς του, ίσως να είχε γίνει ένα πείραµα µε απρόβλεπτη εξέλιξη που θα απέτρεπε και το θανατηφόρο τετ-α-τετ ανάµεσα σε Κροάτες και Σέρβους. Όμως σήµερα πολύ δύσκολα θα μπορούσαν οι Σέρβοι να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο βγαίνοτας από ένα πόλεμο, µε µια τεράστια εσωτερική κρίση και µε την υποθήκη του Κόσοβο. Οι Σέρβοι θα μπορούσαν in extremis, για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του Κόσοβο, να ακολουθήσουν µια λογική φυγής προς τα µπρος’, αλλά χωρίς να έχουν σήµερα τη δυνατότητα να πάρουν την πρωτοβουλία για ενωτική βαλκανική πρωτοβουλία,

Μόνο να ακολουθήσουν µπορούν. Πάντως η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θα μπορούσε να έχει και µια θετική συνέπεια, να απομακρύνει τους Σέρβους από µια εξωβαλκανική προοπτική, προς την οποία έσπρωχνε η παρουσία των Κροατών και των Σλοβένων στην οµόσπονδη Γιουγκοσλαβία, Η Κροατία και η Σλοβενία πήραν ήδη το δρόµο για την Mitteleuropa που  ραματίζονται οι Γερμανοί από την εποχή του Βίσμαρκ.

Όμως ούτε η Ελλάδα, ούτε η Βουλγαρία έχουν τη δυνατότητα να παίξουν από µόνες τους σήµερα έναν τέτοιο ενοποιητικό ρόλο. Η Βουλγαρία γιατί δεν µπορεί πολιτιστικά και οικονοµικά, η δε Ελλάδα διότι δεν διαθέτει τον απαραίτητο ιδεολογικό εξοπλισμό και συμμετέχει ταυτόχρονα σε µια εξωβαλκανική διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης. Επί πλέον η ανακίνηση του Μακεδονικού και ο κοντόφθαλµος και λαθεµένος. χειρισμός του από τον͵ ελληνικό πολιτικό κόσµο τραυµάτισαν τις δυνατότητες µιας  μεγάλης βαλκανικής πολιτικής.

Και πάνω από όλα γιατί οι ελίτ αυτών των χωρών είναι “βαλκανικές”, δηλαδή ένα κράµα επαρχιωτισμού και κοσμοπολιτισμού -τόσο εμφανές και στην ελληνική περίπτωση. Δηλαδή, από τη µια πλευρά µένουν κλεισµένες στα εθνικά τους σύνορα και στην µικροεθνικιστική οπτική τους (αρκεί να δει κανείς την ανθελληνική προπαγάνδα στα σχολικά βιβλία της Βουλγαρίας, ή την λογική του βουλγαρικού τύπου). και από την άλλη προσκολλώνται σε κάποιο ᾽᾿μεγάλο αδελφό’ που βρίσκεται έξω από τον ίδιο τους το χώρο.

Η Ρουμανία είναι πολύ έκκεντρη για να μπορέσει να ταυτιστεί µε µια βαλκανική διαδικασία, ή τουλάχιστον δεν µπορεί να πάρει την πρωτοβουλία, ενώ η Αλβανία και τα Σκόπια παραμένουν χώρες είτε αναθεωρητικές της βαλκανικής ισορροπίας είτε παράγοντες αστάθειας είτε και τα δύο µαζί.

Η Ενωμένη Ευρώπη και η Τουρκία

Με την ευκαιρία της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου αναδύθηκε µια νέα γεωπολιική πραγματικότητα στην Περιοχή. Οι παλιοί διαχωρισµοί µε βάση το κοινωνικοπολιτικό κάθεστώς κατέρρευσαν και νέα προβλήματα Και ανταγωνισμοί αναδύθηκαν.

Ο σημαντικότερος νέος παράγοντας είναι η ανάδυση της Τουρκίας, η οποία µε ανανεωµένους όρους αποζητά την υποκατάσταση του παλιού ρόλου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή. Με βάση τον πληθυσµιαικό και οικονομικό δυναμισμό της, χρησιµοποιώντας όλους τους μουσουλμανικούς και τουρκόφωγους πληθυσμούς της περιοχής, προσπαθεί να μεταβληθεί στον βασικό Κόμβο, στην κυρίαρχη γέφυρα’ Ευρώπης-Ασίας στην περιοχή. Η Κωνσταντινούπολη γίνεται Και πάλι το µεγάλο κέντρο της Μαύρης Θάλασσας και των Βαλκανίων.

Το πρόβλημα όµως µε την Τουρκία είναι πως, επειδή ακόµα νιώθει ανασφαλής στην εθνική της συγκρότηση –παρουσία Κούρδων, Αράβων και δεκάδων άλλων ημισυγχωνευθέντων εθνοτήτων στην επικράτεια της- και δεν διαθέτει το οικονομικό δυναμικό, τουλάχιστον ακόµα, που θα της επέτρεπε να ηγεµονεύει µε σύγχρονους όρους, όπως π.χ. η Γερμανία στην Κεντρική Ευρώπη, γι΄ αυτό είναι “αναθεωρητική᾽ και επεκτατική δύναμη. Η κυριαρχία της στα Βαλκάνια επιδιώκεται µέσω επέκτασης στο Αιγαίο, κατοχής στην Κύπρο, υποδαύλισης των µουσουλµάνων της Βοσνίας, του Σαντζάκ, του Κόσοβο και της Αλβανίας εναντίον της Σερβίας, καθώς και χρησιμοποίηση των μουσουλμανικών. μειονοτήτων, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας, µε µεσοπρόθεσµο ή απώτερο στόχο τη δηµιουργία µιας νέας Βοσνίας στη Ροδόπη. Η λογική της Τουρκίας είναι η περαιτέρω ᾽”βαλκανοποίηση” των Βαλκανίων, η δημιουργία ενός Κονιορτού από περιοχές, εθνότητες, θρησκευτικές και γλωσσικές Κοινότητες που θα της επιτρέψει να κυριαρχήσει ανεµπόδιστα, συναντώντας στη µέση των Βαλκανίων, ή συνεταιριζόµενη µαζί της, την γερμανική σφαίρα επιρροής.

Το δυστύχημα είναι πως σε αυτή τους την πολιτική οι Τούρκοι έχουν την συναίνεση όχι µόνο των. Αμερικάνων, που θεωρούν. αναγκαία την Τουρκία για τον έλεγχο των πετρελαίων και για την. αποτροπή της ρωσικής ισχύος, αλλά και των υπόλοιπων δυτικο-ευρωπαίων Ιδιαίτερα των Γάλλων και των Εγγλέζων που έχουν προσδεθεί στην Γερμανική Ευρώπη”. Κατά συνέπεια, στη σηµερινή συγκυρία, και επειδή η Τουρκία προβάλλει ως ο μόνος ισχυρός παράγων στην περιοχή, δεν υπάρχει δυνατότητα οὐσιαστικής στήριξης των. Βαλκανικών κρατών σε κάποιες εξωτερικές µεγάλες ή μεσαίες δυνάμεις, Ακόμα και η Ρωσία στη σηµερινή συγκυρία δεν θα μπορούσε να παίξει ενεργό ρόλο παρόλο που µπορεί να θεωρηθεί εχθρική προς την τούρκικη πολιτική.

Σε αυτές τις συνθήκες υπάρχουν δύο δυνατότητες, δύο πιθανές πολιτικές. Η µία είναι η κατά µόνας αντιμετώπιση από τις βαλκανικές χώρες της τουρκικής απειλής, η οποία δεν µπορεί παρά να οδηγήσει σε αδιέξοδο και εν τέλει σε υποταγή στην τουρκική επικυριαρχία. Όπως σε ένα βαθµό κινδυνεύει να γίνει στη Βουλγαρία, στην οποία η χρήση της απειλής των µουσουλµανικών. μειονοτήτων από την Τουρκία οδηγεί την φιλοαµερικάνικη πτέρυγα του καθεστώτος σε συνδιαλλαγή: υποταγή στην Τουρκία. Και όπως κινδυνεύει να γίνει στην Ελλάδα µετά από κάποιο ελεγχόμενο θερμό επεισόδιο. Όσο για τη Σερβία, η πολιτική Μιλόσεβιτς, του εξευμενισμού των Αμερικανών µετά το Ντέιτον, είναι ήδη µια ένδειξη για το πού µπορεί να οδηγήσει η λογική του “σόλο” την Κάθε µια από αυτές τις βαλκανικές χώρες, σε ένα πένθιμο σόλο.

Ἡ ειρηνική επανάληψη του βαλκανικού συμφώνου

Το βαλκανικό σύμφωνο που οδήγησε στην απελευθέρωση των Βαλκανίων από την οθωμανική κυριαρχία υπήρξε η ευτυχής στιγµή -δυστυχώς µόνο µια στιγµή- της ενότητας των τριών βαλκανικών λαών απέναντι σε έναν δυνάστη που δοκίµαζε µε την επανάσταση των Νεότουρκων να ανασυγκροτηθεί. Στη συνέχεια, µε επίκεντρο το Μακεδονικό, οι χθεσινοί σύμμαχοι αποδύθηκαν σε αλλεπάλληλες συγκρούσεις και συντήρησαν µια καχυποψία που κράτησε ολόκληρες δεκαετίες. Σήµερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι απόγονοι των Νεότουρκων επανέρχονται στο χώρο των Βαλκανίων και απειλούν µε την µια ή την άλλη µορφή και τα τρία αυτά βαλκανικά κράτη. Όσο για το Μακεδονικό, έχει ᾿λυθεί” µε τον ένα ή άλλο τρόπο και πάντως δεν αποτελεί σηµείο άµεσης τριβής ανάµεσα στις τρεις περίπου ισοµεγέθεις οντότητες της Ελλάδας, της Βουλγαρίας καιτης Σερβίας. Η ΠΓΔΜ του Γκλιγκόροφ είναι µάλλον όµηρος της Τουρκίας και των Αµερικανών µέσω της χρησιμοποίησης της αλβανικής μειονότητας και της αντίθεσης µε την Ελλάδα και τη Σερβία.

Επομένως, σήµερα είναι δυνατή η συγκρότηση µιας νέας συμμαχίας των τριών βασικών βαλκανικών χωρών για να αντιµετωπίσουν από κοινού την τουρκική απειλή και την δυτική ανάµειξη στην περιοχή, που κατατείνει και αυτή. στην σαλαμοποίησή της, Ιδιαίτερα της Γερμανίας . Δηλαδή η συγκρότηση µιας βαλκανικής συμμαχίας αποτελεί ανάγκη για την αντιμετώπιση των περαιτέρω απειλών σαλαμοποίησης και δορυφοροποίησης των βαλκανικών κρατών. Και τίποτε δεν την εμποδίζει εκτός από την ανικανότητα, την μικροψυχία Και την έλλειψη ιστορικής προοπτικής των βαλκανικών ελίτ. Διότι η ανάγκη της είναι πασιφανέστατη. Εφ᾽ όσον το Πεδεμόντιο δεν υπάρχει, µπορεί η εξωτερική απειλή να αναλάβει αυτό το ρόλο. Μόνο που θα χρειαζόταν, θα ήταν απαραίτητη, η συγκρότηση µιας βαλκανικής συνείδησης, µιας ισχυρής οργάνωσης για την βαλκανική ενότητα. Και όσο για τις μικρότερες βαλκανικές χώρες, ΠΓΔΜ, Αλβανία, όπως και για τη Ρουμανία πιθανώς, αυτές θα ήταν υποχρεωµένες να ακολουθήσουν την κίνηση του τριγώνου Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία.

Η ευθύνη της Ελλάδας

Παρόλο που η Ελλάδα έχασε πολύτιμο χρόνο στις αρχές τις δεκαετίας και η σηµερινή πραγµατικότητα στη Βουλγαρία και τη Σερβία δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική (παρατεταμένη πολιτική κρίση στη Σερβία, οικονομική και πολιτική κρίση στη Βουλγαρία) και ενώ οἱ τάσεις αναδίπλωσης είναι εξαιρετικά ισχυρές και οι αναζητήσεις της βαλκανικής ενότητας φαντάζουν πιο µακριά από ποτέ, ωστόσο… “ανάγκα και η θεοί πείθονται”. Με µια προὐπόθεση, ότι η Ελλάδα που έχει την οικονομική, πολιτική και πολιτισµική δυνατότητα να αναλάβει την πρωτοβουλία στις σημερινές συνθήκες, μεταβάλλοντας σε πλεονέκτημα ακόµα και τη συµµετοχή της στην Ενωμένη Ευρώπη, θα πάρει την πρωτοβουλία για µια τέτοια µεγάλη Κίνηση. Θα πάρει λοιπόν η Ελλάδα την ιστορική πρωτοβουλία, που µόνη αυτή µπορεί, να ειρηνεύσει την περιοχή (γιατί µια βαλκανική ενότητα θα είναι αποτρεπτική για κάθε επιθετική κίνηση από την πλευρά της Τουρκίας Και θα ξεπερνάει το πρόβλημα των εθνοτήτων µέσα από την συγκρότηση ευρύτερων συνόλων); Αν κρίνουµε από το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης και τον προσανατολισμό των διανοουµένων µας, δεν θα πρέπει να είµαστε αισιόδοξοι. Και θα παρατηρήσουµε πως οι κυρίαρχες σήμερα απόψεις είναι είτε η συµµετοχή -με µεγάλη χαρά- σε οργανισμούς που, προωθούν τα σχέδια της Τουρκίας -όπως η λεγόμενη παραευξείνια συνεργασία΄- είτε η λογική της κατά µόνας. αντιμετώπισης της Τουρκίας, µε ή χωρίς, στήριξη στις Η.Π.Α. και τη Δυτική Ευρώπη. Όμως η στάση των µεγάλων δυνάµεων, παγκόσμιων ή ευρωπαϊκών, δεν πρόκειται να αλλάξει όσο η Τουρκία θεωρείται καλύτερο και ισχυρότερο ᾿οικόπεδο’. Πιθανότητα αλλαγής θα υπήρχε µόνο αν έτεινε να συγκροτηθεί ένα άλλο ισχυρό γεωπολιτικό σύνολο, το βαλκανικό, που θα ήταν υποχρεωμένες να το λάβουν σοβαρά υπ΄ όψιν. Και εἷναι φανερό πως η ἴδια η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έβλεπε µε διαφορετικό µάτι µια Ελλάδα, πρεσβευτή ή εκπρόσωπο των βαλκανικών χωρών στο εσωτερικό της, και θα επεδείκνυε πολύ µεγαλύτερο σεβασμό. Η λογική της ισραηλοποίησης της Ἑλλάδας για να αντιµετωπίσει την Τουρκία δεν πατάει σήµερα σε πραγματικά δεδοµένα και δυνατότητες, ή τουλάχιστον θα έπρεπε, παράλληλα µε την εσωτερική ισχυροποίηση και την κινητοποίηση των δυνάµεων του ελληνισμού σε παγκόσµια κλίμακα, να προωθούµε και την βαλκανική συμμαχία Και όχι να εξαντλούµαστε σε µια λογική περικύκλωσης από όλες τις πλευρές. Η περικύκλωση -εν μέρει πραγµατική- µπορεί να σπάσει προς το βορρά. Και η ευθύνη είναι δική µας. Ίσως αυτή τη φορά τα λόγια του ποιητή ᾿εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε᾽ να πάρουν µια διαφορετική σηµασιοδότηση.

1. Και παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, και η Αμερική η οποία δεν παύει να φοβάται, τουλάχιστον ακόµα, µια πιθανή ρωσική αναγέννηση που, σύμφωνα µε τις γεωπολιτικές-πολιτισµικές αντιλήψεις του Χάντιγκτον, θα πατούσε πάνω στα τρία ορθόδοξα βαλκανικά κράτη.

2. Ἡ παραευξείνια συνεργασία που έχει ως επίκεντρο τη Μαύρη Θάλασσα και την Κωνσταντινούπολη κινδυνεύει να λειτουργήσει µονοδιάστατα υπέρ των τουρκικών συμφερόντων και ως μοχλός αποτροπής µιας διαδικασίας βαλκανικής ενότητας. Έτσι η πιθανή παγίδευση σε µια ᾽μαυροθαλασσίτικη᾽ κοσµοπολί\τικη Και νοσταλγική λογική, αντί να αναδεικνύει την προφανή σηµασία της σχέσης µας µε τη Μαύρη Θάλασσα, µε τους λαούς, και την ιστορία του ελληνισμού της περιοχής, κινδυνεύει συχνά να μεταβληθεί σε άλλοθι της απραξίας µας στο βαλκανικό πεδίο, όπου θα πρέπει να επενδύσουµε το μεγαλύτερο µέρος των προσπαθειών µας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek