Από την γερμανική «Die Zeit», πρώτη δημοσίευση 9 Νοεμβρίου 2020

Χωρίς τον Ντόναλντ Τραμπ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου χάνει την προσωπική πρόσβαση του στην εξουσία στην Ουάσιγκτον. Ο «Τραμπισμός» χάνει έδαφος και στο Ισραήλ. Δεν θα αλλάξουν όμως όλα.

Μόλις δώδεκα ώρες μετά την αποκάλυψη του νικητή των εκλογών στις ΗΠΑ του ο πρωθυπουργός του Ισραήλ συνεχάρη τον μελλοντικό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν και την αντιπρόεδρο του Καμάλα Χάρις. Ακόμα κι αν είχε υποψιαστεί ότι ο φίλος του Ντόναλντ Τραμπ θα έχανε τις εκλογές, η επιβεβαίωση αυτή ήταν ένα ισχυρό χτύπημα. Διότι ο Νετανιάχου, ο πολιτικός με την μεγαλύτερη επιρροή στον Λευκό Οίκο,  έγινε μέσα σε μια στιγμή ένας άνθρωπος που θα μπορούσε τώρα να γίνει ακόμα και βάρος στις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις.

Ο Τζο Μπάιντεν είναι ένας ένθερμος υποστηρικτής του Ισραήλ, όπως και η Καμάλα Χάρις. Και οι δύο ανήκουν στη μετριοπαθή πτέρυγα των Δημοκρατών, για τους οποίους η συμμαχία με το εβραϊκό κράτος είναι δεδομένη, ειδικά η στρατιωτική ασφάλεια και η υπεροχή της «μόνης δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή», όπως δεν παύει ποτέ να τονίζει ο Πρωθυπουργός Νετανιάχου. Αυτός και ο Μπάιντεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον εδώ και 40 χρόνια. Ο ένας γνωρίζει τον άλλον καλά. Αυτό σημαίνει όμως ότι ο Μπάιντεν γνωρίζει πολύ καλά πως ασκεί και έχει ασκήσει πολιτική ο Νετανιάχου.

Ο Μπάιντεν και το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχουν ξεχάσει πώς είχε ταχθεί πλήρως με την πλευρά των Ρεπουμπλικανών τα τελευταία χρόνια, καθώς το 2015 στο Κογκρέσο των ΗΠΑ  «βλαστημούσε» πίσω από την πλάτη του Δημοκρατικού Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα με την υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών κατά της διαπραγματευόμενης πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν. Το πώς είχε παραβλέψει έναν παλιό βασικό κανόνα της ισραηλινής και αμερικανικής πολιτικής με την ανοιχτή εχθρότητα του προς τον Ομπάμα. Το ζήτημα του Ισραήλ στις ΗΠΑ είναι πάντα διμερές, ένα θέμα που είναι εξίσου σημαντικό τόσο για τους Δημοκρατικούς όσο και για τους Ρεπουμπλικάνους, με διαφορετικές προσεγγίσεις και ιδέες εκατέρωθεν. Και έτσι κάθε Ισραηλινός πρωθυπουργός πάντα προσπαθούσε να έχει καλές σχέσεις και με τα δύο κόμματα. Όμως ο Νετανιάχου παραβίασε αυτή τη βασική αρχή. Το αργότερο τουλάχιστον όταν υποστήριξε δημοσίως τον Ρεπουμπλικανικό υποψήφιο Μιτ Ρόμνεϊ εναντίον του Ομπάμα κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2012.

Η «Συμφωνία του Αιώνα» του Τραμπ εξερράγη

Στην Ιερουσαλήμ τίθεται τώρα το ερώτημα, αν ο Μπάιντεν θα «εκδικηθεί» τον Νετανιάχου και πως θα κατευθύνει την πολιτική του στην Μέση Ανατολή. Θέλει ένα status quo ante, μια κατάσταση δηλαδή όπως αυτή που είχε δημιουργήσει ο Ομπάμα προτού ο Τραμπ γίνει πρόεδρος το 2016; Αν εξετάσει κανείς την κατάσταση ρεαλιστικά, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο. Ο Μπάιντεν ανακοίνωσε ήδη κατά την προεκλογική του εκστρατεία, ότι δεν θα αντιστρέψει την αμφιλεγόμενη μετεγκατάσταση της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ. Σίγουρα δεν θα τον πείραζε εάν υπάρξουν περαιτέρω ειρηνευτικές συμφωνίες μεταξύ των αραβικών κρατών και του Ισραήλ. Οι Σαουδάραβες, των οποίων ο επιθετικός Πρίγκιπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν έχει πέσει στην δυσμένεια των Δημοκρατικών ιδίως μετά τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018 στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη, θα μπορούσαν πλέον να εγκρίνουν μια  συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ προκειμένου να είναι φιλικοί προς τον νέο ισχυρό άνδρα του Λευκού Οίκου.

Αυτό που πρέπει ήδη να καταστεί σαφές: Η λεγόμενη συμφωνία του αιώνα, αυτό το ειρηνευτικό σχέδιο του Ντόναλντ Τραμπ, που είχε προλογίσει ο Νετανιάχου, είναι πλέον ιστορία. Ως εκ τούτου η προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ τίθεται πλέον εκτός τραπεζιού. Ο Νετανιάχου θα μπορούσε να ζήσει με αυτό  γνωρίζοντας ότι οι Παλαιστίνιοι θα επιστρέψουν στην αμερικανική ατζέντα για την Μέση Ανατολή. Ο Μπάιντεν είναι υποστηρικτής της λύσης των δύο κρατών, θα αποκαταστήσει γρήγορα τη διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ στην Ανατολική Ιερουσαλήμ καθώς και το γραφείο του παλαιστινιακού οργανισμού PLO στην Ουάσινγκτον θα πρέπει να ανοίξει ξανά γρήγορα. Και δίχως αμφιβολία θα αρχίσει ξανά να ρέει γρήγορα η οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Παλαιστινιακή αρχή.

Σημαίνει αυτό όμως ότι έχει αυξηθεί η πιθανότητα μιας ειρηνευτικής συμφωνίας μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης; Σχεδόν καθόλου. Με τις τρέχουσες ηγεσίες της Παλαιστίνης και του Ισραήλ δεν μπορεί να συμβεί τίποτα. Ο Μπάιντεν το ξέρει αυτό. Επιπλέον, ο μελλοντικός πρόεδρος θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει θέματα προτεραιότητας, όπως η καταπολέμηση της πανδημίας και η κλιματική καταστροφή. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, η σύγκρουση με την Κίνα θα προσελκύσει ένα μεγάλο κομμάτι της προσοχής, επομένως η παλαιστινιο-ισραηλινή σύγκρουση θα πρέπει να περιμένει.

Εκείνο το θέμα που θα τρέξει πολύ γρήγορα ο Μπάιντεν στη Μέση Ανατολή είναι το Ιράν. Αλλά ακόμα και εκεί δεν μπορεί απλά να γυρίσει πίσω τον χρόνο. Ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από το JCPOA (Joint Comprehensive Plan of Action), την συμφωνία για τα πυρηνικά. Ενώ θέλει να επιβάλει περεταίρω κυρώσεις στα ισλαμικά καθεστώτα έως τις 20 Ιανουαρίου, όπως αναφέρει η αμερικανική ειδησεογραφική ιστοσελίδα Axios. Ο Μπάιντεν σίγουρα θα θέλει να δημιουργήσει μια νέα κοινή βάση με την ηγεσία στην Τεχεράνη. Αλλά τώρα γνωρίζει ότι η παλιά συμφωνία είχε μεγάλες αδυναμίες.

Το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν συνέχισε να επεκτείνεται. Οι παγωμένοι λογαριασμοί του Ιράν, οι οποίοι ελευθερώθηκαν μετά τη σύναψη της συμφωνίας, χρησιμοποιήθηκαν πρωτίστως για το στρατιωτικό εξοπλισμό των ιρανών εκπροσώπων σε γειτονικά σουνιτικά κράτη, όπως η Χεζμπολάχ στο Λίβανο και τη Συρία. Η συμφωνία στην παλιά της μορφή αποσταθεροποίησε περεταίρω την Μέση Ανατολή.

Για τον Μπάιντεν είναι ξεκάθαρο ότι το Ισραήλ βλέπει ένα μουσουλμανικό καθεστώς εξοπλισμένο με πυρηνικά ή άλλα όπλα ως σοβαρή απειλή. Ισραηλινοί πολιτικοί έχουν ήδη εξηγήσει δημοσίως ότι η επανένταξη στη συμφωνία θα μπορούσε να προκαλέσει πόλεμο – ένα σαφές μήνυμα προς την Ουάσινγκτον. Σε αυτό το ζήτημα ο Νετανιάχου ξέρει ότι έχει μαζί του όλη την χώρα, ακόμα και την αντιπολίτευση. Το ερώτημα είναι λοιπόν υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν  να έρθουν σε συμφωνία οι ΗΠΑ με το Ιράν, είναι για το Ισραήλ υπαρξιακό ζήτημα. Ομοίως, το ζήτημα του πώς σκοπεύουν οι ΗΠΑ να διαμορφώσουν τη μελλοντική τους δέσμευση στο Λίβανο, τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Όλα αυτά έχουν γεωστρατηγική σημασία. Επειδή το «μουσικό διάλειμμα» του Τραμπ και η ιδέα της «νέας Μέσης Ανατολής» έχουν τελειώσει, αυτό είναι σαφές στον Ισραηλινό πρωθυπουργό.

Η εμπιστοσύνη στον Νετανιάχου έχει κλονιστεί

Για τον ίδιο τον Νετανιάχου ωστόσο υπάρχουν και άλλες απειλές που θα τον ενδιέφεραν πολύ περισσότερο αυτή την στιγμή. Η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι απίθανο να εκτιμήσει το στιλ της πολιτικής του στο Ισραήλ: τις εκστρατείες επιθέσεων εναντίον πολιτικών του αντιπάλων, την απόπειρα βλάβης των δημοκρατικών θεσμών και των μέσων ενημέρωσης και τη διάδοση ψεύτικων ειδήσεων. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο ο Λευκός Οίκος θα αναβαθμίσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Θα είναι οι Υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών, Μπένι Γκαντζ και Γκάμπι Ασκενάζι από το «Ασπρό-Μπλε» κόμμα ευπρόσδεκτοι στο Οβάλ γραφείο από τους Δημοκρατικούς; Θα γίνει ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαϊρ Λαπίντ ο νέος αγαπημένος της αμερικάνικης ηγεσίας; Θα μπορούσε αυτό να αποδυναμώσει τον Νετανιάχου περαιτέρω στο εσωτερικό;

Η αποτυχία του Νετανιάχου στην καταπολέμηση της πανδημίας, η παρακμή της οικονομίας, οι εκκρεμείς δίκες για διαφθορά – όλα αυτά έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη μεγάλων μερών του ισραηλινού πληθυσμού προς τον πρωθυπουργό τους. Όταν ο «φίλος» του Νετανιάχου φύγει από τον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2021, όταν ο Νετανιάχου θα πρέπει να εγκαταλείψει το προσωπικό του κλειδί για το κέντρο εξουσίας στην Ουάσινγκτον, τότε αυτό θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους της ισραηλινής εκδοχής του Τραμπισμού. Τουλάχιστον αυτό ελπίζουν οι αντίπαλοι του Νετανιάχου στο Ισραήλ.

Μετάφραση: Αναστάσης Μπαλτατζής

One Comment

  1. Pingback: Η «Συμφωνία του Αιώνα» εξερράγη | Προδρομικός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek