του Βανγκ Χούι, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Ανάμεσα στους Ασιάτες διανοουμένους έχει αρχίσει ένας διάλογος πάνω στην ιδέα της Ασίας. Απέναντι στην αμερικανική αυτοκρατορία, ορισμένοι θέλουν κυρίως να οικοδομηθεί ένα περιφερειακό σύστημα. Ο Βανγκ Χούι, αποσπάσματα από τη μελέτη του οποίου δημοσιεύουμε, επιχειρεί να καταδείξει πως η έννοια της «καθυστερημένης» Ασίας αποτελεί μια επινόηση της δυτικής θεωρίας των «σταδίων» της ανάπτυξης και της εγελιανής ιεραρχίας, της οποίας κατάληξη είναι η Δύση-«τέλος της ιστορίας». Σήμερα οι Ασιάτες ανακαλύπτουν και πάλι την Ασία, όχι ως δυτική επινόηση αλλά ως έναν αυτόνομο ιστορικό παράγοντα που συναντήθηκε με τη Δύση και υποτάχθηκε σε αυτήν παρόλο που από τον 10ο αιώνα βρισκόταν σε υψηλότερο, ή έστω παραπλήσιο στάδιο, ανάπτυξης με αυτήν.
άρδην

Στην Ασία, όπως και στην Ευρώπη, διευρύνεται η συζήτηση γύρω από την οικοδόμηση ισχυρών περιφερειακών ενοτήτων, ικανών να αντισταθμίσουν την αμερικανική δύναμη. Πράγματι, η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η «νέα αυτοκρατορία» –δύο φαινομενικά διαφορετικές έννοιες– συνιστούν στο εξής τον καμβά των στρατιωτικών συμφωνιών, των οικονομικών συνεταιρισμών και των διεθνών πολιτικών θεσμών. Από κοινού, εδραιώνουν μία παγκόσμια τάξη που περιλαμβάνει την πολιτική, οικονομική, πολιτιστική και στρατιωτική σφαίρα –τάξη που μπορούμε να ονομάσουμε «αυτοκρατορία» ή «νεοφιλελεύθερο ιμπεριαλισμό». [.]
Εδώ και μερικά χρόνια, η Κίνα αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να προσχωρήσει στη συμφωνία της Ένωσης των εθνών της νοτιο-ανατολικής Ασίας (Asean), με βάση τη διατύπωση του «δέκα συν ένας»1, ενώ η Ιαπωνία την ακολούθησε κατά πόδας προτείνοντας τη διατύπωση «δέκα συν τρεις» (Κίνα, Ιαπωνία και Νότια Κορέα). Το 2002, ένα ιαπωνικό πρακτορείο τύπου διαβεβαίωνε πως, «αν επιταχυνθεί η ενοποίηση της Ασίας, (…) το αίσθημα της απόστασης ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Κίνα θα τείνει να εξαφανισθεί εντελώς φυσικά στη διάρκεια της περιφερειακής ενοποίησης. μια διάσκεψη που θα συγκέντρωνε τους ηγέτες του ASEAN, της Ιαπωνίας, της Κίνας και της Νότιας Κορέας, η οποία θα εκμεταλλευόταν την πρώτη ευκαιρία να ξεκινήσει περιφερειακές διαπραγματεύσεις που να αποκλείουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα κατέληγε πιθανώς σε μία ασιατική εκδοχή της γαλλο-γερμανικής συμφιλίωσης2».

Όταν οι δέκα χώρες της ανατολικής Ευρώπης εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την 1η Μαΐου 2004, ένας Ιάπωνας διπλωμάτης και ένας Ινδός ερευνητής των πολιτικών επιστημών πρότειναν η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία να γίνουν οι πυλώνες μιας ασιατικής εκδοχής του ΝΑΤΟ.
Αλλά πρέπει να γνωρίζουμε τι εννοούν οι Ασιάτες όταν μιλούν για την Ασία. Αυτό εγείρει τρία ζητήματα: Πρώτον, μετά τον 19ο αιώνα, οι διάφορες όψεις του «ασιανισμού» ήταν πάντα στενά δεμένες με τις διάφορες μορφές εθνικισμού. Δεύτερον, η ιδέα της Ασίας καλύπτει δύο αντιτιθέμενες έννοιες: την γιαπωνέζικη αποικιακή αντίληψη με άξονα τη «μεγάλη ασιατική σφαίρα της συν-ευημερίας» και τη σοσιαλιστική αντίληψη της Ασίας που στηρίζεται στο σοσιαλιστικό κίνημα και το κίνημα εθνικής απελευθέρωσης. [.] Τρίτον, αν γυρεύουμε να ξεπεράσουμε το έθνος-κράτος, η επανανακάλυψη της Ασίας προϋποθέτει να υποκαταστήσουμε την αναπαράσταση του κράτους του 19ου αιώνα με εκείνη ενός υπερεθνικού κράτους.

Στην πραγματικότητα, η ιδέα της Ασίας δεν είναι μια ασιατική αλλά μια ευρωπαϊκή έννοια. Στον 18ο και τον 19ο αιώνα, οι κοινωνικές επιστήμες (γλωσσολογία, ιστορία, σύγχρονη γεωγραφία, φιλοσοφία του δικαίου, θεωρίες για το κράτος και τις φυλές, ιστοριογραφία και πολιτική οικονομία) αναπτύχθηκαν ταχέως στην Ευρώπη, ταυτόχρονα με τις φυσικές επιστήμες. Σχεδίασαν μαζί ένα νέο χάρτη του κόσμου. Οι αναπαραστάσεις της Ευρώπης και της Ασίας ενσωματώθηκαν στην έννοια της «παγκόσμιας ιστορίας».
Ο Μοντεσκιέ, ο Άνταμ Σμιθ, ο Χέγκελ και ο Μαρξ, μεταξύ άλλων, οικοδόμησαν την ιδέα της Ασίας σε αντίθεση με εκείνην της Ευρώπης και την ενέταξαν σε μια τελεολογική οπτική της ιστορίας3. Μπορούμε να την συνοψίσουμε ως εξής: αντίθεση ανάμεσα στις ασιατικές πολυεθνικές αυτοκρατορίες και το μοναρχικό/κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος. ανάμεσα στον ασιατικό δεσποτισμό και τα ευρωπαϊκά πολιτικά και δικαιικά συστήματα. ανάμεσα στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, νομαδικό και γεωργικό, και την αστική ζωή και το εμπόριο της Ευρώπης.

Στον βαθμό που το ευρωπαϊκό έθνος-κράτος και η επέκταση του καπιταλιστικού συστήματος αγοράς θεω­ρή­θηκε το προωθημένο στάδιο της παγκόσμιας ιστορίας, η Ασία υποβαθμίστηκε σε ένα κατώτερο στάδιο ανάπτυξης. Στο πνεύμα των Ευρωπαίων, δεν αποτελούσε μόνο έναν γεωγραφικό χώρο αλλά, επίσης, έναν πολιτισμό με μια πολιτική μορφή αντίθετη προς το ευρωπαϊκό έθνος-κράτος, μια κοινωνική μορφή αντίθετη προς τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και ένα στάδιο μεταβατικό ανάμεσα σε μια α-ιστορική και μία ιστορική φάση. Αυτή η αντίληψη πρoσέφερε στους Ευρωπαίους διανοούμενους, καθώς και στους Ασιάτες επαναστάτες και μεταρρυθμιστές, το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσαν να αναπαραστήσουν την παγκόσμια ιστορία και τις ασιατικές κοινωνίες, να καθορίσουν μια επαναστατική ή μεταρρυθμιστική πολιτική και να ερμηνεύσουν το παρελθόν και το μέλλον της Ασίας. Τον 19ο και τον 20ό αιώνα, η ιδέα της Ασίας αποτελούσε μέρος ενός λόγου που κατέστησε οικουμενική την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα και προσέφερε ένα αφηγηματικό πλαίσιο ταυτόσημο τόσο στους αποικιοκράτες όσο και στους επαναστάτες.

Στο πρώιμο στάδιο του πολιτισμού
Ο ευρωπαϊκός λόγος παρουσίασε την Ασία ως το «σημείο εκκίνησης» της παγκόσμιας ιστορίας. Για παράδειγμα, ο Γκέοργκ Βίλλεμ Φρίντριχ Χέγκελ έγραφε: «Η Ιστορία του κόσμου ταξιδεύει από την ανατολή προς τη δύση, γιατί η Ευρώπη είναι απολύτως το τέλος της Ιστορίας και η Ασία η αρχή της. (…) Η Ανατολή γνώριζε και γνωρίζει ακόμη ότι ο Ένας είναι ελεύθερος. ο ελληνικός και ρωμαϊκός κόσμος γνώριζαν πως κάποιοι είναι ελεύθεροι. ο γερμανικός κόσμος ξέρει πως Όλοι είναι ελεύθεροι. Η πρώτη πολιτική μορφή που παρατηρούμε στη Ιστορία είναι ο δεσποτισμός, η δεύτερη, η δημοκρατία και η αριστοκρατία και η τρίτη, η μοναρχία4».

Αυτή η αντίληψη αποτελεί μια φιλοσοφική συμπύκνωση του ευρωπαϊκού λόγου πάνω στο ζήτημα. Στο βιβλίο του, Ο πλούτος των εθνών, ο Άνταμ Σμιθ αναλύει τη σχέση ανάμεσα στη γεωργία και την άρδευση στην Κίνα και τις άλλες ασιατικές χώρες υπογραμμίζοντας την αντίθεση με τις δυτικο-ευρωπαϊκές πόλεις, που χαρακτηρίζονται από τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Ο προσδιορισμός που κάνει των τεσσάρων ιστορικών σταδίων –κυνήγι, νομαδισμός, γεωργία και εμπόριο– αντιστοιχεί στον προσδιορισμό των περιοχών και των φυλών. Συγκεκριμένα αναφέρει «τις ιθαγενείς φυλές της Βόρειας Αμερικής» ως το παράδειγμα του «έθνους των κυνηγών, του κατώτερου και πιο στοιχειώδους κοινωνικού σταδίου», τους Τάταρους και τους Άραβες ως το παράδειγμα «του έθνους των βοσκών, ένα πιο προχωρημένο κοινωνικό στάδιο», και τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους σαν το παράδειγμα των γεωργών, «ένα ακόμα πιο προωθημένο κοινωνικό στάδιο5». [.] Περιγράφοντας την παγκόσμια ιστορία, ο Χέγκελ αποκλείει αποφασιστικά τη Βόρεια Αμερική (που χαρακτηρίζεται από το κυνήγι και την τροφοσυλλογή) και τοποθετεί την Ανατολή στις απαρχές της ιστορίας. Ο Άνταμ Σμιθ την διαιρεί σύμφωνα με τα διαφορετικά οικονομικά ή παραγωγικά σχήματα, ο Χέγκελ σύμφωνα με την περιοχή, τον πολιτισμό και τη δομή του κράτους. Και οι δύο ταυτίζουν τα πολιτικά συστήματα ή τους τρόπους παραγωγής με συγκεκριμένους χώρους όπως η Ασία, η Αμερική, η Αφρική ή η Ευρώπη, και εγκαθιστούν ανάμεσά τους μια σχέση ιστορικής περιοδολόγησης.

Εκθέτοντας την εξέλιξη των κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων, ο Μαρξ ορίζει τέσσερα στάδια –ασιατικό, πρωτόγονο, φεουδαρχικό και καπιταλιστικό. Η αρχική έννοια που διαμορφώνει για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής είναι καρπός μιας σύνθεσης ανάμεσα στην εγελιανή αντίληψη για την ιστορία και εκείνη του Άνταμ Σμιθ. Σύμφωνα με τον Πέρυ Άντερσον6, ο Μαρξ οικοδομεί αυτή την έννοια του ασιατικού τρόπου ζωής αντλώντας μια σειρά από γενικεύσεις πάνω στην Ασία από την πνευματική ιστορία της Ευρώπης από τον 15ο αιώνα: δημόσια ή κρατική ιδιοκτησία της γης (Χάρρινγκτον, Φρανσουά Μπερνιέ, Σαρλ ντε Μοντεσκιέ), απουσία νομικού καταναγκασμού (Ζαν Μποντέν, Μοντεσκιέ, Μπερνιέ), θρησκεία που υποκαθιστά τα δικαιικά συστήματα (Μοντεσκιέ), απουσία κληρονομικής αριστοκρατίας (Νικολό Μακιαβέλι, Φράνσις Μπέικον, Μοντεσκιέ), κοινωνική ισοπέδωση που προσομοιάζει με τη δουλεία (Μοντεσκιέ, Χέγκελ), απομονωμένη αγροτική κοινοτική ζωή (Χέγκελ), αγροτική παραγωγή κυρίαρχη σε σχέση με τη βιομηχανία (Τζων Στιούαρτ Μιλλ, Μπερνιέ), στασιμότητα της ιστορίας (Μοντεσκιέ, Χέγκελ, Μιλλ) κλπ. Όλα αυτά τα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά της Ασίας θεωρούνται εγγενή στον ανατολικό δεσποτισμό. Ξαναβρίσκουμε αυτό το σύνολο ιδεών στις συζητήσεις της αρχαιοελληνικής σκέψης πάνω στην Ασία7.

Για τους Ασιάτες, ο σύγχρονος εθνικισμός παραμένει καθοριστικός στην αντίληψη για την Ασία. Παρά τις διαφορές τους στην πορεία της ιστορίας, οι διάφορες εθνικιστικές απόψεις –η άποψη του «να εγκαταλείψουμε την Ασία για να συναντήσουμε την Ευρώπη» των Ιαπώνων, η «εθνική αυτονομία» των Ρώσων επαναστατών και ο «πανασιανισμός» των Κινέζων επαναστατών– θεμελιώνονταν όλες στην αντιπαράθεση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και την αυτοκρατορία.

Το ιαπωνικό εθνικιστικό σύνθημα έχει την αφετηρία του σε ένα σύντομο δοκίμιο του Γιουκίσι Φουκουζάβα (1835-1901) που δημοσιεύτηκε το 1885. Το δοκίμιο «Να εγκαταλείψουμε την Ασία» υποδηλώνει την απο­φασιστικότητα να τελειώνουν με έναν κόσμο που είχε ως κέντρο του την Κίνα, την πολιτική της και την κομφουκιανή ιδεολογία της. «Να συναντήσουμε την Ευρώπη» εννοεί να γίνει η Ιαπωνία ένα εθνικό κράτος πάνω στο ευρωπαϊκό πρότυπο. Πράγμα που μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής: κατ’ αρχάς η Ασία θεωρείται πολιτισμικά ομοιογενής, ένας κομφουκιανός χώρος. κατά δεύτερον, προσπαθεί να έρθει σε ρήξη με τον κομφουκιανισμό μεταβάλλοντας την Ιαπωνία σε ένα έθνος-κράτος. [.]

Τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης επινόησαν μια νέα αντίληψη για την Ασία, ακολουθώντας τη σοσιαλιστική ιδέα που έφερνε η ρωσική επανάσταση. Ως αντικαπιταλιστικό κοινωνικό κίνημα που πολεμάει ταυτόχρονα το αστικό έθνος-κράτος, το σοσιαλιστικό κίνημα προσανατολίζεται, ευθύς εξ αρχής, προς τον διεθνισμό και τον αντιμπεριαλισμό. Ωστόσο, ακριβώς όπως και η ιαπωνική θεωρία του «να εγκαταλείψουμε την Ασία», έτσι και αυτή του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση έχει διαμορφωθεί μέσα στο πλαίσιο της διχοτόμησης ανάμεσα σε έθνος-κράτος και αυτοκρατορία.

Είκοσι επτά χρόνια μετά το δοκίμιο του Γιουκίσι Φουκουζάβα, και λίγο μετά τη δημοκρατική επανάσταση και την εγκαθίδρυση της προσωρινής κυβέρνησης της Κινεζικής Δημοκρατίας (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1912), ο Λένιν δημοσιεύει μια σειρά άρθρων πάνω στην Ασία8. «Η [σημερινή] Κίνα, γράφει, είναι μια χώρα με αναβρασμό πολιτικής δραστηριότητας, το θέατρο ενός ρωμαλέου κοινωνικού κινήματος και μιας δημοκρατικής εξέγερσης9» και καταδικάζει το γεγονός ότι η πολιτισμένη και προχωρημένη Ευρώπη, «με την αναπτυγμένη βιομηχανία της, τον πλούτο του πολύμορφου πολιτισμού της και τα Συντάγματά της», φτάνει, στην υπηρεσία της αστικής τάξης, να «υπερασπίζει ό,τι πιο καθυστερημένο, ετοιμοθάνατο και μεσαιωνικό10». Οι αντιτιθέμενες απόψεις του Λένιν και του Φουκουζάβα στηρίζονται πάνω στην κοινή ιδέα ότι η ασιατική νεωτερικότητα προκύπτει από την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. η σημασία της δεν εκδηλώνεται παρά στις σχέσεις με την Ευρώπη, ανεξαρτήτως της κατάστασης και της μοίρας της Ασίας.

Με όρους ιστορικής επιστημολογίας, δεν υπάρχει θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην επαναστατική άποψη του Λένιν και τις απόψεις του Σμιθ ή του Χέγκελ. Και οι μεν και οι δε αντιλαμβάνονται την ιστορία του καπιταλισμού σαν μια διαδικασία εξέλιξης, από την αρχαία Ανατολή ή την Ασία στη σύγχρονη Ευρώπη, από το κυνήγι, τον νομαδισμό και τη γεωργία στο εμπόριο ή τη βιομηχανία. Η εγελιανή αντίληψη της ιστορίας του κόσμου και ο χαρακτηρισμός της Ασίας ως μεσαιωνικής, βάρβαρης και ανιστορικής βρίσκονται στην αφετηρία της άποψης του Λένιν για την Ασία. Αυτή η ιδέα –ο Χέγκελ συν η επανάσταση– ταιριάζει στο σχήμα της ιστορικής εξέλιξης σε τρία στάδια: αρχαίο, μεσαιωνικό και σύγχρονο (φεουδαρχία, καπιταλισμός και προλεταριακή επανάσταση ή σοσιαλισμός). Προσφέρει στην καπιταλιστική εποχή ένα πλαίσιο συνοδευόμενο από μια χρονικότητα και μια περιοδολόγηση για να γίνει κατανοητή η ιστορία των άλλων περιοχών του κόσμου.

Τα επιχειρήματα του Λένιν, και συγκεκριμένα ο εγγενής δεσμός ανάμεσα σε εθνικισμό και καπιταλισμό, προσφέρουν τον καθοδηγητικό μίτο για να κατανοηθεί η σχέση ανάμεσα στον σύγχρονο κινεζικό εθνικισμό και την ιδέα της Ασίας. Ο Σουν Γιατ-σεν11, στην περίφημη ομιλία του πάνω στον «μεγάλο ασιανισμό12», στην επίσκεψή του στο Κόμπε το 1924, κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε δύο Ασίες: η μία βρίσκεται στην αφετηρία του αρχαιότερου πολιτισμού και δεν περιλαμβάνει κανένα ανεξάρτητο κράτος, και μία άλλη που ετοιμάζεται να αναγεννηθεί. Κατ’ αυτόν, η Ιαπωνία αποτελεί το σημείο εκκίνησης αυτής της ανανέωσης, διότι κατήργησε ορισμένες άνισες συνθήκες που της είχε επιβάλει η Ευρώπη και έγινε το πρώτο ανεξάρτητο κράτος της Ασίας. Ο Σουν Γιατ-σεν εκφράζει την ικανοποίησή του για τον θρίαμβο της Ιαπωνίας κατά τον ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο: «Ο ιαπωνικός θρίαμβος κατά των Ρώσων αποτελεί την πρώτη νίκη που κατήγαγαν τα ασιατικά έθνη εναντίων των ευρωπαϊκών εθνών, εδώ και πολλές εκατοντάδες χρόνια (…). Όλα τα ασιατικά έθνη χαίρονται και αρχίζουν να τρέφουν μια μεγάλη ελπίδα (…). Ελπίζουν ότι έτσι θα νικήσουν την Ευρώπη και θα ξεκινήσουν κινήματα ανεξαρτησίας. (…) Η μεγάλη ελπίδα για την εθνική ανεξαρτησία της Ασίας έχει γεννηθεί13».

Μια αναπαράσταση διαμορφωμένη από την Ευρώπη
Ο δεσμός ανάμεσα στις σοσιαλιστικές αξίες και τις κινεζικές παραδόσεις ώθησε τους σύγχρονους ερευνητές να δώσουν νέα ζωή στην ιδέα της Ασίας. Έτσι, ο Γιούγκο Μιτσογκούσι διαβεβαιώνει ότι κατηγορίες όπως «οι ουράνιες αρχές» (tianli) και το «δημόσιο/ιδιωτικό» (gong/si) υπήρξαν στην πνευματική και κοινωνική ιστορία της Κίνας, από τη δυναστεία των Σονγκ (960-1279) έως τη δυναστεία των Κινγκ (1911), διαμορφώνοντας μια συνέχεια ανάμεσα σε ορισμένες θεματικές της σύγχρονης κινεζικής επανάστασης και τις ιδέες της αγροτικής ρύθμισης. Αυτή η απόπειρα να προσδιοριστεί ο ασιατικός πολιτισμός με τη βοήθεια αυτών των αξιών υποδηλώνει μια αντίσταση και μια κριτική απέναντι στον σύγχρονο καπιταλισμό και την αποικιοκρατία14. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια σαφέστατη αντίθεση ανάμεσα στη σοσιαλιστική ιδέα για την Ασία και την αποικιοκρατική ιδέα. Ήδη από τη δεκαετία του ’40, ο Ισισάντα Μιγιαζάκι, εξέχων ιστορικός της αυτοκρατορικής σχολής του Κιότο, ανέλαβε να μελετήσει «τις απαρχές του καπιταλισμού σονγκ», σκύβοντας πάνω στην ιστορία των επικοινωνιών μεγάλων αποστάσεων σε διάφορες περιοχές. Κατ’ αυτόν, όσοι «θεωρούν ότι η ιστορία, μετά τη δυναστεία των Σονγκ, σημαδεύει την ανάπτυξη της νεωτερικότητας, έφτασαν να εξετάζουν τη σύγχρονη δυτική ιστορία υπό το φως των εξελίξεων της σύγχρονης ανατολικής ασιατικής ιστορίας15». Η θεωρία του για την απω-ασιατική νεωτερικότητα συναντά την ιαπωνική ιδέα «της μεγάλης σφαίρας της ανατολικής Ασίας», αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την ευστοχία της ανάλυσής του. Δουλεύοντας σε ένα πλαίσιο πλανητικής ιστορίας, παρατηρεί πως η οικοδόμηση του Μεγάλου Καναλιού, η ανάπτυξη των μητροπόλεων και ορισμένα εμπορεύματα, όπως τα μπαχαρικά και το τσάι, αποτέλεσαν τον σύνδεσμο ανάμεσα στα εμπορικά δίκτυα της Ευρώπης και της Ασίας. Η επέκταση της μογγολικής αυτοκρατορίας, που ευνόησε τις καλλιτεχνικές και πολιτιστικές ανταλλαγές ανάμεσα σε Ευρώπη και Ασία, όχι μόνο άλλαξε τις σχέσεις στους κόλπους της κινέζικης και ασιατικής κοινωνίας αλλά επίσης συνέδεσε την Ευρώπη και την Ασία με οδικούς και θαλάσσιους δρόμους16.


Αν τα πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά της «ασιατικής νεωτερικότητας» εμφανίστηκαν ήδη από τον 10ο ή 11ο αιώνα, τρεις ή τέσσερις αιώνες πριν εμφανιστούν παρόμοιες ιδιαιτερότητες στην Ευρώπη, η ιστορική εξέλιξη αυτών των δύο κόσμων υπήρξε, άραγε, παράλληλη ή συναπτόμενη; Ο Μιγιαζάκι εκτιμά πως η ανατολική Ασία, και κυρίως η Κίνα, όχι μόνο προσέφερε στη βιομηχανική επανάσταση μία αγορά και τα απαραίτητα μέσα, αλλά επίσης τροφοδότησε την πορεία του ανθρωπισμού που εκδηλώθηκε στη Γαλλική Επανάσταση. Έτσι, εξηγεί, «η ευρωπαϊκή βιομηχανική επανάσταση σε καμία περίπτωση δεν ήταν ένα ιστορικό γεγονός που αφορά αποκλειστικά την Ευρώπη, διότι δεν επρόκειτο απλά για κάτι μηχανικό, αλλά για ένα ζήτημα στο οποίο εμπλεκόταν το σύνολο της κοινωνικής δομής. Για να υλοποιηθεί, χρειαζόταν η ευημερία της αστικής τάξης. και επιπλέον, η συσσώρευση του κεφαλαίου, χάρη στο εμπόριο με την ανατολική Ασία, ήταν επίσης απαραίτητη. Για να δουλέψουν οι μηχανές, δεν χρειαζόταν μόνο ενέργεια αλλά και βαμβάκι σαν πρώτη ύλη. Στην πράξη, η ανατολική Ασία πρόσφερε τις πρώτες ύλες και την αγορά. Αν δεν είχε υπάρξει η επικοινωνία με την ανατολική Ασία, πιθανώς η βιομηχανική επανάσταση να μην έβλεπε το φως της ημέρας17».


Η εξέλιξη του κόσμου είναι η διαδικασία σύμφωνα με την οποία πολλαπλοί κόσμοι επικοινωνούν και παλεύουν μεταξύ τους, αλληλοδιαπερνιούνται και αλληλοδιαμορφώνονται. Έτσι, όταν οι ιστορικοί ενέταξαν την Ασία στις παγκόσμιες σχέσεις, συνειδητοποίησαν ότι η νεωτερικότητα δεν προσδιορίζεται σε σχέση με τη μία ή την άλλη κοινωνία, αλλά σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές και διαφορετικούς πολιτισμούς. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ιδέα της Ασίας χάνει από την αξιοπιστία της, γιατί δεν πρόκειται ούτε για μία ανεξάρτητη οντότητα ούτε για ένα σύνολο σχέσεων. Αυτή η επανανακάλυψη μιας Ασίας, που δεν είναι ούτε απαρχή μιας γραμμικής παγκόσμιας ιστορίας ούτε τέλος, ούτε αύταρκες υποκείμενο ούτε υποταγμένο αντικείμενο, προσφέρει την ευκαιρία να ξαναχτιστεί η ιστορία του κόσμου. Και αυτό θα πρέπει επίσης να μας οδηγήσει στο να επανεξετάσουμε την ιδέα της Ευρώπης, διότι δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να αναλύουμε την Ασία με βάση την αντίληψη που έχει η Ευρώπη για τον εαυτό της.


Η κριτική του ευρωποκεντρισμού θα όφειλε να ε­πιδιώκει όχι την επιβεβαίωση του ασιοκεντρισμού αλλά την εξάλειψη της εγωκεντρικής λογικής, λογικής που αποκλείει και αποζητά την επέκταση της κυριαρχίας. Θα μας είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τη σημασία της ασιατικής νεωτερικότητας εάν ξεχνάμε τις συνθήκες και τα ιστορικά κινήματα που περιγράφηκαν παραπάνω. Γι’ αυτό, οι νέες αναπαραστάσεις της Ασίας οφείλουν να ξεπεράσουν τους στόχους και τα προγράμματα των σοσιαλιστικών κινημάτων και των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης του 20ού αιώνα. Στη σημερινή ιστορική συγκυρία, θα πρέπει να στοχαστούν πάνω στα ιστορικά προτάγματα αυτών των κινημάτων που δεν υλοποιήθηκαν. Ο στόχος δεν είναι να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο ψυχρό πόλεμο αλλά να εξαλείψουμε τον προηγούμενο καθώς και τις παράγωγες μορφές του. δεν είναι να αποκαταστήσουμε τις αποικιακές σχέσεις αλλά να εξαλείψουμε τα υπολείμματά τους και να εμποδίσουμε την ανάπτυξη νέων μορφών αποικιοκρατίας.


Το ζήτημα της Ασίας δεν αφορά επομένως αποκλειστικά τη γεωγραφική Ασία αλλά την «παγκόσμια ιστορία». Η επανεξέταση της «ασιατικής ιστορίας» απαιτεί να ξαναχτίσουμε την «παγκόσμια ιστορία» και να υπερβούμε την τάξη της «νέας αυτοκρατορίας» του 21ου αιώνα και τη λογική της.

  • Ο Βανγκ Χούι στη δεκαετία του 1980 υπήρξε αναπληρωτής διευθυντής του Εθνικού Κινεζικού Ινστιτούτου των Οικονομικών Μεταρρυθμίσεων, συμμετείχε στο κίνημα της Πλατείας Τιεν Αν Μεν, συνελήφθη και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990 σε στρα­τό­πεδο «αναμόρφωσης». Σήμερα διδάσκει ιστορία των ιδεών στο Πανεπιστήμιο Τσινχούα του Πεκίνου και είναι αρχισυντάκτης του μηνιαίου περιοδικού Ντουσού, που έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο ιδεολογικοπολιτικό περιοδικό της Κίνας και ανήκει στη λεγόμενη «νέα Αριστερά». Το κείμενό του αποτελεί μέρος της ομιλίας του στην London School of Economics τον Μάιο του 2004 και περιλαμβάνεται στο υπό έκδοσιν βιβλίο του, Imagining Asia. A genealogical Analysis. Έχουν ήδη εκδοθεί στα αγγλικά τα βιβλία του: Wang Hui, The Gradual Revolution: China’s Economic Reform Movement. New Brunswick, NJ: Transaction Publishers, 1994 και China’s New Order: Society, Politics, and Economy in Transition, Harvard University Press 2003, το οποίο περιγράφει την ανάδυση μιας νέας καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής τάξης μέσα από τις δομές του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Monde Diplomatique, Φεβρουάριος 2005
Μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek