του Β. Στοϊλόπουλου, από το Άρδην τ. 14-15, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 1998

Αντί μιας νέας ώθησης στην περιλάλητη γερμανό τουρκική φιλία, μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της Τουρκίας από τον «γερμανοτραφή» Γιλμάζ, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, έγινε μάρτυρας μιας πρωτόγνωρης κρίσης στις σχέσεις Γερμανίας-Τουρκίας. Κρίση, που για πολλούς αναλυτές κλονίζει σοβαρά την μεταξύ τους «ειδική σχέση» (Sonderbeziehung), που είχε θεμελιωθεί στα τέλη του περασμένου αιώνα με την στρατηγική της γερμανοτουρκικής «αδελφότητας των όπλων» (Waffen-bruderschaft), ενταγμένης στο «γεωπολιτικό παιχνίδι» εναντίον της Ρωσίας και των δυτικών συμμάχων και που επανήλθε στο προσκήνιο μεταπολεμικά, ως συνάρτηση των γεωπολιτικών θέσεων των δύο χωρών και της δομής της ευρωπαϊκής ασφάλειας στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Κύριο στοιχείο της πρόσφατης κρίσης ήταν τα φραστικά πυρά διάρκειας από τον Τούρκο Πρωθυπουργό κατά της Γερμανίας που «όλως συμπτωματικώς», άρχισαν κατά τη διάρκεια ταξιδιού του στην Ουάσιγκτων και εστιάζονται προσωπικά στον Καγκελάριο Κωλ, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναγορεύεται σε «νέο εχθρό και σε αρχιτέκτονα των διακρίσεων σε βάρος της Τουρκίας», σε «διπρόσωπο» άνθρωπο «με αντιτουρκικές προκαταλήψεις», που περίτεχνα χαράσσει εκ νέου την ζοφερή πολιτική του ζωτικού χώρου (Lebensraum). Συντεταγμένα στην επίθεση κατά του Γερμανού Καγκελαρίου και τα τουρκικά ΜΜΕ, που κινούμενα μεταξύ ύβρεων, απειλών και απύθμενου σωβινισμού, απαιτούν τουλάχιστον τον δέοντα σεβασμό για μια χώρα που γεωπολιτικά «βρίσκεται στο σημείο επαφής των συμφερόντων των ΗΠΑ, της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Μέσης Ανατολής», υπογραμμίζοντας, για άλλη μια φορά, την κυρίαρχη στην τουρκική κοινωνία άποψη πως «οι Τούρκοι αποτελούν το κέντρο του κόσμου».

Είναι σαφές ότι η παρατεταμένη διάρκεια και το ιδιαίτερα οργίλο ύφος των τουρκικών αντιδράσεων κατέδειξαν ότι οι όροι που έθεσε το Συμβούλιο Κορυφής στο Λουξεμβούργο, στο τέλος της περασμένης χρονιάς, δεν προκάλεσαν μόνο τον ενταφιασμό των όποιων ευρωπαϊκών οραμάτων της δυτικόστροφης τουρκικής ελίτ αλλά έπληξε καίρια και την τιμή της Τουρκίας, καθώς ήταν η μονη χώρα που η Ευρώπη της αρνήθηκε το προενταξιακό καθεστώς -ακόμη και ως «μακροπρόθεσμη προοπτική»- το οποίο απολαμβάνουν πλέον κράτη, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, που κάποτε είχαν ενταχθεί στον αντίπαλο συνασπισμό.

Πέρα από την όποια δυσφορία και τη συγκρατημένη οργή που εκφράστηκαν από ορισμένους Γερμανούς πολιτικούς, η αντίδραση της Γερμανίας στις «φορτισμένες επιθέσεις» του Γιλμάζ είχε σε γενικές γραμμές πυροσβεστικό χαρακτήρα. Οχι μόνο δεν ζητήθηκαν εξηγήσεις ή και συγγνώμη από τον Τούρκο Πρωθυπουργό, όπως είχε ζητηθεί από τον Πάγκαλο -για επουσιωδέστερο θέμα- αλλά δεν έγινε ούτε καν διάβημα διαμαρτυρίας. Δεν ήταν λίγοι δε οι φιλοατλαντιστές ειδικοί αναλυτές στη Γερμανία που όχι μόνο δεν καυτηρίασαν την μορφή της τουρκικής αντίδρασης αλλά ουσιαστικά την δικαιολόγησαν, χαρακτηρίζοντας την απόφαση του Λουξεμβουργου «λάθος ιστορικών διαστάσεων», καθώς εκτιμούν ότι η «περιθωριοποιημένη» Αγκυρα μένει πλέον χωρίς διπλωματικά ερείσματα στη προσπάθεια που κατα-βάλει τόσο για βαθειές κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όσο και στον αγώνα κατα του ισλαμικού κινδύνου. Απέδωσαν δε την «λανθασμένη απόφαση» του Λουξεμβούργου όχι τόσο σε οικονομικά κριτήρια, όσο σε πολιτιστικά και θρησκευτικά, παραθέτωντας συλλήβδην ηθικολογικά κριτήρια του τύπου: η άρνηση ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. ισοδυναμεί με «αδιαφορία απέναντι στα βασανιστήρια στις τουρκικές φυλακές και στη καταδίωξη των Κούρδων».

Αντιθέσεις στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας

Παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις και τις ενδεχόμενες οικονομικές απώλειες στην τουρκική αγορά, η Γερμανία δεν φαίνεται να εγκαταλήπει τις προ πολλού διακηρυγμένες θέσεις της, αναφορικά με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας. Θέσεις που συμπυκνώνονται πλέον στη επιταγή: «όποιος θέλει να ανήκει στην Ευρώπη, πρέπει να προσαρμοστεί στους δικούς μας κανόνες». Εξίσου σαφής όμως και ο τούρκικος εκβιασμός: «Αν δεν κάνετε αυτα που επιθυμούμε, τότε θα μετατραπούμε σε φουνταμενταλί-στές».

Η ευδιάκριτη οικονομίστικη προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ενωσης από την Τουρκία, που εξέλαβε την Τελωνειακή Ενωσπ σαν το πρώτο βήμα για μελλοντική ένταξη στους κόλπους της Ε.Ε, δεν έμεινε ανεκμετάλευτη από την γερμανική ελίτ, η οποία απαντώντας με το ίδιο νόμισμα έθετε ανέκαθεν ως μέγιστη παραχώρηση προς την Αγκυρα την Τελωνειακή Ένωση. Γι’ αυτό και το «δώρο» που προσφέρει στην Τουρκία η Γερμανία, ώστε να μη αποκοπεί από τον ευρωπαϊκό ομφάλιο λώρο, περιλαμβάνει την Τελωνειακή Ένωση και τρεις «προσφορές»: την οικονομική ενίσχυση από το τέταρτο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο, την παροχή δυνατότητας οικονομικών απολαβών από ευρωπαϊκά ταμεία και τη δυνατότητα συμμετοχής της Άγκυρας σε ορισμένες υπουργικές συνεδριάσεις. Η απάντηση -των πιο διαλλακτικών κύκλων- της Τουρκίας προς την Γερμανία είναι απόλυτη: Ευρωπαϊκή Ενωση και μία «εξυπηρέτηση» στην Γερμανία, την παραίτηση δηλαδή από την ελεύθερη μετακίνηση εργατικού δυναμικού.

Στην προσπάθειά της να θέσει η Γερμανία την Τουρκία εκτός Ευρώπης προβάλει πλέον θεσμικά. κοινωνικά και πολιτικά κριτήρια ένταξης, γνωρίζοντας ότι η Τουρκία ουδέποτε θα ανταποκριθεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα περί μειονοτήτων, δημοκρατικών θεσμών, σταθερότητα πολιτικού συστήματος, ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Κριτήρια που δεν έχουν πλέον σχέση με τις γνωστές μορφές πίεσης, που ίσχυαν παλιότερα, όταν οι γερμανοτουρκι-κές διαφορές, εξαντλούνταν σε θέματα, ως ένα βαθμό ηθικολογικά. οπως για παράδειγμα στο αν και πόσο γίνεται χρήση όπλων γερμανικής προέλευσης στο δοκιμαζόμενο Κουρδιστάν. Αν στα πολιτικά-θεσμικά κριτήρια, προστεθούν και πολιτισμικά, με τη Χρι-,στιανοσύνη να οριοθετεί την Ευρώπη, γίνεται σαφές ότι οι ελπίδες της Τουρκίας να καταστεί ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι μηδαμινές. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η προοπτική για μια γερμανοκρατούμενη «Ευρώπη των Περιφερειών» έχει μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας απ’ ότι η δημιουργία μιας ευρωατλα-ντικής οικονομικής ζώνης, που θα καλύπτει και θέματα στρατιωτικής ασφάλειας ή μιας διασπασμένης Ευρώπης, που δεν θα ξεπερνά τα όρια μιας ζώνης του μάρκου στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Οικονομική εξάρτηση

Πάρα ταύτα, οι πιθανότητες να απωλέσει η Γερμανία την πρωτοκαθεδρία στις οικονομικές συναλλαγές της με την Τουρκία είναι, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μικρές, ακόμη και στην περίπτωση που η τελευταία παραμείνει ες αεί στον ευρωπαϊκό προθάλαμο ή στραφεί προς την Κεντρική Ασία. Ακόμη και αν γεωστρατηγικά η Τουρκία δεθεί πλήρως στο αγ-γλοσαξωνικό άρμα, η τουρκική αγορά, ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή της Τελωνειακής Σύνδεσης, θα προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες σέ όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., προτίστως δε τη Γερμανία (Πιν.1).

Στο πλαίσιο της Τελωνειακής Ένωσης η εξάρτηση της τουρκικής οικονομίας από τη Γερμανία είναι προφανής, αρκεί ν’ αναλογιστεί κανείς ότι το 1996 σχεδόν το 50% των τουρκικών εξαγωγών στην Ε.Ε. είχαν προορισμό την Γερμανία. Ενδεικτικά παραδείγματα εξάρτησης αποτελούν επίσης οι εξωτερικές επενδύνσεις των δύο χωρών, η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων στην Τουρκία ή ακόμη και ο τουρισμός, καθώς για το 1998 αναμένονται στη Τουρκία περίπου 3 εκατ. Γερμανοί τουρίστες, αριθμός που αναλογεί σχεδόν στο 30% επί του συνόλου των τουριστών στη Τουρκία αλλά και το γεγονός ότι το 1997 λειτουργούσαν στην Γερμανία περισσότερες από 42.000 τουρκικές -μικρές και μεσαίες- επιχειρήσεις, σε 55 τομείς της οικονομίας.

«Στρατηγικός σύμμαχος»

Η σημερινή γερμανοτουρκική αντιπαράθεση ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια των διακρατικών σχέσεων, και αποκτά μεγαλύτερο βάρος αν ενταχθεί στη διαμάχη Ευρώπης και ΗΠΑ, για το βαθμό και τα μέσα υποστήριξης ενός «στρατηγικού συμμάχου», όπως είναι η Τουρκία για τη Δύση.

Μέχρι την κατάρρευση του Διπολισμού η Τουρκία δεν ξεπερνούσε την στρατηγική αξία ενός «προχωρημένου οχυρού» για την αντιμετώπιση της Σοβιετικής Ένωσης στην Μέση Ανατολή. Σήμερα, οκτώ χρόνια μετά την γερμανική επανένωση, η Τουρκία αποτελεί για την Ευρώπη περισσότερο ένα δισεπίλυτο πρόβλημα, παρά έναν σημαντικό «στρατηγικό σύμμαχο». Η προσπάθεια χάραξης μιας αδέσμευτης ευρωπαϊκής πολιτικής σε σχέση με τις ΗΠΑ, στρέφεται ουσιαστικά και κατά της Τουρκίας, γεγονός που επέφερε ήδη σοβαρές μετατοπίσεις και στις ενδοατλαντικές σχέσεις. Ήδη από το 1992, στη διάρκεια της πρώτης μεταδιπολικής κρίσης στις γερμανοτουρκικές σχέσεις, που προκάλεσε και την παραίτηση του Γερμανού Υπουργού Αμυνας Στόλτενμπεργκ, το πρωτοσέλιδο μιας τουρκικής εφημερίδας ήταν ενδεικτικό: «Οι ΗΠΑ στέκονται σαν ένας βράχος στο πλευρό μας».

Για τις ΗΠΑ η στρατηγική σπουδαιότητα της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή Καυκάσου-Βαλ-κάνιων-Μέσης Ανατολής αυξήθηκε σημαντικά μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Γι’ αυτό, παρά τις όποιες επί μέρους αντιθέσεις, η Ουάσιγκτων δεν φαίνεται διατεθειμένη να δυσαρεστήσει το στρατογραφειοκρατικό καθεστώς της Αγκυρας, θέτωντας ως πρώτη προτεραιότητα την σταθερότητά του. Ουσιαστικά το στηρίζει απόλυτα, όπως φαίνεται άλλωστε και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ή στον τρόπο προσέγγισης της Ρωσίας, εν δυνάμει αντιπάλου της Τουρκίας.

Για τον Τούρκο Πρωθυπουργό είναι σαφές ότι «με το τέλος του ψυχρού πολέμου η γερμανική στάση απέναντι στην Τουρκία άλλαξε κατά 180 μοίρες», γεγονός που επιβεβαιώθηκε προσφάτως με την επίσκεψη Γιλμάζ στην Ουάσιγκτων, ο οποίος θεωρεί πλέον τις ΗΠΑ «σαν τον καλύτερο φίλο της Τουρκίας» και όχι την Γερμανία. Η «ωρίμανση» των νέων αμερικανοτουρκικών σχέσεων στρέφεται προφανέστατα κατά της Ευρώπης και ιδιαίτερα κατά της Γερμανίας. Αρκεί ν’ αναφερθεί κανείς στις ατέρμονες και επίπονες προσπάθειες των αγγλοσαξώνων για το θέμα της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ήδη ένας «Δούρειος Ίππος» των ΗΠΑ, που εργάζεται συστηματικά για την παγκοσμιοποίηση των αγγλο-σαξωνικών οραμάτων. Ένας ακόμη και μάλιστα ισλαμικός, θα μετέτρεπε τους γερμανικούς σχεδιασμούς για το μέλλον της Ευρώπης, σε όνειρα θερινής νυκτός.

Η Τουρκία ως γερμανικό πρόβλημα

Δεν είναι όμως μόνο οι ενδοευ-ρωπαϊκοί και ενδοατλαντικοί γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και τα αντικρουόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα, ούτε αποκλειστικά οι νέες προτεραιότητες της Γερμανίας στην Ανατολική Ευρώπη, που προκαλούν τριγμούς στις γερμανοτουρκικές σχέσεις. Η Τουρκία έχει καταστεί προ πολλού εσωτερικό πρόβλημα της Γερμανίας, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στην εξωτερική πολιτική των δύο χωρών. Όταν ο διάδοχος του Χέλμουτ Κωλ και σημερινός αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, Βόλφγκαν Σόιμπλε υπογραμμίζει ότι «η Ευρώπη με την Τουρκία σαν πλήρες μέλος κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της», εννοεί πρωτίστως τη Γερμανία, στην οποία ζουν ήδη 2,2 εκατ. Τούρκοι πολίτες, που τείνουν να προσλάβουν όλα τα χαρακτηριστικά δυναμικής μειονότητας. Μιας μειονότητας που την χαρακτηρίζουν αφενός ένας δομικός δυϊσμός του σύγχρονου και του παραδοσιακού και εφετέρου μια αδυναμία να αντισταθεί στις προσπάθειες χειραγώγησής της είτε από τους ισλαμιστές είτε από τους κεμαλιστές. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα βεβαίως είναι να καθίσταται προβληματική η κοινωνική ενσωμάτωσή της, πολύ περισσότερο βέβαια όταν αντιμετωπίζει καθημερινά την ξενοφοβία και τον ρατσισμό της γερμανικής κοινωνίας.

Η εισαγωγή τουρκικών προβλημάτων στη Γερμανία εστιάζεται κυρίως στο ριζοσπαστικό Ισλαμισμό και το Κουρδικό. Σύμφωνα με εκπρόσωπο των Γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών η σπουδαιότερη ισλαμική οργάνωση στη Γερμανία, η Milli Goros, που πρόσκειται στον Ερμπακάν, αριθμεί στη Γερμανία 28.000 μέλη, ενώ μόλις πριν από τρία χρόνια δεν ξεπερνούσε τις 6 χιλιάδες. Το ιδεολογικό υπόβαθρο της οργάνωσης αυτής είναι ένα μίγμα επιθετικού τουρκικού εθνικισμού, ισλαμικού εξτρεμισμού και αντισιωνιστικών κηρυγμάτων και φέρεται να προάγει συστηματικά τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό στην τουρκική κοινότητα της Γερμανίας -ως κίνημα αντίστασης και διαμαρτυρίας ενάντια στην εχθρότητα των Γερμανών προς τους ξένους. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι

στις ενέργειες της οργάνωσης αυτής συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων και η συλλογή χρημάτων για τον εξοπλισμό των Βόσνιων Μουσουλμάνων και των Τσετσένων και η στενή συνεργασία με την απαγορευμένη στην Γερμανία αίρεση των Σαϊεντολόγων. Στους σχεδιασμούς των φανατικών ισλαμιστών περιλαμβάνεται και η λειτουργία 300 νέων ισλαμικών σχολείων στη Γερμανία, γεγονός που αναδεικνύει τη χώρα αυτή σε επίκεντρο των φανατικών ισλαμιστών στην Ευρώπη. Ηδη, η Milli Goros έχει περισσότερα από 500 γραφεία, λειτουργεί μία ισλαμική ακαδημία στην Κολωνία και ελέγχει ένα σημαντικό μέρος των κρατικών τζαμιών και των θρησκευτικών σχολείων αλλά και σημαντικό αριθμό των τουρκικών καταστημάτων ειδών διατροφής, πολιτιστικών συλλόγων, ποδοσφαιρικών ομάδων κλπ.

Θα πρέπει να τονιστεί επίσης και η έντονη παρέμβαση της «μητέρας πατρίδας» στη Γερμανία τόσο από τα προγράμματα της τουρκικής καλωδιακής τηλεόρασης, όσο και από την πολιτική «γραμμή» των μεγάλων τουρκικών εφημερίδων, που εκδίδονται στη Γερμανία και εξυπηρετούν προπαγανδιστικούς σκοπούς του τουρκικού κράτους. Η παρουσίαση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής στη Γερμανία από τα τουρκικά ΜΜΕ είναι σχεδόν πάντα αρνητική, το ύφος επιθετικό ως υβριστικό, με γενικεύσεις του τύπου: «οι Γερμανοί καίνε τους Τούρκους». Το αποτέλεσμα είναι η καλλιέργεια ανασφάλειας και γερμανοφοβίας στους Τούρκους μετανάστες αλλά κυρίως ο πολιτιστικός και πολιτικός έλεγχος τους από την Τουρκία. Κάθε περίοδος ψύχρανσης των διμερών σχέσεων συνοδεύεται με εκκλήσεις των τουρκικών ΜΜΕ για μποϊκοτάζ των γερμανικών προϊόντων και με απειλές. Με τα δεδομένα αυτά γίνεται αντιληπτό γιατί η παροχή διπλής υπηκοότητας στους μετανάστες αποτελεί διαχρονικό -πολιτικό και όχι ανθρωπιστικό- αίτημα της Τουρκίας και γιατί το αρνείται η Βόννη.

Όσον αφορά στο Κουρδικό ζήτημα, η παρουσία στη Γερμανία χιλιάδων οπαδών και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών δεν δημιουργεί μόνο θέματα δημόσιας τάξης αλλά και αντιθέσεις ως προς την ερμηνεία του Γερμανικού Συντάγματος, αναφορικά με το άσυλο και την έκδοση Κούρδων αγωνιστών στη Τουρκία. Τα τελευταία χρόνια σε πολιτικό επίπεδο η λύση της αυτονομίας κερδίζει συνεχώς έδαφος -σε όλο το κομματικό φάσμα της Γερμανίας- και προ καιρού έχει εγκαταλειφθεί η πολιτική των χλιαρών παραινέσεων προς την Αγκυρα. Στη φιλοκουρδική εκστρατεία, συμπεριλαμβάνονται εκτός από πλήθος ανθρωπιστικών οργανώσεων και εκκλησιαστικοί κύκλοι, που πριν λίγα χρόνια δεν δίστασαν να έλθουν σε σύγκρουση ακόμη και με το κράτος. Η πρόσφατη κατάταξη του ΡΚΚ από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης στις εγκληματικές οργανώσεις και όχι στις τρομοκρατικές, θίγει ευθέως τη Τουρκία.

Η θεαματική γερμανική στροφή στο Κουρδικό άρχισε με την επίσκεψη δύο ανωτάτων στελεχών του κυβερνώντος κόμματος το 1995 στο αρχηγείο του ηγέτη του ΡΚΚ. Δύο χρόνια προηγουμένως, η απαγόρευση του ΡΚΚ στη Γερμανία είχε ως αποτελέσματα ν’ αυξηθούν τα μέλη του ΡΚΚ σε 8 χιλιάδες. Σήμερα τα 178 από τα 313 γραφεία των κουρδικών οργανώσεων ανά την υφήλιο, λειτουργούν νομίμως στην Γερμανία, γεγονός που οδήγησε πρόσφατα την τουρκική κυβέρνηση να κατηγορήσει την Γερμανία, ότι είναι αυτή που μαζί με την Ελλάδα, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, τη Κύπρο και τη Ρωσία στηρίζουν το «τρομοκρατικό ΡΚΚ».

Επίλογος

Η χρησιμοποίηση από τη Γερμανία διαφόρων προβλημάτων της Τουρκίας απλά και μόνο σαν μορφή πίεσης εναντίον της, έχει προφανώς εγκαταλειφθεί και ε-χει επιλεχθεί η στρατηγική της δημιουργίας προγεφυρωμάτων για το μέλλον της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής καθώς διαφαίνονται ήδη τόσο η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη, όσο και οι ανησυχίες της μοναδικής υπερδύναμης για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Στο πλαίσιο αυτό πρεπει να ειδωθεί και το αυξημένο γεωστρατηγικό ενδιαφέρον της Γερμανίας προς την Κύπρο. Η θεστώς του Κίνκελ ότι «η Τουρκία κατεχει στρατιωτικώς και κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου τη Βόρεια Κύπρο» αποτελεί ένα άνοιγμα της Γερμανίας προς τη Μεστ. Ανατολή, που αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι αν η Αθήνα και η Λευκωσία είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν την γερμανο-τουρκική κρίση, που αυτή τη φορά δεν μοιάζει να είναι παροδική. Μετά την γερμανική επανενωση και την Τελωνειακή Συνδεση Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας φαίνεται πως στην περίπτωση των γερμανοτουρκικών σχέσεων τα γεωπολιτικά κριτήρια στη χάραξη των εθνικών συμφέρον:, υπερισχύουν ή και παρακαμπτει αυτά της Ιστορίας.

Βασίλης Στοϊλόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek