Του Σπύρου Κουτρούλη

Γυρνώντας από την δουλειά άκουσα στο Γ΄ Πρόγραμμα στην εκπομπή του Βασιλόπουλου τον μονόλογο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου. Ο δημοσιογράφος δεν θεώρησε αναγκαίο να φιλοξενήσει τις αντίθετες απόψεις έγκυρων στοχαστών όπως ο Καγιαλής, ο Βαγενάς, ο Πιερής. Θα λέγαμε ότι το Γ’ Πρόγραμμα πήρε την σκυτάλη από άλλα μέσα που αναπαράγουν τις ίδιες ιδεοληψίες του εθνοαποδομισμού. Για παράδειγμα ο Γ. Γιαννουλόπουλος επανέλαβε ότι οι Σουλιώτες ήταν Αλβανοί και έγιναν Έλληνες κατά την επανάσταση. Βεβαίως δεν λαμβάνουν υπόψη ότι ο Μάρκος Μπότσαρης έφτιαξε ελληνο-αρβανίτικο λεξιλόγιο που κατά τον Τίτο Γιοχάλα μαρτυρά ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική του γλώσσα γιατί ακολουθεί την συντακτική της δομή, ούτε ότι οι Σέχος-Μπότσαρης-Τζαβέλλας απηύθυναν έκκληση για ελληνοαρβανιτική ένωση για ενότητα γιατί έχουν το ίδιο αίμα και όλοι κατάγονται από την γενιά του Αλέξανδρου, του Πύρρου, του Σκεντέρμπεη.

Στο έργο «Ο Μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη» (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2011), ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος, αφού διαγράψει μια εκτενή διαδρομή στον μοντερνισμό με εύστοχες κατά κανόνα αναφορές όχι μόνο στον Έλιοτ και στο Ε.Πάουντ αλλά και στον Νίτσε και στον Κώστα Παπαϊωάννου, ασχολείται μόνο στο τέταρτο μέρος με το δοκιμιακό έργο του Σεφέρη. Μα ούτε με το σύνολο αυτού, αλλά με ένα μικρότερο μέρος, που σύμφωνα με την ερμηνεία τον Γ. Γιαννουλόπουλο, θεμελιώνει το συμπέρασμα του Γ. Σεφέρη για την διαχρονική πολιτιστική συνέχεια του ελληνισμού (όπως η διάλεξη του για τον Κ. Παλαμά). Βεβαίως αν ο μοναδικός ή κύριος στόχος του είναι να αποδείξει το ανυπόστατο ενός τέτοιου συμπεράσματος ή τις βλαβερές πολιτικές συνέπειες που αυτό προκαλεί, θα έπρεπε να επεκτείνει την κριτική του διάθεση κατά του Κ. Δημαρά, του Ν. Σβορώνου, του Γ. Θεοτοκά που σε ανάλογα συμπεράσματα με τον Σεφέρη κατέληξαν, ακόμη και κατά του Δ. Χατζή που είδε την αποκρυστάλλωση του νέου ελληνισμού, το διάστημα μετά το 1204, δηλαδή αρκετούς αιώνες νωρίτερα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χάρις την συνδρομή της γλώσσας, της ορθοδοξίας και των κοινοτήτων. Βεβαίως δεν θα έπρεπε να εξαιρέσει ούτε τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο που με την φωνή του Θ. Βέγγου μιλά σπαρακτικά, με σεφερικό τρόπο για την ιστορία χιλιάδων χρόνων του ελληνισμού («Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε…. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο…»).

Συνοψίζοντας ο Γ.Γιαννουλόπουλος ισχυρίζεται ότι «ο Σεφέρης προσπαθεί να μας υποβάλει την αίσθηση ότι το έθνος είναι ένα είδος μακρόβιου ανθρώπου», ενώ προσθέτει ότι «δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η εμμονή στον διαχρονικό ελληνισμό γίνεται ένα από τα βασικά μοτίβα του δοκιμιακού του έργου». Βεβαίως επιστρατεύει την έννοια της «κατασκευής», που υπολανθάνει την ψευδή, την απατηλή, την τεχνητή τελικά συνείδηση: «ο Σεφέρης κατασκευάζει το παπαρρηγοπούλειο σχήμα για να διαβάσει την ιστορία της «ελληνικής» λογοτεχνίας». Στο στόχαστρο του βρίσκεται η ερμηνεία του Σεφέρη, που συναντούμε στην διάλεξη για τον Μακρυγιάννη αλλά και στην ομιλία στην Στοκχόλμη για την απονομή του Νόμπελ όπου τονίζεται ότι ο ελληνισμός από τα πρώτα του βήματα μέχρι τα πιο πρόσφατα, από την τραγωδία, τον Αισχύλο μέχρι τον Μακρυγιάννη υπέδειξε ότι υπέρβαση του μέτρου, προκαλεί την ύβριν για να την ακολουθήσει ως δικαιοσύνη η Άτη.

Ο Γ. Γιαννουλόπουλος προβληματίζεται από το απόσπασμα της ομιλίας στην Στοκχόλμη: «Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη για την ανθρωπιά⸱ κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνάει το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν πρόκειται για φυσικά φαινόμενα… Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας ότι η συνείδηση είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει “…θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε…”» . Θεωρεί ότι ο «ο Σεφέρης απολυτοποιεί ορισμένες έννοιες για να τις μετατρέψει σε διαχρονικές ιδιότητες που θα προσδώσει στην εξίσου διαχρονική ελληνική ψυχή». Στην πραγματικότητα ο Σεφέρης δεν ισχυρίζεται ότι αυτά είναι τα μοναδικά χαρακτηριστικά του ελληνισμού, όμως η συσχέτιση αρχαίας τραγωδίας, φιλοσοφίας και αθηναϊκής δημοκρατίας είναι ένα πραγματικό γεγονός που έδειξαν αναλυτικά ο Κ.Καστοριάδης, ο Κ.Παπαϊωάννου, ο Ε.Κασσίρερ. Σε κάποια στιγμή της ελληνικής ιστορίας μέσα στην θεατρική κοιλότητα, η αρχαία κοινότητα προβληματίζεται για τον κόσμο, την ύπαρξη, την φύση, το κράτος με το πιο ριζικό τρόπο. Στο ίδιο περίπου χρονικό διάστημα ο φιλοσοφικός λόγος με τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη άνοιξε μια σκέψη που έκτοτε δεν πρόκειται να κλείσει. Το ίδιο και η αθηναϊκή δημοκρατία, ξεπερνώντας τον ασιατικό δεσποτισμό και την θεοποίηση της εξουσίας όσο και τον εγχώριο τύραννο, τοποθετεί τον δήμο ως τον μοναδικό φορέα της εξουσίας. Το πνεύμα αυτό, βλέπει ο Σεφέρης, να ζει μέσα στα γραπτά του Μακρυγιάννη.

Ο Γ. Γιαννουλόπουλος επιχειρεί να απαντήσει στον Τ. Καγιαλή, ο οποίος θεωρεί ότι η σεφερική ερμηνεία του Μακρυγιάννη απηχεί τον μοντερνισμό, αλλά τελικά σε μια υποσημείωση μας αποκαλύπτει το επιστέγασμα των απόψεων του, τον χαρακτηρισμό όσων έγραψε ο Σεφέρης ως «εθνικολαϊκή ιδεολογία του Σεφέρη» . Η ταύτιση του σεφερικού έργου με τον εθνολαϊκισμό γίνεται δειλά, ώστε να την αντιληφθεί μόνο ο προσεκτικός αναγνώστης ακριβώς γιατί είναι μια κατηγορία που δεν θεμελιώνεται πουθενά.

Μερικά χρόνια νωρίτερα κυκλοφόρησε το έργο του «Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη – η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο» (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2003). Πρώτα πρώτα επιχειρεί να διαγνώσει διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες ανάμεσα στον Γ. Θεοτοκά και τον Γ. Σεφέρη αφού «ο Θεοτοκάς θαυμάζει τον Μακρυγιάννη ως άτομο κατά πρώτο λόγο, και ως συγγραφέα ή αφηγητή κατά δεύτερο». Το επόμενο συμπέρασμα είναι πως η ερμηνεία του Θεοτοκά οδηγεί πως «αυτός ο Μακρυγιάννης αποτελεί υπόδειγμα νεωτερικής αυθεντικότητας, επειδή το στοιχείο που τον χαρακτηρίζει πάνω απ’ όλα είναι ο πόθος της αυτοδημιουργίας και η κίνηση προς το μέλλον». Αλλά η ύπαρξη του ατόμου δεν αποκλείει την συμμετοχή σε άλλες συλλογικότητες, όπως είναι η εθνική συλλογικότητα. Μάλιστα το άτομο δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την συμμετοχή σε ευρύτερες από αυτόν συσσωματώσεις. Ο Θεοτοκάς θα υπογραμμίσει την συσχέτιση ατομικού και λαϊκού όσο και την ηρωική προσπάθεια του Μακρυγιάννη να αναδειχθεί από την αφάνεια, από το μηδέν που όμως θα έχει λογική συνέπεια το Εγώ να ταυτισθεί με το Εμείς.

Ο Γ. Γιαννουλόπουλος επιχειρεί να ερμηνεύσει τον Μακρυγιάννη του Σεφέρη, δίχως να λαμβάνει υπόψη του την αντίθετη επιχειρηματολογία του Ν. Βαγενά, του Τ. Καγιαλή, του Μ. Πιερή. Στόχος του είναι να την απομακρύνει από την πραγματική πηγή του δηλαδή τον μοντερνισμό και να τον ταυτίσει με τον Χέρντερ, τον Φίχτε και τον Χούμπολντ, δηλαδή με τον εθνορομαντισμό. Στο πλαίσιο αυτό αξιολογούνται αρνητικά όχι μόνο ο Ζαμπέλιος, αλλά και ο Γληνός και ο δημοτικισμός ευρύτερα. Ο τελευταίος ανακυκλώνει την γλωσσική- αισθητική διάσταση «της περιβόητης “συνέχειας του ελληνισμού”» . Συγχρόνως είναι αναγκασμένος να διαπράττει ιστορικούς αναχρονισμούς που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα αφού ισχυρίζεται ο Μακρυγιάννης βλέπει, ανεπίγνωστα βέβαια, «διάφορα πράγματα μέσα από τα γυαλιά που του φόρεσαν οι δυτικότροποι διαφωτιστές, κι όχι με τον τρόπο που υπαγορεύει η παράδοση στην οποία υποτίθεται ότι εκφράζει άμεσα», δίχως να μας εξηγεί ποιοι είναι αυτοί οι δυτικότροποι διαφωτιστές που τον επηρέασαν τόσο καταλυτικά. Βεβαίως έχει στο νου του τον Κοραή. Όμως θα συμπληρώσει «οι αναφορές στους αρχαίους που θα βρούμε διάσπαρτες στα Απομνημονεύματα ανήκουν γενεαλογικά στην εκδοχή της ελληνικής ιστορίας που επεξεργάστηκαν οι λόγιοι δηλαδή αυτοί που ο Μακρυγιάννης θα αναθεματίσει στα Οράματα και θάματα» . Όμως αν διαβάσουμε το ερευνητικό έργο του Κ. Δημαρά θα διαπιστώσουμε ότι η ανάμνηση των αρχαίων Ελλήνων, όχι μόνο στον ολιγάριθμο κύκλο της διανόησης αλλά και στο λαϊκό σώμα δεν έπαυε με διάφορους τρόπους να είναι ζωντανή. Για τον Μακρυγιάννη ήταν πιο εύκολο να προμηθευθεί μέσα από την εγγύτερη σ’ αυτόν λαϊκή παράδοση τον θαυμασμό για τους αρχαίους προγόνους παρά από τα «Παρίσια του Κοραή» όπως ειρωνικά ο Γ. Γιαννουλόπουλος αναφέρει. Η προσπάθεια του να απομακρύνει τον Σεφέρη από τις πραγματικές του επιρροές, δηλαδή τον μοντερνισμό, και να τον ωθήσει στον εθνολαϊκισμό και στον εθνορομαντισμό έχει ως συνέπεια να εμφανίσει την τελείως ανυπόστατη επίδραση από τον Χέρντερ: «έτσι γενικά διατυπωμένη η εθνογλωσσική θεωρία των Γερμανών ρομαντικών γίνεται ο θεωρητικός πρόγονος όχι μόνο της ανάγνωσης του Μακρυγιάννη από τον Σεφέρη, αλλά και των αισθητικών αρχών τις οποίες διέδωσε ο δημοτικισμός» .

Το τελικό συμπέρασμα του Γ. Γιαννουλόπουλου είναι ατεκμηρίωτο και δεν θεμελιώνεται πουθενά στο σεφερικό έργο. Η ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Σεφέρη ισχυρίζεται ότι δεν είναι άδολη: «στην ουσία κατασκευάζει τον Μακρυγιάννη που έχει προαποφασίσει ότι του χρειάζεται». Θα πρέπει να μας αποδείξει ότι οι σκέψεις του Σεφέρη δεν εδράζονται στο έργο του Μακρυγιάννη. Θα έπρεπε να μας αποδείξει ότι ο Σεφέρης είχε κάποιους σοβαρούς λόγους για να εξαπατήσει τον ίδιο τον εαυτό του και τους αναγνώστες του, πράγμα που δεν το έπραξε. Όμως διαβάζοντας τις «Μέρες» του Γ. Σεφέρη διαπιστώνουμε ότι η ασχολία του με τον Μακρυγιάννη είναι συνεχής, αδιάκοπη, τον συντρόφεψε στις δύσκολες στιγμές του. Συνεπώς και επαρκέστατος γνώστης του έργου του υπήρξε, αλλά και γι’ αυτό έντιμος προς τους αναγνώστες του. Τελικά οι αντιρρήσεις του Γιαννουλόπουλου είναι ιδεολογικού χαρακτήρα και οφείλονται στο γεγονός, ότι το έργο του Μακρυγιάννη όσο και του Γ. Θεοτοκά και του Γ. Σεφέρη αποδεικνύουν ότι η άποψη «τα έθνη είναι πρόσφατες κατασκευές» είναι λανθασμένη, ότι η ανάμνηση της ιστορικής διάρκειας του ελληνισμού δεν έπαψε ποτέ να είναι ζωντανή και ότι η υπεράσπιση της δημοκρατίας μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια του έθνους-κράτους και άρα είναι αναγκαία η εννοιολογική συσχέτιση ανάμεσα στο έθνος και την δημοκρατία. Κατά κάποιον τρόπο του απαντά ο Δ. Δημηρούλης όταν γράφει: «Οι βασικές κριτικές έννοιες που χρησιμοποιεί ο Σεφέρης για να αντιμετωπίσει την ιδεοκρατία του Τσάτσου έχουν ξεπατικωθεί από τα κριτικά δοκίμια του Έλιοτ και τα κείμενα του Ρίτσαρτς. Στη συνέχεια συγχωνεύτηκαν στο δικό του σχεδιασμό και έδωσαν ένα από τα καλύτερα κριτικά μείγματα στον ελληνικό 20ο αιώνα».

One Comment

  1. Pingback: Η ατεκμηρίωτη κριτική του Γ. Γιαννουλόπουλου στον Σεφέρη και στον Μακρυγιάννη | Προδρομικός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek