Αρχική » Γερμανικές εκλογές: Τέσσερα σενάρια και αγωνία διαρκείας

Γερμανικές εκλογές: Τέσσερα σενάρια και αγωνία διαρκείας

από Βασίλης Στοϊλόπουλος

του Βασίλη Στοϊλόπουλου | πρώτη δημοσίευση huffingtonpost.gr

Οι γερμανικές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου παρουσιάζουν μια  ιδιαιτερότητα, όχι μόνο επειδή σηματοδοτούν την έναρξη της μεταμερκελικής εποχής στη Γερμανία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις το βράδυ των εκλογικών αποτελεσμάτων θα προκύψουν τουλάχιστον τέσσερα εναλλακτικά σενάρια για την συγκρότηση της νέας γερμανικής κυβέρνησης και ίσως να μένει ανοιχτό ακόμα και το ποιος θα είναι ο επόμενος καγκελάριος – παρότι αναμένεται μεγάλη πτώση των Χριστιανοδημοκρατών.

Και αυτό επειδή για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ΄50, η αναμενόμενη μετατόπιση του γερμανικού εκλογικού σώματος προς τ΄ αριστερά και ο μεγάλος αριθμός μετακινούμενων ψηφοφόρων των τελευταίων εβδομάδων θα έχουν σαν αποτέλεσμα έναν τρικομματικό κυβερνητικό συνασπισμό, η συγκρότηση του οποίου θα απαιτήσει διαπραγματεύσεις μηνώνκαι τη συμμετοχή σε αυτές πιθανότατα όλων των κομμάτων του νέου κοινοβουλίου, εκτός βεβαίως του ακροδεξιού AfD.

Σημαντικό ρόλο στις επικείμενες κομματικές διαβουλεύσεις για την ανάδειξη της νέας κυβέρνησης αποδίδονται ήδη σε δύο κόμματα που εκτός απροόπτου θα καταλάβουν την  τρίτη και τέταρτη εκλογική θέση. Οι Πράσινοι/DIE GRÜNEN (τελευταία δημοσκόπηση : 16-17%) και οι Φιλελεύθεροι/FDP (12-13%), ενώ για πρώτη φορά η Αριστερά/Die Linke (6-7%) αναλαμβάνει θέση «αναπληρωματικού στον πάγκο των διαβουλεύσεων», αναμένοντας, αν και με μικρή πιθανότητα, ο «αστικός κόσμος» να την καλέσει για διαβουλεύσεις με στόχο την «κόκκινη-πράσινη-κόκκινη» (“rot-grün-rot”) διακυβέρνηση. 

Μέχρι και την ημέρα των εκλογών η πιθανότερη εναλλακτική δυνατότητα εξακολουθεί να παραμένει πάντως ο συνασπισμός «φωτεινός σηματοδότης» (Ampel), αποτελούμενο από Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινους και Φιλελεύθερους.

Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση όμως οι διαβουλεύσεις αναμένονται επίπονες, με πισωγυρίσματα, σκληρές και μεγάλης διάρκειας, καθώς Πράσινοι και Φιλελεύθεροι, παρότι θεωρούνται κόμματα πλήρως ενταγμένα στο ευρύτερο φάσμα του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού που εκπροσωπούν βασικά τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της Γερμανίας, παρουσιάζουν μεγάλες και δομικές αποκλίσεις:  αγεφύρωτα επιμέρους ιδεολογικά – προγραμματικά φορτία, ηγετικές προσωπικότητες με αντιδιαμετρικές κοσμοθεωρήσεις και νοοτροπίες,  διαφορετικές κομματικές ιστορίες. 

Και όλες αυτές οι διαφοροποιήσεις δεν αντικατοπτρίζονται μόνο στους δύο ηγέτες Αναλένα Μπέρμποκ (ΠΡΑΣΙΝΟΙ) και Κρίστιαν Λίντνερ (FDP), αλλά και στον κλασικό ψηφοφόρο τους.

Ο τυπικός πράσινος ψηφοφόρος προέρχεται από μορφωτικά και εισοδηματικά ανώτερα κοινωνικά στρώματα και δίνει απόλυτη προτεραιότητα σε πράσινα προτάγματα θεωρώντας ότι για την επίτευξή τους είναι απαραίτητη μια στιβαρή κρατική πολιτική, ακόμα και με «όργια απαγορεύσεων». Επιπλέον, προτάσσει ναρκισσιστικά το «ηθικό πλεονέκτημα» του ανθρώπου που «γνωρίζει τα πάντα» και συγκαταλέγεται στην πολύχρωμη ομάδα των «δικαιωματιστών» και των «ορθοπολιτικών» της μετανεωτερικής εποχής.

Αντίθετα, ο κλασικός φιλελεύθερος ψηφοφόρος, και αυτός από τα ευημερούντα μεσοαστικά στρώματα, εξακολουθεί να πιστεύει στην αυτορυθμιζόμενη οικονομία της αγοράς, στην υγιή επιχειρηματικότητα με την χαμηλή φορολόγηση και γενικώς στις όσο το δυνατόν λιγότερες κρατικές παρεμβάσεις σε οικονομία και κοινωνία. 

Έτσι, στο πλαίσιο αυτό, η πεποίθηση των Πρασίνων ότι ο επιδιωκόμενος οικολογικός μετασχηματισμός της Γερμανίας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, «προώρισται να σώσει τον πλανήτη» (sic) από την οικολογική καταστροφή, δεν θα γίνει σε βάρος του κοινωνικού κράτους, είναι για τους Φιλελεύθερους μια ακόμη ανεπίτρεπτη κι επικίνδυνη πράσινη αυταπάτη.

Σενάρια «Αποκάλυψης» και τρόμου των Πρασίνων που τελειώνουν πάντα με την φράση «είμαστε η τελευταία γενιά που μπορεί ακόμα να σώσει το κλίμα» τρομάζουν όντως τους Φιλελεύθερους – και όχι μόνο.

Πράσινες προγραμματικές εξαγγελίες όπως η επίσπευση της ανάπτυξης των ΑΠΕ, η δέσμευση του 2% της εκμεταλλεύσιμης γης για μελλοντική εγκατάσταση ανεμογεννητριών, η υποχρεωτική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε κάθε νέα οικοδομή, ο νέος κατά κεφαλή «φόρος CO2», η αύξηση της τιμής του ντίζελ, η επιβολή της ηλεκτρονικής κινητικότητας και το κλείσιμο όλων των εργοστασίων παραγωγής ενέργειας από άνθρακα το 2030 αντί του 2038, που είχε αποφασίσει η κυβέρνηση Μέρκελ, αποτελούν για τους Φιλελεύθερους μια απ΄ ευθείας επίθεση στο δικό τους πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι Πράσινοι στην προεκλογική τους καμπάνια επέλεξαν την αυστηρή οριοθέτηση «αρχών» απέναντι κυρίως στους Φιλελεύθερους (και λιγότερο στους Χριστιανοδημοκράτες), ανακαλώντας και πάλι μερικές από τις παλιότερες «φονταμενταλιστικές» τους θέσεις, που ασφαλώς τρομάζουν τα μεσαία αστικά στρώματα, τα οποία, κατά τ΄ άλλα, αποτελούν εκλογική δεξαμενή για τους Πράσινους. 

Το παζλ των διαπραγματεύσεων γίνεται ακόμα πιο σύνθετο όταν στο βασικό προεκλογικό θέμα της κλιματικής αλλαγής προστεθούν επιτακτικά και άλλα «πράσινα θέματα», όπως: ανοιχτά σύνορα για όλους και πολυπολιτισμός, ακραιφνώς φιλοατλαντική εξωτερική πολιτική και «Δύση ως κοινότητα αξιών», υποβάθμιση του εθνικού χαρακτήρα του κράτους και  παγκοσμιοποίηση, φεμινισμός και πασιφισμός, αντιπυρηνικό κίνημα, πανάκριβο ενεργειακό μίγμα και «δικαιότερο» φορολογικό σύστημα κ.α. 

Γι αυτό και οι δύο πιθανότατα  μελλοντικοί κυβερνητικοί εταίροι των σοσιαλδημοκρατών (ή των χριστιανοδημοκρατών) είναι αυτοί που θα δυσκολέψουν πολύ τις προγραμματικές συγκλίσεις και θα προσπαθήσουν διαπραγματευόμενοι με αυτοπεποίθηση και δεινότητα ν΄ αποφύγουν επώδυνους συμβιβασμούς που θα τους μειώσουν στα μάτια των ψηφοφόρων τους, ανεξάρτητα αν ο επόμενος καγκελάριος θα είναι ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς (το πιο πιθανό) ή ο χριστιανοδημοκράτης Άρμιν Λάσετ.  

Όπως και να δει κανείς όμως το όλο ζήτημα, αυτό που θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τη δημιουργία μιας τρικομματικής κυβέρνησης στη Γερμανία είναι πριν απ΄ όλα  η ανεπαρκής ελκυστικότητα των δύο «μεγάλων» κομμάτων, CDU και SPD, που έχουν συρρικνωθεί σε σημείο που δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν πλέον «λαϊκά κόμματα» – πολύ περισσότερο που όλοι οι υποψήφιοι καγκελάριοι παρουσιάζουν μια εικόνα χαμηλών προσδοκιών. 

Σημειωτέον, ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που πολλοί προβλέπουν ότι η Γερμανία «μετά από μια χρυσή εποχή θα εισέλθει σε μια περίοδο οικονομικής υποβάθμισης» (The Economist). Το σίγουρο είναι πως δύο κατά βάση φιλελεύθερα κόμματα εμφανίζονται στο προσκήνιο με αυτοπεποίθηση σαν μελλοντικοί συνδιαχειριστές της εξουσίας όταν είναι κοινώς παραδεκτό ότι «εάν η Γερμανία δεν θέλει να καταλήξει δεύτερο βιολί στο διεθνές κοντσέρτο, χρειάζεται τώρα έναν ισχυρό, διορατικό Καγκελάριο με ιστορική συνείδηση. Το γεγονός ότι οι διαθέσιμοι υποψήφιοι για την καγκελαρία δεν ενσωματώνουν επακριβώς αυτές τις ιδιότητες είναι το πραγματικό δράμα αυτών των ομοσπονδιακών εκλογών» (Cicero).  

Εκ των πραγμάτων, θέση κλειδί σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση και στις διαπραγματεύσεις για την μελλοντική κυβέρνηση κατέχουν οι Φιλελεύθεροι, η σημερινή ηγεσία των οποίων εκπροσωπεί σαφώς «κεντροδεξιές θέσεις». Γεγονός που επικρίνεται αυστηρά από τους Πράσινους και σε μικρότερο βαθμό από και από τους Σοσιαλδημοκράτες, που θέλουν να είναι ανοιχτοί στις επικείμενες διαπραγματεύσεις.

Το δίλημμα

Το δίλημμα πάντως για τους Φιλελεύθερους είναι σαφές: Ή θα πρέπει, εκών άκων, να αποδεχτούν μια σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση, όπως υπήρξε ήδη στη δεκαετία του ΄70, αυτή τη φορά όμως συμπληρωμένη με έντονες και πανάκριβες «πράσινες πινελιές», με περισσότερο κράτος, φόρους και απαγορεύσεις (ακόμα και προσωπικών ελευθεριών), και σίγουρα με λιγότερη ελεύθερη αγορά. Ή να αποχωρήσουν από τις διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία συγκυβέρνησης «φωτεινού σηματοδότη», όπως έπραξαν πριν από μια τετραετία, και να έρθει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Αριστεράς.

Τότε όμως θα είναι οι Φιλελεύθεροι που θα κατηγορηθούν ότι με την ανεπιτυχή διαπραγμάτευσή τους και τις παρελκυστικές τακτικές τους έβαλαν στο παιχνίδι της εξουσίας και την Αριστερά (Die Linke), που για πολλούς παραμένει ο αμετανόητος «διάδοχος του SED», το “Κόμμα Σοσιαλιστικής Ενότητας» της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το οποίο στα νιάτα της υπηρέτησε ως γνωστόν και η απερχόμενη καγκελάριος Μέρκελ. Ένα ενδεχόμενο που δεν μπορεί ν΄ αποκλειστεί, παρότι η πλειοψηφία των Γερμανών το απορρίπτει.   

Αυτό που επίσης δεν αποκλείεται όμως είναι την ερχόμενη πρωτοχρονιά, όταν θα ακουσθεί στην τηλεόραση το καθιερωμένο πρωτοχρονιάτικο μήνυμα του Γερμανού καγκελαρίου, ν΄ ακουστεί και πάλι η γνώριμη φωνή της  κυρίας Μέρκελ, που θα ασκεί ακόμα εξουσία ελλείψει νέας κυβέρνησης.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: