του Γιάννη Χαραλαμπίδη από την ιστοσελίδα newshub.gr
Τα χαμόγελα δεν κρύβονταν χθες από τα μέλη της ελληνικής κυβερνητικής αποστολής στην Άγκυρα. Ο λόγος της καλής διάθεσης ήταν ότι “όλα πήγαν καλά”, δηλαδή ότι δεν συνέβη ή δεν ειπώθηκε κάτι που θα μπορούσε να διαταράξει σοβαρά το κλίμα και να οδηγήσει σε φιάσκο στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας. Τόσο έντονος ήταν ο προβληματισμός και τόσο χαμηλός ο πήχης από ελληνικής πλευράς πριν τη συνάντηση.
Και όχι άδικα προφανώς, αφού είχαν φροντίσει από την απέναντι μεριά να ναρκοθετήσουν τη συνάντηση, ειδικά με την πολιτική της έκδοσης NAVTEX τις τελευταίες εβδομάδες, οι οποίες μάλιστα συνοδεύονταν και από δηλώσεις που παρέπεμπαν σε πλήρες άνοιγμα της αναθεωρητικής ατζέντας από την Άγκυρα. Χθες όμως όλα αυτά έμειναν στο συρτάρι και επικράτησε το θετικό κλίμα, που είχαμε καιρό να δούμε, είναι η αλήθεια.
Κανείς ας μη βιαστεί όμως να προδικάσει ότι όλα είναι καλά μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, θα πέσει έξω. Η τουρκική εξωτερική πολιτική δεν είναι ποτέ κυκλοθυμική, κινείται σε τροχιές καλά στερεωμένες στο έδαφος. Δεν θα αλλάξει τίποτα από όσα γνωρίζουμε στη μεγάλη εικόνα εδώ και περίπου ενάμιση έτος με αυτή την διακυβερνητική συνεργασία. Ωστόσο, δεν πρέπει και να την μηδενίζουμε, καθώς έχει τη δική της σημασία, κυρίως μας φανερώνει πράγματα για το πώς αντιλαμβάνονται στην Άγκυρα τη συγκυρία.
Αφενός, η Ελλάδα εξακολουθεί να μην είναι το μείζον ζήτημα διεθνούς πολιτικής για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η προσοχή του παραμένει στραμμένη στα νότια, στη Συρία, την Παλαιστίνη κι ακόμα νοτιότερα, από το κέρας της Αφρικής ως το Ιράν τουλάχιστον. Κι αυτό γιατί είναι σε πλήρη ανάπτυξη, υπό τις ευλογίες της κυβέρνησης Τραμπ, μια νέα επέκταση της τουρκικής επιρροής στη Μέση Ανατολή, απέναντι στην οποία προς το παρόν όλοι οι παίκτες αυτής της περιοχής κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους, πλην του Ισραήλ που αντιδρά ανοιχτά.
Αφετέρου, η Ελλάδα είναι μέγεθος που υπολογίζουν στην Άγκυρα. Γνωρίζουν ότι διαθέτει υπολογίσιμη ισχύ σε πολλά επίπεδα και δεν μπορούν να διαγνώσουν πλήρως τις διαθέσεις και τα όρια ανοχής της ηγεσίας της. Προφανώς σε ό,τι μας αφορά αυτά πρέπει να διατηρηθούν και να επαυξηθούν. Η Τουρκία απέδειξε ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι προτεραιότητα το άνοιγμα κεφαλαίων δυναμικής προστριβής με την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι τον φάκελο των διαφορών θέλει να τον κρατά πάνω στο τραπέζι.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα μπορούσε εύκολα να δυναμιτίσει τη συνάντηση ή ακόμα πιο εύκολα να την παρουσιάσει ως άκαρπη και αντιπαραγωγική. Δεν το έπραξε, όπερ σημαίνει ότι κρίνει επωφελές σε αυτή τη φάση να σταλεί παντού το μήνυμα ότι παίζει με τους όρους του παιχνιδιού προς τα δυτικά. Προσοχή όμως γιατί αυτό η Άγκυρα θα θελήσει να το επικαλεστεί και να το αξιοποιήσει, τόσο υπερατλαντικά, όσο και προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κυρίως με στόχο περισσότερες δυνατότητες αμυντικής συνεργασίας.
Εκεί θα πρέπει η Αθήνα να είναι έτοιμη να ζητήσει έμπρακτες και σαφείς ενδείξεις της τουρκικής καλής θέλησης, στην κατεύθυνση που ήδη υπέδειξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις κοινές δηλώσεις με τον Τούρκο πρόεδρο: άρση του casus belli, σεβασμός του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και εποικοδομητική στάση στο Κυπριακό. Γι’ αυτό έχει αξία το ότι έγιναν οι αναφορές αυτές δημοσίως στο “Λευκό Παλάτι”.
Η Ελλάδα στάθηκε επαρκώς προετοιμασμένη, σοβαρή, εγκρατής και σίγουρη στο πάτημά της στη συνάντηση της Άγκυρας. Ίσως να ήταν καλύτερα να είχαν αποφευχθεί αχρείαστες αναφορές σε ζητήματα που αφορούν την πολιτική του Ισραήλ για τα κατεχόμενα ή να είχαν να τονιστεί περισσότερο οι υποχρεώσεις του καθεστώτος της Δαμασκού έναντι των μειονοτήτων. Όμως στη μεγάλη εικόνα η ελληνική παρουσία ήταν συγκροτημένη και ήξερε τι ήθελε.
Αυτό που χρειάζεται από εδώ και μπρος είναι, πέραν της αυτονόητης προσοχής και διατήρησης των προτεραιοτήτων που ήδη αναφέρθηκαν σε σχέση με όσα διαχρονικά ζητά η Τουρκία από τους δυτικούς εταίρους, να μην αλλάξει κάτι σε όσα κάνει η Ελλάδα τον τελευταίο καιρό. Δηλαδή, να μην χαλαρώσει ο εξοπλιστικός ειρμός και να μην επικρατήσει οποιαδήποτε αβάσιμη “αισιοδοξία” για ελληνοτουρκικές διευθετήσεις, που δεν τεκμηριώνεται από τα πράγματα, όπως είχε συμβεί το 2024 για παράδειγμα.
Ίσως και κάτι ακόμα. Οι γραμμές πάνω στις οποίες ορίζεται και κινείται η διεθνής πολιτική στην εποχή Τραμπ υποδεικνύουν ότι πρέπει να γίνουμε τολμηρότεροι, με ότι αυτό σημαίνει. Πρέπει να ενισχύσουμε και να διευρύνουμε την παρουσία μας στη Μέση Ανατολή, χώρο μεγάλου ενδιαφέροντος για τις ΗΠΑ. Να αποβάλουμε τις αναστολές που μας αποτρέπουν από την ενεργό συμμετοχή σε δράσεις και να μην φοβόμαστε να διεκδικήσουμε πράγματα. Για παράδειγμα, η Ελλάδα οφείλει να πιέσει το καθεστώς της Συρίας να σεβαστεί την ακεραιότητα των χριστιανικών πληθυσμών.
Χρειαζόμαστε μια προ-ενεργητική διπλωματία με επίγνωση της ισχύος μας και αξιοποίηση κάθε δυνατότητας, χωρίς να εγκλωβιστούμε σε οποιουδήποτε είδους βολονταρισμό. Με προσοχή και εγρήγορση πάντα έναντι της Τουρκίας, αλλά χωρίς φοβία. Και ναι, πρέπει πλέον να επιδιώξουμε να διευρύνουμε την επικοινωνία μας με τον Λευκό Οίκο, μιλώντας στη γλώσσα που καταλαβαίνει, έστω κι αν χρειαστεί να τη συλλαβίσουμε.
