Της Jana Kobzova από το capital.gr
— Ποια είναι η κατάσταση της οικονομίας της Ρωσίας με μία λέξη;
— Καλή.
— Και με δύο λέξεις;
— Όχι καλή.
Αυτό το παλιό αστείο, που αποδίδεται στον πρώην πρόεδρο της Ρωσίας Μπορίς Γέλτσιν, συνοψίζει εύστοχα την κατάσταση της οικονομίας της χώρας τη δεκαετία του 1990. Αποτυπώνει επίσης τον αντίκτυπο του πολέμου στο Ιράν για τη Ρωσία σήμερα. Είτε διατηρηθεί η εκεχειρία είτε ο αποκλεισμός των ΗΠΑ στα Στενά του Ορμούζ κλιμακώσει τον πόλεμο, οι Ευρωπαίοι μπορούν να αξιοποιήσουν τη μικτή εικόνα της Ρωσίας για να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ έναντι της Μόσχας.
Το καλό
Βραχυπρόθεσμα, από τη σκοπιά της Ρωσίας, αυτός ο πόλεμος είναι ένα δώρο που συνεχίζει να δίνει.
Πρώτα απ’ όλα τα χρήματα: η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να άρει τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο προσθέτουν περίπου 150 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως στα ήδη πιεσμένα ταμεία του Κρεμλίνου. Εκτιμήσεις της Ουκρανίας δείχνουν ότι περίπου τόσα ξόδευε καθημερινά η Μόσχα για τον πόλεμό της πέρυσι.
Στη συνέχεια, υπάρχουν τα κενά στην άμυνα της Ουκρανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Η Αμερική και οι σύμμαχοί της καταναλώνουν ταχύτατα αναχαιτιστές βαλλιστικών πυραύλων Patriot. Με βάση δημόσια διαθέσιμα δεδομένα, μόνο την πρώτη εβδομάδα του πολέμου χρησιμοποίησαν περισσότερους από όσους έχει λάβει συνολικά η Ουκρανία από τον Απρίλιο του 2023. Οι ΗΠΑ παράγουν το πολύ 650 από τους πιο προηγμένους αναχαιτιστές ετησίως, με σχέδια να αυξήσουν τον αριθμό σε 2.000 μέχρι το 2033. Ωστόσο, η Ρωσία παράγει έως και 1.000 βαλλιστικούς πυραύλους διαφόρων τύπων τον χρόνο.
Έτσι, τα αποθέματα αναχαιτιστών υπολείπονται σημαντικά των αναγκών του Κιέβου. Η Μόσχα θα το εκμεταλλευτεί αυτό. Είναι επίσης ασφαλές να υποτεθεί ότι το έλλειμμα θα συνεχιστεί για χρόνια, ακόμη και αν αυξηθεί η αμερικανική παραγωγή όπως έχει προγραμματιστεί. Και δεν θα επηρεαστεί μόνο η Ουκρανία: αρκετές ευρωπαϊκές χώρες που είχαν παραγγείλει συστήματα πριν από μήνες βλέπουν τις παραδόσεις τους να εκτρέπονται προς την Ουκρανία ή να καθυστερούν λόγω προβλημάτων παραγωγής. Όταν ολοκληρωθεί η ενεργή φάση των συγκρούσεων στο Ιράν, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα δώσουν προτεραιότητα στην αναπλήρωση των δικών τους αποθεμάτων, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα στην Ευρώπη.
Τέλος, υπάρχει και το “παραπέτασμα καπνού”. Με την πολιτική και μιντιακή προσοχή στραμμένη στη Μέση Ανατολή, η Ρωσία έχει κλιμακώσει τις επιχειρήσεις της στην Ουκρανία. Στις αρχές Απριλίου πραγματοποίησε την πιο έντονη αεροπορική επίθεση από την εισβολή του Φεβρουαρίου 2022, εκτοξεύοντας σχεδόν 1.000 drones και πυραύλους μέσα σε 24 ώρες. Έχει επίσης πλήξει μαιευτήριο, σχολείο και μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO στη δυτική Ουκρανία τις τελευταίες εβδομάδες, δείχνοντας ότι μπορεί να φτάσει σχεδόν σε κάθε σημείο της χώρας.
Το όχι και τόσο καλό
Ωστόσο, το “δώρο” του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τη Ρωσία δεν συνεχίζει να αποδίδει το ίδιο σε βάθος χρόνου.
Πρώτον, τα χρήματα από μόνα τους δεν μπορούν να διορθώσουν μια “όχι καλή” οικονομία. Τα έσοδα από το πετρέλαιο δεν επαρκούν για να καλύψουν τα δημοσιονομικά κενά του Κρεμλίνου, ούτε μπορούν να λύσουν τα διαρθρωτικά προβλήματα της ρωσικής οικονομίας, τα οποία επιδεινώνονται καθημερινά λόγω της επιθετικότητας του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία. Επιπλέον, ανάλυση του Re:Russia δείχνει ότι οι εντεινόμενες ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά λιμάνια εξαγωγής πετρελαίου έχουν προσωρινά εξαλείψει τα δύο τρίτα των επιπλέον εσόδων από τον πόλεμο στο Ιράν. Ακόμη κι αν η Μόσχα αποκαταστήσει τις ζημιές, το Κίεβο είναι πιθανό να συνεχίσει τις επιθέσεις. Η Ρωσία μπορεί επίσης να αντικαταστήσει μέρος του ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα, αλλά αυτό ενδέχεται να αυξήσει περαιτέρω την οικονομική της εξάρτηση από το Πεκίνο.
Δεύτερον, υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας της ρωσικής παρουσίας στο Ιράν και περιορισμού των επιλογών διαφοροποίησης. Το χάος του πολέμου δεν ευνοεί μακροπρόθεσμα έργα ενέργειας και υποδομών. Ο πόλεμος έχει ήδη παγώσει δύο ρωσικά πυρηνικά έργα στο Ιράν, ενώ έχει σταματήσει και η έρευνα πετρελαίου και φυσικού αερίου από ρωσικές εταιρείες. Το φιλόδοξο σχέδιο του “Βορρά–Νότου” για τη σύνδεση Ινδίας–Ρωσίας μέσω Ιράν παραμένει αβέβαιο.
Τρίτον, ο πόλεμος μπορεί να επηρεάσει και τις σχέσεις της Ρωσίας με τις χώρες του Περσικού Κόλπου. Αν και η Μόσχα επένδυσε σε αυτές για να παρακάμψει κυρώσεις και να διαφοροποιήσει τις συνεργασίες της, οι ανησυχίες ασφάλειας μπορεί να τις φέρουν πιο κοντά στην Ουάσιγκτον, αποδυναμώνοντας τη σχέση τους με τη Ρωσία.
Συνεπώς, ο πόλεμος στο Ιράν μάλλον δεν θα ωφελήσει τη Ρωσία μακροπρόθεσμα. Ίσως τελικά αποδειχθεί περισσότερο “όχι καλός” παρά “καλός”.
Πώς το “όχι καλό” γίνεται μοχλός πίεσης
Ο αντίκτυπος του πολέμου δεν είναι θετικός ούτε για την Ευρώπη. Το αν θα εξελιχθεί αρνητικά και μακροπρόθεσμα εξαρτάται από τις αποφάσεις των Ευρωπαίων ηγετών σήμερα.
Αν δεν αντιμετωπίσουν την επερχόμενη ενεργειακή κρίση, οι οικονομικές συνέπειες θα είναι σοβαρές και θα ενισχύσουν πολιτικές εντάσεις σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
Η επιστροφή στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα ήταν μια κοντόφθαλμη επιλογή. Θα ισοδυναμούσε με το να νοικιάζεις σπίτι από έναν γνωστό εμπρηστή: είναι φθηνό, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι δεν θα το κάψει ξανά. Επιπλέον, θα χρηματοδοτούσε τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Οι Ευρωπαίοι εξετάζουν ήδη την επανέναρξη διαλόγου με τη Ρωσία, αλλά αν το κάνουν από θέση αδυναμίας, θα ενισχύσουν τη διαπραγματευτική θέση του Πούτιν. Αντίθετα, πρέπει πρώτα να περιορίσουν την επιρροή της Μόσχας.
Αυτό σημαίνει μείωση της ενεργειακής εξάρτησης, ενίσχυση της άμυνας της Ουκρανίας, επενδύσεις σε ευρωπαϊκά συστήματα αεράμυνας και αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη.
Με απλά λόγια, η επιτάχυνση των αρνητικών συνεπειών του πολέμου για τη Ρωσία πρέπει να γίνει στρατηγικός στόχος της Ευρώπης. Όσο πιο ισχυρή είναι η Ευρώπη και όσο πιο αδύναμη η Ρωσία, τόσο μικρότερη η πιθανότητα μιας ακόμη “φαουστικής συμφωνίας” με τη Μόσχα.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια – Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου
