Σκέψεις για την κατάσταση στη Παιδεία.
Του Τάσου Χατζηαναστασίου*
Έχει κι ο πλανήτης τα θέματά του, με ηγέτες που θα μείνουν στην Ιστορία όχι απλώς ως εγκληματίες, σαν άλλους στο παρελθόν, αλλά ως εγκληματίες χωρίς… αιτία και απ’ ό,τι φαίνεται και χωρίς φαιά ουσία. Όμως αρκετές αναλύσεις διαβάζετε, μόνο οι δικές μου σας έλειπαν, γιατί έχουμε κι εμείς στον μικρόκοσμο του σχολείου τα δικά μας, για τον οποίον όμως εδώ ταιριάζει το ελυτικόν: «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας». Κι επειδή η παιδοκεντρική μας υστερία μετατρέπει κάθε χρόνο τις πανελλαδικές σε κεντρικό θέμα στις ειδήσεις και στις συζητήσεις, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είναι η Παιδεία που κερδίζει επιτέλους δημοσιότητα, αλλά είναι μόνον η πανελλαδική μας αφασία.
Γιατί εάν ήταν η Παιδεία πρώτο θέμα, θα είχαμε Παιδεία, δε θα είχαμε ένα σύστημα που συνειδητά και συστηματικά παράγει και προάγει αγράμματους, αστοιχείωτους κι ανάγωγους επιβραβεύοντας την αμορφωσιά, την έλλειψη καλλιέργειας, σεβασμού ακόμη και των στοιχειωδών κανόνων καλής συμπεριφοράς και κοινωνικής συμβίωσης, υπευθυνότητας και συλλογικού δημοκρατικού ήθους, αλλά και αισθητικής, όταν παντού κυριαρχεί η ασχήμια.
Οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι η κορυφή του παγόβουνου. Για να φτάσουμε να αντιμετωπίζεται με αυτήν την χαρακτηριστική υπερβολή με τις συνήθεις κάθε χρόνο (έρχονται όσον ούπω) θρηνωδίες για τις χαμηλές επιδόσεις των κατά τα άλλα αρίστων αποφοίτων, έχει προηγηθεί η πλήρης αδιαφορία για τη μόρφωση των παιδιών και τον έλεγχο της εμπέδωσης βασικών γνώσεων στη γραφή, την ανάγνωση, την αριθμητική, την Ιστορία και τη Γεωγραφία.
Για να φτάσουμε να γράφει η πλειοψηφία κάτω από τη βάση στις πανελλαδικές στα περισσότερα μαθήματα, για να αποτυγχάνει ένα τόσο μεγάλο ποσοστό στην κατανόηση κειμένου στους διεθνείς διαγωνισμούς, έχει προηγηθεί η εγκατάλειψη και απαξίωση του ιδρυτικού ρόλου του σχολείου εκεί που έπρεπε να δίνεται και το μεγαλύτερο βάρος: στο δημοτικό που οφείλει να μαθαίνει στα παιδιά γράμματα εντοπίζοντας και στηρίζοντας όσα υστερούν, όσα δυσκολεύονται, όσα δε συμβαδίζουν, αλλά και καλλιεργώντας δεξιότητες διαχείρισης της αποτυχίας και όχι φροντίζοντας επιμελώς για την αποφυγή κάθε δοκιμασίας.
Η δαιμονοποίηση της αξιολόγησης, ακόμη και της απλής επισήμανσης λαθών και διόρθωσης, της επανάληψης της τάξης, των ίδιων των εξετάσεων, με πρόσχημα το ήδη πολύ μακρινό και ξεχασμένο αυταρχικό σχολείο, οδήγησε στο άλλο άκρο: στην εγκατάλειψη των παιδιών που έχουν ανάγκη από στήριξη στη μοίρα τους, στην ακώλυτη προαγωγή αγραμμάτων που έχουν εθιστεί στην ιδέα ότι στη ζωή δεν απαιτείται μόχθος κι ότι η μελέτη και η πειθαρχία που αυτή συνεπάγεται είναι για τα… «φυτά».
Γενικότερα, έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι αρκεί το σχολείο να είναι απλώς «ευχάριστο» με ένα πλήθος δραστηριοτήτων που κι αυτά όμως απ’ ό,τι φαίνεται αφήνουν μικρό ουσιαστικό αποτύπωμα στην ευρύτερη καλλιέργεια των παιδιών. Πολύ χαρακτηριστικό ότι παρά το πλήθος των «δράσεων» για το περιβάλλον και την αντιμετώπιση της βίας,τα σχολεία είναι καθημερινά γεμάτα απορρίμματα ενώ ο κάδος απέχει ελάχιστα μέτρα και τα περιστατικά βίας μάλλον αυξάνονται αντί να μειώνονται. Κατά τα άλλα, μόνο μάθημα να μη γίνεται. Αντί λοιπόν τη λήψη των απαραίτητων μέτρων αντισταθμιστικής αγωγής, όπως των υποχρεωτικών μαθημάτων ενισχυτικής διδασκαλίας, γιατί όχι και το καλοκαίρι για να μην υπάρχουν παιδιά που δεν έχουν εμπεδώσει βασικές γνώσεις, επιμένουμε στην ευκολία της ανεύθυνης, αν όχι και εγκληματικής αδιαφορίας για το εάν τελικά τα παιδιά στο σχολείο μαθαίνουν ή όχι. Προτιμάμε να μην τα στεναχωρήσουμε σήμερα υπονομεύοντας το μέλλον το δικό τους και της κοινωνίας που τα παραδίδουμε ισόβια.
Η άλλη πλευρά της αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος αφορά την κυριαρχία, σε ευρύτερα στρώματα νέων και όχι όπως μέχρι πρόσφατα κυρίως στις λαϊκές και υποβαθμισμένες γειτονιές και σχολεία, του γκαγκστερικού προτύπου της βάναυσης επιβολής της φυσικής, κοινωνικής και οικονομικής ισχύος, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των φασιστικής και σεξιστικής πρακτικής – και όχι απαραίτητα ιδεολογίας καθώς μπορεί να εμφανίζονται και με αντισυστημικό ή αντισυμβατικό λόγο – ινδαλμάτων τους στη μουσική, στην πολιτική, στην οικονομική και κοινωνική ελίτ των «αναγνωρίσιμων». Κοντολογίς στην κυριαρχία του ναρκισσιστικού ατόμου που γυρεύει την προβολή και την επιβολή. Από τον εγκληματία τράπερ ως τον τραμπούκο Τραμπ ένα τικ τοκ καφρίλας δρόμος.
Στην υιοθέτηση του προτύπου της βαναυσότητας, που εσφαλμένα συγχέεται με τη δύναμη, συνετέλεσε το κενό που προκάλεσε η συστηματική κι εδώ περιφρόνηση, όπως και της αξίας της γνώσης, της συλλογικής ταυτότητας, εθνικής και θρησκευτικής. Είναι αυτό που πολύ σοφά λέγεται ότι κάποιος «δεν έχει τον Θεό του» όταν δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό. Αυτού που δεν πιστεύει σε τίποτα παρά μόνο στη δήθεν «απόλαυση της κάθε στιγμής» ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την ποιότητά της κι από το εάν βλάπτει τον συνάνθρωπο. Αυτού που πιστεύει στη δύναμη του ισχυρού αντί στην αγάπη και στην ενότητα των ανθρώπων, στον ρόλο μας ως δυνάμεων του καλού και όχι της επιβολής. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδήγησε και η κρίση της οικογένειας που επίσης περιφρονήθηκε και απαξιώθηκε συστηματικά παρότι αποτελεί το τελευταίο ανάχωμα ασφάλειας και συλλογικότητας απέναντι στην απόλυτη επικράτηση του άκρατου εγωισμού, του μοναχικού κι ακοινώνητου ατόμου.
Κατ’ αναλογίαν με την πατριωτική και θρησκευτική συνείδηση, που αντί ν’ απαλλαγεί από το άγος της εθνοκτόνου πατριδοκαπηλίας η πρώτη και του ευσεβιστικού ηθικισμού σκοταδιστικών κύκλων η δεύτερη, απορρίφθηκε συλλήβδην ως αντιδραστική ιδεολογία, έτσι και η οικογένεια αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά ως ξεπερασμένος καταπιεστικός θεσμός χωρίς όμως να είναι δυνατόν να υποκατασταθεί με αποτέλεσμα τη διάρρηξη των ανθρώπινων συνεκτικών δεσμών. Και πάλι κατ’ αναλογίαν βιώνουμε τη διαστροφή τόσο του υγιούς πατριωτισμού ως συνεκτικού κοινωνικού δεσμού όσο και των αγαπητικών σχέσεων των μελών της οικογένειας καθώς απέναντι αλλά και εξαιτίας του εθνομηδενισμού εμφανίζονται με ισχυρή επιρροή στη νεολαία νεοφασιστικά ζόμπι στο πλαίσιο της νεκρανάστασης μιας εμφυλιοπολεμικής ρητορικής μίσους με δήθεν πατριωτικό λόγο, ενώ η οικογένεια παρεμβαίνει ολοένα και συχνότερα για να δικαιολογήσει, ν’ απαλλάξει και να καλύψει την παραβατικότητα των κακομαθημένων της παιδιών και ενίοτε ακόμη και να ζητήσει και τα ρέστα για την επιβολή μιας ποινής ή για μία «κακή» βαθμολογία στο σχολείο «γιατί στο φροντιστήριο είναι καλός»… Μετά βέβαια έρχονται οι πανελλαδικές για να δείξουν πως το πριγκιπόπουλο του 20 ήταν μαθησιακά γυμνό.
Η άλλη όψη της βαναυσότητας, της ωμότητας και του κυνισμού, της αδιαφορίας μπροστά στον πόνο του άλλου, είναι αυτή των πολλών παιδιών που μοιάζουν μόνα, φοβισμένα, κοινωνικά αδέξια καθώς δεν κάνουν φίλους, θύματα πολλές φορές της βίας των τραμπούκων, που δε συμμετέχουν σε οτιδήποτε συλλογικό, συχνά εγκλωβισμένα κι ακόμη συχνότερα αποχαυνωμένα στην εικονική πραγματικότητα ενός «θαυμαστού καινούριου κόσμου». Χρειάζεται πολλή δουλειά, σοβαρή μελέτη και γενναίες πρωτοβουλίες που να μην περιλαμβάνουν απλώς απαγορεύσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για να ξανακερδηθούν και να «επανενταχθούν» οι «εξόριστοι» των ψηφιακών κόσμων, οι μοναχικοί και φοβισμένοι που νιώθουν ανήμποροι και ανυπεράσπιστοι μπροστά στην πραγματική βία που τους απειλεί.
Αυτές είναι όμως οι πλευρές που προβάλλονται εμφατικά και τόσο υποκριτικά δήθεν σοκάρουν, από έναν κόσμο που είναι ο ηθικός και συνειδητός αυτουργός του εγκλήματος σε βάρος των νέων. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού που όμως λάμπει φωτίζοντας και γεμίζοντας κι εμάς με αισιοδοξία και κουράγιο να συνεχίσουμε χωρίς να νιώθουμε διαρκώς απαξιωμένοι.
Είναι τα τόσα παιδιά που πάν’ απ’ όλα σέβονται τον συνάνθρωπο και τον περιβάλλοντα χώρο, αγαπούν χωρίς συμπλέγματα την πατρίδα τους και έχουν υγιή πρότυπα και φιλοδοξίες· που μελετούν, που συμμετέχουν σε θεατρικές ομάδες, σε μουσικά και χορευτικά συγκροτήματα, που αθλούνται, που διατηρούν και μεταδίδουν τη χαρά της νιότης τους και της ζωής. Που λειτουργούν σε παρέες, γιατί μόνο αυτές «φτιάχνουν Ιστορία» και όχι σα μοναχικοί λύκοι. Είναι γι’ αυτά που δεν έχουμε το δικαίωμα να τα παρατήσουμε και να παραιτηθούμε αλλά να συνεχίσουμε να τα στηρίζουμε εξασφαλίζοντας ένα υγιές, ασφαλές, καθαρό και καλαίσθητο περιβάλλον και τις κατάλληλες συνθήκες για μάθηση και δημιουργική εργασία στο σχολείο για όλα τα παιδιά. Γιατί έτσι μπορούν να παραδειγματιστούν και να ακολουθήσουν κι όσα υστέρησαν, αδιαφόρησαν, παρασύρθηκαν και να στηριχτούν ουσιαστικά όχι με τη χαριστική τους προαγωγή ή την ατιμωρησία όταν ενοχλούν ή δε σέβονται αλλά καθιστώντας τα υπεύθυνα και άρα πραγματικά ελεύθερα. Αυτό προϋποθέτει όμως εκπαιδευτικούς που είναι επαρκώς προετοιμασμένοι, που ανανεώνουν διαρκώς τις γνώσεις τους, τη διδακτική τους μεθοδολογία, που διαθέτουν ενσυναίσθηση, επιμονή, ευσυνειδησία και κυρίως αγάπη γι’ αυτό που κάνουν και για τα παιδιά, που σέβονται αυτοί πρώτα τον ρόλο τους και απαιτούν να γίνεται σεβαστός, ν’ αναγνωρίζεται και να αμείβεται αξιοπρεπώς.
Και για να επιστρέψουμε στην αρχική μας διαπίστωση για τον σύγχρονο κόσμο που καταστρέφεται από τους κατεξοχήν εκπροσώπους της βαναυσότητας ηγέτες όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Νετανιάχου και τα κάθε είδους ολοκληρωτικά κι επιθετικά καθεστώτα κι ιδεολογίες σ’ έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, δεν έχουμε κι άλλη επιλογή τελικά από το να ανορθώσουμε ως αντίπαλον δέος απέναντι στη βαρβαρότητα τον πολιτισμό και την Παιδεία, ειδικά στη χώρα που γέννησε και λίκνισε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία και την τραγική ποίηση για να ξαναθυμίσουμε την αιδώ και την δίκην αλλά και τις συνέπειες της ύβρεως και που στη γλώσσα της γράφτηκε το παγκόσμιοι κήρυγμα της αγάπης.
*Δρ Ιστορίας Των Βαλκανίων, Λυκειάρχης.
