Αρχική » Μαθήματα επιλεκτικής συμπερίληψης

Μαθήματα επιλεκτικής συμπερίληψης

από Δημοσθένης Γκαβέας

του Δημοσθένη Γκαβέα από το προφίλ του στο facebook

Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο διαφημίσεις μάς παρέδωσαν ένα μικρό, αλλά εξαιρετικά διδακτικό μάθημα για τη νέα, επιλεκτική εκδοχή της «συμπερίληψης». Στην πρώτη, η γερμανικών συμφερόντων Lidl παρουσιάζει μια νέα εργαζόμενη, τη Μπεσκιατούλ Μουταχαρή, αν αποδίδουμε σωστά το όνομά της, η οποία φορά μαύρο χιτζάμπ και έναν μακρύ ισλαμικό χιτώνα που καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της.

Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες συνάδελφοί της δυσκολεύονται, ή παρουσιάζονται να μη θέλουν πραγματικά, να προφέρουν το όνομά της. Ανταλλάσσουν βλέμματα, χαμογελούν αμήχανα και προτείνουν να τη φωνάζουν απλώς «Μπέκι». Εκείνη απαντά ότι, αν το πουν μία-δύο φορές, θα τους φανεί πιο εύκολο, αλλά τελικά υποχωρεί εμφανώς απογοητευμένη. Στο τελευταίο πλάνο τη βλέπουμε απομονωμένη σε κάποιο σημείο της αποθήκης, όταν την πλησιάζει μία Ελληνίδα συνάδελφος με σημειωματάριο και της ζητά να της συλλαβίσει το όνομά της. «Πού θα πάει, θα το μάθω», της λέει. Η Ελληνίδα κατάλαβε το λάθος της, εκπαιδεύτηκε και πέρασε επιτυχώς το μάθημα της νέας εταιρικής ηθικής.

Ας το ξεκαθαρίσουμε εξαρχής. Το ζήτημα δεν είναι η παρουσία μιας μουσουλμάνας εργαζόμενης σε μια διαφήμιση ούτε το δικαίωμά της να φορά τη μαντίλα. Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο στήνεται η αφήγηση. Η Μπεσκιατούλ και η ισλαμική ενδυμασία της παρουσιάζονται ως στοιχεία μιας ταυτότητας απολύτως αδιαπραγμάτευτης, απέναντι στην οποία ακόμη και η αμηχανία ή η δυσκολία στην προφορά ενός ξένου ονόματος ερμηνεύονται περίπου ως προκατάληψη.

Οι Έλληνες εργαζόμενοι μετατρέπονται έτσι σε αρνητικό στερεότυπο. Αγενείς, καχύποπτοι, λίγο αμόρφωτοι και στο όριο του ρατσισμού, άνθρωποι που χρειάζονται κάποιον να τους μάθει πώς να κοιτούν, πώς να μιλούν και πώς να συμπεριφέρονται.

Η διαφήμιση δεν περιορίζεται, επομένως, στο αυτονόητο μήνυμα ότι ένας άνθρωπος πρέπει να γίνεται σεβαστός στον χώρο εργασίας του. Δημιουργεί ένα σκηνικό ηθικής ενοχής και εξοικείωσης όχι μόνο με το χιτζάμπ αλλά με ένα σύνολο αυστηρών ενδυματολογικών και θρησκευτικών κωδίκων. Η Μπεσκιατούλ είναι εξαρχής το θύμα και οι Έλληνες οι ύποπτοι. Όλη η σκηνοθεσία, τα βλέμματα, οι παύσεις και η τελική «μετάνοια» υπηρετούν αυτή τη διάκριση.

Η υπόθεση δεν είναι τόσο αθώα και είναι αφέλεια να πιστεύει κάποιος ότι οι εταιρικές «ευαισθησίες» αναπτύσσονται σε οικονομικό και πολιτικό κενό. Περισσότεροι από τρία εκατομμύρια άνθρωποι με τουρκικές ρίζες ζουν σήμερα στη Γερμανία, ενώ το γερμανοτουρκικό εμπόριο αγαθών κινήθηκε το 2025 κοντά στα 55 δισ. ευρώ, με την Τουρκία να συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Γερμανίας.

Παράλληλα, το Βερολίνο άνοιξε τον δρόμο για την παράδοση Eurofighter στην Άγκυρα, αίροντας μια πολυετή αντίρρηση. Πολλά εκατομμύρια καταναλωτές, εμπορικές συναλλαγές δεκάδων δισεκατομμυρίων και μεγάλα εξοπλιστικά συμφέροντα συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η πολιτική ορθότητα συναντά εντυπωσιακά συχνά την εμπορική σκοπιμότητα.

Υπάρχει, ασφαλώς, και μια πρόσθετη ιστορική ειρωνεία όταν μια εταιρεία γερμανικών συμφερόντων παραδίδει μαθήματα στους Έλληνες για την αποδοχή και τον σεβασμό. Η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρεί ανοικτό το ζήτημα των γερμανικών κατοχικών αποζημιώσεων και του αναγκαστικού δανείου, ενώ το Βερολίνο επιμένει ότι το θέμα έχει κλείσει νομικά. Η διαφορά αυτή παραμένει υπαρκτή και επισήμως διατυπωμένη, ακόμη κι αν κάποιοι θα προτιμούσαν να τη θεωρούμε παρωχημένη ή ενοχλητική.

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που η Lidl βρίσκεται στο επίκεντρο μιας παρόμοιας συζήτησης. Το 2017 είχε αφαιρέσει με ψηφιακή επεξεργασία τους σταυρούς από φωτογραφίες εκκλησιών της Σαντορίνης στις συσκευασίες της σειράς ελληνικών προϊόντων Eridanous. Αρχικά επικαλέστηκε την πρόθεσή της να μην προβάλλει κάποια ιδεολογική θέση. Μετά τις αντιδράσεις παραδέχθηκε ότι είχε κάνει λάθος, ζήτησε συγγνώμη και ανακοίνωσε ότι θα άλλαζε τον σχεδιασμό.

Και όπως η πρόθυμη συνάδελφος της Μπεσκιατούλ, έτσι κι εμείς, φαίνεται, μαθαίνουμε γρήγορα.

Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η συζήτηση για τη νέα διαφήμιση της Lidl, εμφανίστηκε ένα άλλο τηλεοπτικό σποτ, αυτή τη φορά ελληνικής εταιρείας.

Το αθώο γιαούρτι της Κρι Κρι ταξιδεύει μέσα σε ένα ειδυλλιακό ελληνικό νησιωτικό τοπίο με λευκά σπίτια, γαλάζιους τρούλους, καμπαναριά και όλη την αναγνωρίσιμη εικόνα των ορθόδοξων εκκλησιών του Αιγαίου. Οι εκκλησίες είναι εκεί, οι τρούλοι είναι εκεί, το κωδωνοστάσιο είναι εκεί. Οι σταυροί, όμως, απουσιάζουν. Και επειδή το τοπίο δεν είναι γύρισμα σε πραγματικό τόπο αλλά σκηνικό σχεδιασμένο εξ ολοκλήρου, ό,τι λείπει από αυτό δεν λείπει τυχαία. Λείπει επειδή κάποιος αποφάσισε να μην το βάλει.

Η ελληνικότητα είναι προφανώς χρήσιμη για να πουληθεί το προϊόν. Το λευκό και το γαλάζιο είναι εμπορικά ελκυστικά, οι τρούλοι αναγνωρίσιμοι και το νησιωτικό τοπίο ιδανικό για εξαγωγές. Το θρησκευτικό σύμβολο, όμως, που εξηγεί τι ακριβώς είναι αυτά τα κτίρια, θεωρείται περιττό ή ίσως ενοχλητικό. Κρατάμε την παράδοση ως αισθητικό περίβλημα, αφού προηγουμένως την απογυμνώσουμε από το περιεχόμενό της.

Αυτή η ασυμμετρία έχει σημασία. Το χιτζάμπ όχι μόνο δεν πρέπει να αφαιρεθεί από την εικόνα, αλλά προβάλλεται σε πρώτο πλάνο και μετατρέπεται σε κριτήριο ηθικής επάρκειας για ολόκληρη την κοινωνία. Ο σταυρός, αντιθέτως, μπορεί να εξαφανιστεί από την κορυφή μιας εκκλησίας χωρίς να θεωρείται ότι αλλοιώνεται η ταυτότητα κανενός. Η μία θρησκευτική ταυτότητα απαιτεί απόλυτη ορατότητα και σεβασμό. Η άλλη οφείλει να υποχωρεί αθόρυβα στο όνομα μιας δήθεν ουδετερότητας.

Η Ευρώπη έχει ξαναδοκιμάσει αυτή τη συνταγή. Το 2021, καμπάνια του Συμβουλίου της Ευρώπης, στο πλαίσιο προγράμματος που συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, χρησιμοποίησε το σύνθημα «η ομορφιά βρίσκεται στη διαφορετικότητα, όπως η ελευθερία βρίσκεται στο χιτζάμπ». Οι αφίσες και οι αναρτήσεις αποσύρθηκαν μετά τις έντονες αντιδράσεις στη Γαλλία, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είχε συνεισφέρει πάνω από 300.000 ευρώ στο συνολικό πρόγραμμα, διευκρίνισε ότι δεν είχε εγκρίνει τις συγκεκριμένες εικόνες. Η εμπλοκή του FEMYSO στα σχετικά εργαστήρια προκάλεσε ακόμη περισσότερα ερωτήματα.

Τα ερωτήματα αυτά αποκτούν διαφορετικό βάρος μετά τη γαλλική κυβερνητική έκθεση για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τον πολιτικό ισλαμισμό, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα τον Μάιο του 2025. Η έκθεση περιγράφει μια στρατηγική ισλαμοποίησης «από τα κάτω», μέσα από τοπικά οικοσυστήματα, συλλόγους, εκπαίδευση, φιλανθρωπικές δομές και σταδιακή αυστηροποίηση των κοινωνικών κανόνων. Καταγράφει, μεταξύ άλλων, αύξηση των νεαρών κοριτσιών που φορούν αμπάγια και ακόμη και πολύ μικρών κοριτσιών με μαντίλα. Παρουσιάζει επίσης το FEMYSO ως δομή εκπαίδευσης στελεχών της ευρωπαϊκής αυτής επιρροής και χαρακτηρίζει την Τουρκία βασικό κέντρο στήριξης της ευρωπαϊκής πτέρυγας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, μαζί με το Κατάρ.

Να ξεκαθαρίσουμε και εδώ κάτι αυτονόητο. Καμία από τις δύο εταιρείες δεν κατηγορείται, προφανώς, για συμμετοχή σε οποιαδήποτε στρατηγική. Το ζήτημα είναι το ευρύτερο κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώνονται πλέον οι εταιρικές επιλογές και οι «ευαισθησίες» τους.

Μόλις λίγες εβδομάδες πριν, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα υιοθέτησε ψήφισμα για την «παρέμβαση του πολιτικού Ισλάμ στις ευρωπαϊκές δημοκρατικές διαδικασίες». Στην καρδιά του βρίσκεται η προειδοποίηση ότι η ισλαμιστική διείσδυση δεν λειτουργεί μετωπικά, αλλά μέσω σταδιακής εισχώρησης σε θεσμούς, κόμματα, ενώσεις και διοικήσεις και μέσω ενός «διπλού λόγου» που εμφανίζεται συμβατός με τις δημοκρατικές αρχές, ενώ προωθεί διαφορετική ατζέντα. Το ΕΛΚ αναφέρει ρητά τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, διαχωρίζοντας ταυτόχρονα το πολιτικό Ισλάμ από την ειρηνική άσκηση της μουσουλμανικής πίστης.

Και αυτός ο διαχωρισμός είναι απαραίτητος. Ελευθερία είναι το δικαίωμα μιας γυναίκας να φορά το χιτζάμπ, εφόσον αποτελεί πραγματικά δική της επιλογή. Ελευθερία, όμως, είναι και το δικαίωμά της να το αφαιρέσει, να επιλέξει τον άνθρωπο που θα παντρευτεί, να ζητήσει διαζύγιο και να ζήσει χωρίς τον έλεγχο της οικογένειας ή της κοινότητάς της. Την ώρα που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες εγκαλούνται επειδή δήθεν δεν αποδέχονται αρκετά τη μαντίλα, πολύ λιγότερα ακούγονται για τις γυναίκες που σε κλειστές και περιχαρακωμένες κοινότητες ευρωπαϊκών πόλεων αντιμετωπίζουν εξαναγκαστικούς γάμους, βία και εγκλήματα στο όνομα της δήθεν «τιμής», ακρωτηριασμό των γεννητικών τους οργάνων ή άτυπα συμβούλια της Σαρίας που, χωρίς να έχουν νομική ισχύ, ασκούν κοινωνική πίεση σε ζητήματα γάμου και διαζυγίου.

Θα είχε επίσης ενδιαφέρον η ίδια εταιρική και ευρωπαϊκή ευαισθησία να στραφεί προς την Τουρκία. Την ώρα που η Άγκυρα επανέρχεται συστηματικά με κατηγορίες περί παραβίασης των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, στην Τουρκία έχουν απομείνει λιγότεροι από 2.500 ελληνικής καταγωγής ορθόδοξοι χριστιανοί.

Η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας, κορυφαία μνημεία της παγκόσμιας χριστιανικής κληρονομιάς, μετατράπηκαν από μουσεία σε τζαμιά. Ίσως όσοι αγωνιούν τόσο πολύ για την αποδοχή της ισλαμικής ταυτότητας στην Ελλάδα να επισκεφθούν την Κωνσταντινούπολη και να αναρωτηθούν τι απέγινε η χριστιανική κοινότητα μιας πόλης στην οποία επί αιώνες αποτελούσε θεμελιώδες μέρος της ζωής και της ιστορίας της.

Το χιτζάμπ, λοιπόν, δεν πρέπει απλώς να φαίνεται, πρέπει να προβάλλεται, να προστατεύεται και να μετατρέπεται σε τεστ ηθικής επάρκειας για ολόκληρη την κοινωνία. Ο σταυρός, αντιθέτως, μπορεί να λείπει από τις εκκλησίες χωρίς να χαλάει το «ελληνικό» τοπίο. Αυτή δεν είναι συμπερίληψη. Είναι μια νέα ιεράρχηση ταυτοτήτων, στην οποία ορισμένες απαιτούν απόλυτο σεβασμό και άλλες οφείλουν να εξαφανίζονται αθόρυβα για να μη θεωρηθούν ενοχλητικές.

Και κάπως έτσι, στο όνομα μιας εισαγόμενης και απολύτως επιλεκτικής ουδετερότητας, η Ελλάδα κινδυνεύει σταδιακά να πάψει να αντιμετωπίζεται ως χώρα με ιστορία, πολιτισμό, μνήμη και διακριτή ταυτότητα και να μετατραπεί απλώς σε χώρο, σε ένα ουδέτερο εμπορικό σκηνικό, χωρίς σύμβολα και συνέχεια, έτοιμο να προσαρμοστεί σε κάθε εξωτερική απαίτηση, αρκεί να υπάρχουν αρκετά χρήματα με τη μορφή εξαγωγών, επενδύσεων ή άλλων συμφερόντων.

Ύστερα απορούν γιατί οι πολίτες οργίζονται, γιατί η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς μεγαλώνει και γιατί τα άκρα βρίσκουν όλο και πιο πρόσφορο έδαφος. Την οργή αυτή δεν χρειάζεται να την επικροτήσει κανείς. Οφείλει όμως, επιτέλους, να την εξηγήσει.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ