Αρχική » Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ: “Γουοκισμός ή η δαιμονοποίηση της Δύσης”*

Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ: “Γουοκισμός ή η δαιμονοποίηση της Δύσης”*

από Άρδην - Ρήξη

Του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, δημοσιεύτηκε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 27, μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου

Τι σημαίνει «αποδόμηση»; Ποιες είναι οι φιλοσοφικές καταβολές αυτής της μαγικής λέξης, την οποία κραδαίνουν εκείνοι που έχουν ως στόχο να ποινικοποιήσουν τη Δύση υποβιβάζοντάς την σε μια έκφραση του ρατσισμού, της «ετεροπατριαρχίας» και του αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού;

Μου δίνεται η ευκαιρία να προσεγγίσω με αυστηρότητα αυτό που, κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, έχει ονομαστεί «αποδόμηση», μια έννοια χαϊντεγκεριανής προέλευσης, στην οποία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, τα γραπτά του Ντεριντά προσέδωσαν ένα νιτσεϊκό άρωμα, και η οποία γνώρισε παγκόσμια μιντιακή επιτυχία, ξεφεύγοντας όμως από τις όποιες προσπάθειες αυστηρού προσδιορισμού της. Αυτή η λέξη-σύνθημα, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως από τους υποστηρικτές του μεταστρουκτουραλισμού, του μεταμοντερνισμού και, φυσικά, του λεγόμενου μετα-μεταφυσικού αποδομητισμού, καλύπτει μια πολιτικοφιλοσοφική βιβλιογραφία που είναι τόσο άφθονη όσο και ασυνάρτητη και η οποία, μέσω των σπουδών φύλου και της «θεωρίας queer», των λεγόμενων μετααποικιακών σπουδών και της αποαποικιακής σκέψης, του ταυτοτικού ή του φυλετιστικού αντιρατσισμού (τον οποίο ονομάζω νεο-αντιρατσισμό), της «κριτικής θεωρίας της φυλής», της «κριτικής κοινωνικής δικαιοσύνης» και της διατομεακότητας, έχει δημιουργήσει ένα διεθνές διανοητικό κίνημα, στόχος του οποίου, ενίοτε διακηρυγμένος, είναι η ποινικοποίηση του δυτικού πολιτισμού με την αναγωγή του σε έκφραση του ρατσισμού, της δουλοκτησίας, της «ετεροπατριαρχίας» και του αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού. Όλα αυτά τα ιδεολογικά ρεύματα προτείνουν την «αποδόμηση» του ηγεμονικού λόγου της Δύσης καταγγέλλοντας τον δήθεν απατηλό οικουμενισμό της και την «επιστημική βία» της, θύματα της οποίας είναι οι λεγόμενοι κυριαρχούμενοι, φυλετικοποιημένοι και καταπιεσμένοι λαοί καθώς και οι αντίστοιχοι πολιτισμοί τους, και οι «μειονότητες» που ουσιοποιούνται ως «συστημικά» θύματα.

Από αυτή την άποψη, όλες οι δυστυχίες του κόσμου εξηγούνται με βάση την άνιση σχέση μεταξύ των «κυρίαρχων» και των «κυριαρχούμενων», η οποία ερμηνεύεται με φυλετικοποιημένους και θυματοποιητικούς όρους: είναι οι «Λευκοί» που κυριαρχούν και οι «μη Λευκοί» που κυριαρχούνται. Η «φυλή» επανέρχεται στην ημερήσια διάταξη: παρά το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως «κοινωνική κατασκευή», το χρώμα του δέρματος παραμένει ο πρωταρχικός δείκτης της. Η «μαύρη ταυτότητα», η «μαύρη συνείδηση» ή η «μαύρη υπερηφάνεια», για παράδειγμα, διατυμπανίζονται με ενθουσιασμό, ενώ καταγγέλλονται, δικαίως, αυτοί που πιστεύουν στη λευκή υπεροχή όταν μιλούν για «λευκή ταυτότητα», «λευκή συνείδηση» ή «λευκή υπερηφάνεια». Βρισκόμαστε έτσι σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε «Λευκούς» και «Μαύρους» ή «μη Λευκούς», και όλα αυτά στο όνομα ενός αμφίβολου «αντιρατσισμού», ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ένας αντιρατσισμός εναντίον των Λευκών, δηλαδή μια πολιτικά ορθή μορφή ρατσισμού. Μια μεγάλη αντιστροφή των αξιών και των προτύπων συντελείται μπροστά στα μάτια μας.

Με λίγες εξαιρέσεις, οι μαρξιστές-λενινιστές διανοούμενοι, οι οποίοι ήταν ακόμα πολυάριθμοι κατά τις δεκαετίες 1970-1990, συντάχθηκαν,  λιγότερο ή περισσότερο ρητά, με ρεύματα υπέρ των υποτελών ή αποαποικιακά, αφού πρώτα φλέρταραν με τον τριτοκοσμισμό και την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κίνημα Black Lives Matter, που συστάθηκε το 2013 από τρεις μαρξίστριες ακτιβίστριες, αντιπροσωπεύει μια από τις «αντιρατσιστικές» αναδιατυπώσεις της επαναστατικής ουτοπίας. Αυτή η μετατόπιση από την τάξη στη φυλή και την κουλτούρα ή τον πολιτισμό είναι συστατικό στοιχείο του αποαποικιακού οράματος του κόσμου. Ο αποαποικισμός παρουσιάζεται ως μια υπερκριτική επανερμηνεία της ιστορίας, μια δαιμονοποιητική καταγγελία του «δυτικισμού» και ένα πρόγραμμα επαναστατικής δράσης, ελκυστικό για τα ορφανά του κομμουνισμού. Από αυτή την άποψη είναι πολύ ενδιαφέρουσα η εξέλιξη των γαλλικών τροτσκιστικών κύκλων: πολλοί από τους διανοούμενούς τους υιοθέτησαν τις βασικές αποαποικιακές θεματικές (καταγγελία του «συστημικού ρατσισμού», του «κρατικού ρατσισμού», της «κρατικής ισλαμοφοβίας» κ.λπ.), σε σημείο που να κρίνουν αποδεκτή τη φυλετιστική θεώρηση της κοινωνίας και την προώθηση εννοιών όπως η φυλετική ταυτότητα ή η φυλετική συνείδηση. Έχουν την τάση να ξεχνούν την ταξική πάλη προς όφελος της πάλης μεταξύ φυλών και φύλων, προσφεύγοντας σε  μια ψευδοεπιστημονική φλυαρία περί «διατομεακότητας». Οι αποδομητές τείνουν να φαντάζονται εναλλακτικές αφηγήσεις σε όλα τα πεδία, αλλά ιδιαίτερα στις ιστορικές σπουδές, όπου η καταγγελία του δυτικοκεντρισμού παίζει τον ρόλο της πρωινής προσευχής. Ορισμένοι στρατευμένοι ιστορικοί, για παράδειγμα, σκιαγραφούν μια «αντι-ιστορία» της δημοκρατίας, η οποία, όχι μόνο δεν επινοήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα, αλλά είχε αναδειχθεί στην Αφρική.

Στο βιβλίο μου, που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2020, L’Imposture décoloniale. Science imaginaire et pseudo-antiracisme (Η αποαποικιακή απάτη. Φαντασιακή επιστήμη και ψευδοαντιρατσισμός), παρουσίασα μια ιστορική και κριτική ανάλυση αυτού του συνόλου των ρητορικών. Στα συμπεράσματα του βιβλίου αξιοποιώ ορισμένα θέματα της νιτσεϊκής σκέψης για να αποκρούσω αυτή τη βίαιη επίθεση κατά της ευρωπαϊκής κουλτούρας και, ευρύτερα, του δυτικού πολιτισμού – πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος πρέπει να απαλλάσσεται από την κριτική, όταν αυτή είναι δικαιολογημένη. Αυτό το ανησυχητικό γεγονός απαιτεί έναν προβληματισμό για τα αίτιά του: ο δυτικός πολιτισμός καλείται, ενώπιον ενός νέου μεγάλου Δικαστηρίου της Ιστορίας, να λογοδοτήσει για τα εγκλήματά του, φανταστικά ή πραγματικά, και, το κυριότερο, είναι ο μόνος πολιτισμός που πρέπει να καθίσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

Το αποτέλεσμα είναι η κουλτούρα «woke», μια πουριτανική και τιμωρητική «κουλτούρα ακύρωσης», που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε αριστερούς κύκλους, αλλά διεθνοποιήθηκε ταχύτατα και η οποία επιτρέπει στους ακτιβιστές να φιμώνουν τους αντιπάλους τους δαιμονοποιώντας τους και να αποσιωπούν συγγραφείς ή έργα που δεν συνάδουν με τα ιδεολογικά τους δόγματα. Στόχος είναι η λογοκρισία στο όνομα της υπεράσπισης μειονοτήτων που υποτίθεται ότι υφίστανται διακρίσεις ή «φυλετικοποιούνται». Οι «γουοκιστές» παρουσιάζονται ως «επαγρυπνούντες» πολίτες, με ισχυρή επίγνωση των αδικιών που υφίστανται οι εθνικές (μη λευκές), σεξουαλικές ή έμφυλες (γυναίκες και κυρίως ΛΟΑΤΚΙ+) και θρησκευτικές (κυρίως μουσουλμανικές) μειονότητες, και απαιτούν να ληφθούν μέτρα θετικών διακρίσεων ώστε να ευνοούνται οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι ενσαρκώνουν αυτές τις μειονότητες, οι οποίες θεωρούνται μειονεκτούσες ή θύματα διακρίσεων. Στον πολιτιστικό τομέα, για παράδειγμα, οι «γουοκιστές» δρομολογούν διαφημιστικές εκστρατείες για την προώθηση, σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες, ηθοποιών που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν μειονότητες. Η κοινή τους ατζέντα είναι να αφαιρέσουν, από τη χρήση της γλώσσας, καθώς και από τις κοινωνικές πρακτικές, τους θεσμούς και την κουλτούρα, κάθε ίχνος στιγματισμού, αποκλεισμού και διάκρισης, ή απλώς οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί «προσβλητικό» ή «επώδυνο». Ο «γουοκισμός» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα νεοθρησκευτικό κίνημα ή ως μια νέα θρησκεία που κατασκευάζεται στη βάση ενός ακτιβιστικού υπερηθικισμού που παίρνει το προσωπείο της Γνώσης, της σωτήριας γνώσης.

Αυτοί οι μαχητές της «κοινωνικής δικαιοσύνης» –μιας «κριτικής κοινωνικής δικαιοσύνης»– και της «φυλετικής δικαιοσύνης», που παριστάνουν τους υπερασπιστές των θυμάτων, θέλουν να δημιουργήσουν μια τέλεια κοινωνία, με έναν ηθικά «καθαρό» πολιτισμό, σύμφωνο με τις αξίες και τα πρότυπά τους. Ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται ενάντια σε όλες τις διακρίσεις, τις οποίες θεωρούν «συστημικές», μέσα στις «λευκές» δυτικές κοινωνίες. Σε αυτή τη θεώρηση της κοινωνικής τάξης, που βασίζεται στον «φυλετισμό» και τις «διακρίσεις», θεμελιώνεται ο ιδεολογικός τους αγώνας, ο οποίος στηρίζεται σε ένα θυματοποιητικό φαντασιακό. Ο δογματικός ακτιβιστικός λόγος τους καταδεικνύει τον εγκλωβισμό τους σε μια βερμπαλιστική φλυαρία το αποτέλεσμα της οποίας είναι απολύτως κωμικό. Η πασιονάρια του βραζιλιάνικου αποαποικιακού νεο-αντιρατσισμού, η Τζαμίλα Ριμπέιρο (Djamila Ribeiro), στο Μικρό Αντιρατσιστικό Εγχειρίδιό της, που βρίθει από ιδιόλεκτα, καταλήγει ως εξής:

Οι λευκοί πρέπει να υπευθυνοποιηθούν κριτικά απέναντι το σύστημα καταπίεσης που τους έχει ευνοήσει ιστορικά δημιουργώντας ανισότητες· και οι μαύροι πρέπει να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στις ιστορικές διαδικασίες ώστε να μην τις αναπαράγουν.

Στις ΗΠΑ, όπως κατέδειξε έρευνα που ανατέθηκε από την Intelligent.com και διεξήχθη διαδικτυακά από την πλατφόρμα δημοσκοπήσεων Pollfish, στις 13 Ιουλίου 2021, μία από τις στρεβλές συνέπειες της θρησκείας της «διαφορετικότητας» και της «συμπερίληψης» είναι και η συστηματοποίηση της απάτης κατά την υποβολή αιτήσεων εισδοχής από υποψήφιους φοιτητές που έχουν την ατυχία να είναι «Λευκοί». Στην έρευνα συμμετείχαν συνολικά 1.250 λευκοί Αμερικανοί. Τα σημαντικότερα αποτελέσματα της έρευνας έχουν ως εξής: 1° Το 34% των λευκών Αμερικανών, που έκαναν αίτηση σε κολέγια ή πανεπιστήμια, παραδέχτηκαν ότι είπαν ψέματα στην αίτησή τους σχετικά με την ιδιότητά τους ως φυλετικής μειονότητας, προκειμένου να βελτιώσουν τις πιθανότητες εισαγωγής τους, καθώς και να λάβουν οικονομική βοήθεια, 2° το 48% των ερωτηθέντων οι οποίοι είπαν ψέματα αυτοπροσδιορίστηκαν ως ιθαγενείς Αμερικανοί, το 13% ως μαύροι και το 9% ως Ασιάτες ή κάτοικοι των νησιών του Ειρηνικού, 3° τα τρία τέταρτα (77%) όσων προσποιήθηκαν ότι ανήκουν σε φυλετική μειονότητα έγιναν δεκτοί από τα κολέγια στα οποία έλεγαν ψέματα. Η έρευνα διαπίστωσε ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι υποψήφιοι προσποιήθηκαν την ιδιότητα του μειονοτικού ήταν για να βελτιώσουν τις πιθανότητες εισδοχής τους (81%). Το 50% έκανε ψευδή δήλωση προκειμένου να επωφεληθεί από οικονομικές ενισχύσεις που απευθύνονται σε μειονότητες. Εξ αιτίας μιας σιωπηρής προτίμησης για τις γυναίκες υποψήφιες, οι άνδρες έχουν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες από τις γυναίκες να πουν ψέματα για τη φυλή τους όταν κάνουν αίτηση εισδοχής στο πανεπιστήμιο. Το 48% των ανδρών που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν στην αίτηση εισδοχής τους ότι ανήκουν σε μειονοτική ομάδα, σε σύγκριση με μόλις το 16% των γυναικών υποψηφίων. Το υποτιθέμενο «λευκό προνόμιο» που καταγγέλλεται από τους νεο-αντιρατσιστές συγκαλύπτει την πραγματικότητα των διακρίσεων κατά των Λευκών, που πλήττουν τους άνδρες περισσότερο από τις γυναίκες.

Η «woke» κουλτούρα έχει καθιερωθεί στα κριτήρια πρόσληψης των περισσότερων αμερικανικών πανεπιστημίων, ιδίως στα τμήματα γλώσσας, λογοτεχνίας και κοινωνικών επιστημών: οι υποψήφιοι για μια θέση πρέπει να δηλώσουν, και μάλιστα να αποδείξουν, τη «δέσμευσή» τους απέναντι στη «διαφορετικότητα» και τη «συμπερίληψη». Ας πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα. Το Τμήμα Ιστορίας του Κολεγίου Colby (Waterville, Maine) προκήρυξε, στις 30 Σεπτεμβρίου 2021, μια θέση Επισκέπτη Επίκουρου Καθηγητή Ιστορίας της Μέσης Ανατολής και του ισλάμ. Τα απαιτούμενα προσόντα είναι τα εξής:

Το Τμήμα [Ιστορίας] είναι μια κοινότητα στρατευμένων καθηγητών-ερευνητών (…). Θα θέλαμε ιδιαίτερα να ακούσουμε υποψηφίους που θα φέρουν στην τάξη εμπειρίες, ταυτότητες, ιδέες και τρόπους συμμετοχής που θα έχουν απήχηση στο ολοένα και πιο ποικιλόμορφο φοιτητικό σώμα του Τμήματος Ιστορίας και του Colby γενικότερα (…) Αναζητούμε υποψηφίους με υψηλά προσόντα που μπορούν να διδάξουν ιστορία με τρόπο καινοτόμο, αποτελεσματικό και συμπεριληπτικό (…) Οι δηλώσεις [του υποψηφίου] σχετικά με τη διδακτική του φιλοσοφία και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα θα πρέπει να καταδεικνύουν μία δέσμευση στις αξίες της διαφορετικότητας και της συμπερίληψης.

Η προκήρυξη της θέσης εργασίας συνοδεύεται από έναν ετερόκλητο κατάλογο κατηγοριών ως προς τις οποίες το Colby College ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει την αρχή της μη διάκρισης: «Φυλή, χρώμα, ηλικία, φύλο, σεξουαλικός προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου, θρησκεία, εγκυμοσύνη, γονική ή οικογενειακή κατάσταση, εθνική ή εθνοτική καταγωγή, κάστα, πολιτικές πεποιθήσεις ή αναπηρία που δεν σχετίζεται με τις απαιτήσεις της θέσης εργασίας ή του κύκλου σπουδών». Η πολιτικο-διανοητική τρομοκρατία μιας χούφτας ακτιβιστιστικών ακροαριστερών σεκτών, που είναι αποφασισμένες να καταστρέψουν τη «λευκή Αμερική», κατόρθωσε να επιβάλει τις αξίες και τα πρότυπά της στα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Αυτοί οι ακτιβιστές, δεξιοτέχνες στον εκφοβισμό και την ενοχοποιητική προπαγάνδα, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια παγκόσμια ψευδή συνείδηση που έχει πλέον ριζώσει στις λεγόμενες «λευκές» ή δυτικές κοινωνίες. Αυτό που αντιμετωπίζουμε εδώ είναι μια πραγματική επιχείρηση καταστροφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού, μια σκοταδιστική επίθεση κατά της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας της σκέψης και της δημιουργίας. Οι νέοι Σαβοναρόλα έχουν ξεκινήσει μια σταυροφορία για να τιμωρήσουν και να «εξαγνίσουν» τις δυτικές κοινωνίες, οι οποίες θεωρούνται εγγενώς ένοχες. Ο λόγος τους ενέχει αυτό που ο Νίτσε αποκαλούσε «άμορφο, ρευστό συνονθύλευμα εννοιών». Ως ένας ακαδημο-ακτιβιστικός γόνος του αποαποικισμού και του νεοαντιρατσισμού, ο «γουοκισμός» αντικατέστησε σταδιακά, κατά τη δεκαετία του 2010, την «πολιτική ορθότητα». Αλλά πλέον έχει υπερβεί τα όρια του ακαδημαϊκού πεδίου για να επηρεάσει –και να επιμολύνει– τον κόσμο των μέσων ενημέρωσης, του πολιτισμού και της πολιτικής, λειτουργώντας ως μια αποδεκτή μορφή γλωσσικής αστυνομίας και διανοητικής τρομοκρατίας. Στην αποδομητική Βίβλο, «αποδόμηση» σημαίνει μια απομυθοποιητική κριτική, όπως η «αποδόμηση των στερεοτύπων» (της φυλής, του βιολογικού φύλου, του κοινωνικού φύλου κ.λπ.). Η γλώσσα του «woke» έφερε στην επιφάνεια μια άλλη ισοδυναμία: «αποδομώ» = «αποκαθηλώνω», δηλ. καταργώ ή καταστρέφω.

Ένα τέτοιο ιδεολογικοποιημένο και μαχητικό μίσος για την ευρωπαϊκή κουλτούρα παραβλέπει το ουσιώδες, όπως μας το υπενθυμίζει ο Leszek Kolakowski: «Αυτή η ικανότητα να αμφισβητεί κανείς τον εαυτό του, να απορρίπτει –όχι βέβαια χωρίς σθεναρή αντίσταση– την ίδια του τη ματαιοδοξία και την επανάπαυσή του στο φαρισαϊκό του Εγώ, βρίσκεται στην πηγή της Ευρώπης ως πνευματικής δύναμης». Αυτή γέννησε την επιδίωξη να ξεφύγουμε από τον «εθνοκεντρικό» εγκλωβισμό και αυτή καθόρισε αυτόν τον εγκλωβισμό.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε την εν εξελίξει μετάλλαξη όσων κάποτε καλούσαν σε «εξέγερση κατά του σύγχρονου κόσμου» (Τζούλιους Έβολα) σε θεωρητικούς μιας «εξέγερσης κατά του μεταμοντέρνου κόσμου» (Αλεξάντερ Ντούγκιν), και οι οποίοι έχουν αναλάβει να «αποδομήσουν τη “σύγχρονη στιγμήˮ». Οι τελευταίοι, με πρωτοπόρους τους αντιδυτικούς Ρώσους διανοούμενους που, όπως ο Ντούγκιν, έχουν θεωρητικοποιήσει τον Ευρασιανισμό και την Ευρασιατική Ένωση, καλούν σήμερα σε «ανατροπή της δικτατορίας της Δύσης». Στόχος τους είναι η «παγκόσμια φιλελεύθερη Δύση» ή αμερικανοκεντρική «μεταμοντέρνα Δύση», η οποία, ορίζοντας με τη δύναμή της τη «μονοπολική στιγμή» στην οποία βρισκόμαστε ακόμη, «επιβεβαιώνει με αυτοπεποίθηση τον ατομικισμό και τον υπερφιλελευθερισμό στον δικό της χώρο και τους εξάγει με ζήλο σε ολόκληρο τον πλανήτη». Ωστόσο, ο Ντούγκιν, ο θεωρητικός του «πολυπολικού κόσμου», υπογραμμίζει τις συγκλίσεις μεταξύ του μεταμοντερνισμού και της «θεωρίας του πολυπολικού κόσμου», η οποία «αναγνωρίζει πλήρως το οπλοστάσιο της μεταμοντέρνας κριτικής» και «δανείζεται από αυτήν τις βασικές μεθόδους της αποδόμησης». Εν ολίγοις, η αποδόμηση της δυτικής ηγεμονίας γίνεται «ανεπιφύλακτα αποδεκτή». Αλλά δεν ισχύει το ίδιο «όταν οι μεταμοντέρνοι προτείνουν το εναλλακτικό τους σχέδιο», δηλαδή το πολιτικό και πολιτισμικό τους σχέδιο, το οποίο «συχνά περιορίζεται σε μια προτροπή για την απόρριψη της θέλησης για εξουσία εν γένει, καθώς και κάθε είδους έννοιας ιεραρχίας». Ο Ντούγκιν προσάπτει στους μεταμοντέρνους ότι διολισθαίνουν από την «αποδόμηση της δυτικής εξουσίας» στην ανατροπή της αρχής της ιεραρχίας: «Πρόκειται για τη διολίσθηση σε ένα γενικευμένο, παραλυτικό χάος, όπου όλες οι ιεραρχικές συνιστώσες, το φύλο, η γνώση, η κοινωνία, η πολιτική, η σωματικότητα, το είδος, οι παραγωγικές πρακτικές κ.λπ. εκμηδενίζονται και διαγράφονται πλήρως». Σε ένα σύντομο κείμενο του 2016, με τίτλο «Η Ευρώπη εναντίον της Δύσης», ο Ντούγκιν υποστηρίζει ότι «η Δύση είναι η παρακμή της Ευρώπης» και διευκρινίζει τη διάγνωσή του: «Η Δύση δεν είναι η συνέχεια της ευρωπαϊκής κουλτούρας, αλλά η αντικατάστασή της. Η ευρωπαϊκή ταυτότητα έχει εκτραπεί και το πνεύμα που στοιχειώνει την Ευρώπη είναι ένα αντιευρωπαϊκό πνεύμα».

* Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Pierre-André Taguieff, Pourquoi déconstruire? Origines philosophiques et avatars politiques de la french theory (Προς τί η αποδόμηση; Φιλοσοφικές καταβολές και πολιτικά υποκατάστατα της french theory), εκδόσεις H et O.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ