εφ. Ρήξη, Οικολογία, Ρήξη φ. 100, Ρήξη φ. 100-109

Οι σπόροι υπό απειλή

sporoi

Του Νίκου Ντάσιου

Η επικείμενη αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2013/0137 (COD), για την εμπορία σπόρων και το νομικό πλαίσιο για τις τοπικές ποικιλίες, συνιστά εμφανή κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα και τη διατροφική ασφάλεια, καθώς και ένα ακόμα βήμα στην προσαρμογή των εθνικών νομοθεσιών στις απαιτήσεις της βιομηχανίας σπόρων. Ήδη τρεις εταιρείες αγροχημικών: η Μονσάντο, η Ντιπόν και η Σιντζέντα ελέγχουν το 53% του παγκόσμιου εμπορίου σπόρων, ενώ στην Ευρώπη γερμανικές εταιρείες όπως η Μπασφ, η KWS και η γαλλική Λιμαγκρέν συγκαταλέγονται στις δέκα μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες παραγωγής και πατενταρίσματος σπόρων.
Ο νέος κανονισμός –εφόσον ψηφιστεί– θ’ αποτελέσει εθνική νομοθεσία για τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, βάσει του οποίου θα γίνει υποχρεωτική η εγγραφή και η πιστοποίηση όλων των φυτικών ποικιλιών από την Ευρωπαϊκή Ένωση σπόρων, που αποτελεί ιδιωτικό φορέα άμεσα ελεγχόμενο από τις πολυεθνικές της αγροχημείας και της βιοτεχνολογίας. Η εγγραφή ακόμα και εκείνων των ποικιλιών που προσδιορίζονται ως τοπικές ή παραδοσιακές θα απαιτείται με το πρόσχημα της αξιολόγησης και της προστασίας τους και θα αποτελεί προαπαιτούμενο για την εμπορία και τη χρήση τους από τους μικρούς παραγωγούς. Ακόμα και η προσωπική χρήση τους ή και η ελεύθερη ανταλλαγή θα απαγορεύεται και θα απαιτείται η καταβολή πνευματικών δικαιωμάτων στις εταιρείες από τους καλλιεργητές! Με τον τρόπο αυτό καταστρατηγείται το κατοχυρωμένο δικαίωμα του αγρότη πάνω στο σπόρο που καλλιεργεί, σύμφωνα με τη Διεθνή Συνθήκη για τη Βιοποικιλότητα (Άρθρο 6: Δικαίωμα διατήρησης χρήσης, ανταλλαγής και διακίνησης ιδιοπαραγόμενου σπόρου).
Πέραν της πλήρους εξάρτησης των μικρών παραγωγών από τις πολυεθνικές, ο νέος κανονισμός συνιστά μεγάλο κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα λόγω του ότι κατοχυρώνει έναν συγκεκριμένο αριθμό ομοιόμορφων και παραγωγικών ποικιλιών που πληρούν τα κριτήρια εμπορίας –και συγκεκριμένα τα κριτήρια: διακριτικότητας, ομοιομορφίας και σταθερότητας (ΔΟΣ). Τα κριτήρια αυτά αποτελούν προαπαιτούμενα για την  εγγραφή στα μητρώα εμπορεύσιμων ποικιλιών τα οποία δεν μπορούν –στις περισσότερες περιπτώσεις– να τα εκπληρώσουν βιολογικά οι παραδοσιακές ποικιλίες, οι πληθυσμοί, και γενικά οι ποικιλίες που παράγει ο γεωργός στον αγρό (παραδοσιακές ή νεώτερες). Να σημειωθεί ότι η υποχρεωτική εγγραφή σπόρων στη Γερμανία πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε σαν αποτέλεσμα να εξαφανισθεί το 75% των εγχώριων ποικιλιών που έως τότε ήταν διαθέσιμες στους αγρότες. Επιπρόσθετα περιορίζεται η ελευθερία επιλογής του καταναλωτή για τροφή από παραδοσιακές ποικιλίες ή ποικιλίες και πληθυσμούς που προάγονται από την ήπια, μειωμένων εισροών, οικολογική γεωργία.
Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η εμπορία σπόρων στην αγορά επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που αυτοί είναι καταχωρημένοι σε εθνικούς καταλόγους και πληρούν τα κριτήρια ΔΟΣ, ενώ η κάθε χώρα οφείλει να προσαρμόσει την εθνική νομοθεσία στις 12 οδηγίες που διέπουν το καθεστώς εμπορίας στην Ε.Ε. Οι πιστοποιημένες ποικιλίες φυτοπολλαπλασιαστικού υλικού για εμπορική χρήση –τα γνωστά υβρίδια– εκτόπισαν τις παραδοσιακές ποικιλίες ακριβώς γιατί συνδέθηκαν με το καθεστώς των επιδοτήσεων από την Ε.Ε στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα δεν είναι –έως σήμερα– μέλος και δεν έχει κυρώσει τη σχετική συνθήκη της Διεθνούς Ένωσης για την Προστασία των Νέων Ποικιλιών Φυτών (γνωστή ως UPOV), και άρα δεν υποχρεούνταν να καταβάλλει τέλη για το δικαίωμα χρήσης ιδιοπαραγόμενων σπόρων και ελεύθερων ποικιλιών ούτε για την επαναχρησιμοποίηση σπόρου στην επόμενη καλλιεργητική χρονιά. Η κύρωση του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού θα αλλάξει «άρδην» τα έως σήμερα δεδομένα, θέτοντας ένα μεγάλο εμπόδιο στη διατροφική αυτάρκεια της χώρας, αλλά και στη δυνατότητα επιβίωσης χιλιάδων ηλικιωμένων και μικρο-συνταξιούχων στην επαρχία, που κάλυπταν μέρος ή το σύνολο των αναγκών τους από τον οικογενειακό κήπο και τα μικρά μποστάνια.
Να επισημανθεί ότι η Ελλάδα είναι η 2η ευρωπαϊκή χώρα σε βιοποικιλότητα μετά την Ισπανία και παρά την εξαφάνιση του 90% των εγχώριων φυτικών και ζωικών ποικιλιών, στην ελληνική Τράπεζα Γενετικού Υλικού ήταν καταγεγραμμένες στις αρχές του ’90 περί τις 14.500 παραδοσιακές ποικιλίες. Η υπαγωγή της τράπεζας αυτής στο ΕΘΙΑΓΕ, με σταδιακή υπο-χρηματοδότηση από το υπουργείο Γεωργίας, είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν επιπλέον περί τις 5.000 ποικιλίες με κύριες ελλείψεις στα λαχανικά, στις δενδρώδεις καλλιέργειες, στα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά και στις ζωικές ποικιλίες. Σχετική επάρκεια υπάρχει στα σιτηρά, στα ψυχανθή, στα όσπρια, στις ελιές, αλλά και στη διατήρηση κάποιων ποικιλιών μήλων, αχλαδιών και αμπελιών, που χαρακτηρίζονται από προσαρμογή στα οικοσυστήματα και μεγαλύτερες αντοχές στις κλιματικές αλλαγές και στις ασθένειες (δεν απαιτούν δηλαδή χημικές εισροές λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων για να αποδώσουν). Είναι ανάγκη να υπάρξει ιδιαίτερη μέριμνα για την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων της τράπεζας αυτής και να προχωρήσει άμεσα η στελέχωσή της προκειμένου να αξιοποιηθεί ο εγχώριος ελληνικός σπόρος για την ενίσχυση της μικρής παραγωγής.
Ο ρόλος των ελάχιστων παραδοσιακών γεωργών και κτηνοτρόφων της ελληνικής υπαίθρου, σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες πολιτών για τη διατήρηση και την ελεύθερη ανταλλαγή παραδοσιακών σπόρων και ποικιλιών (ΠΕΛΙΤΙ, ΑΙΓΙΛΟΠΑΣ, ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ κ.λπ.) και των περιορισμένων ενώσεων καταναλωτών, καθίσταται σημαντικός, προκειμένου να αποτραπεί η επικείμενη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού κανονισμού. Οι παραδοσιακές ποικιλίες, στοιχείο της φυσικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας του κάθε τόπου και λαού, θα πρέπει να παραμείνουν ελεύθερες και να υπόκεινται σε κοινωνικό και δημόσιο έλεγχο, κατοχυρώνοντας το θεμελιώδες δικαίωμα των κοινωνιών σε διατροφική επάρκεια και ασφάλεια χωρίς να διαταράσσεται η φυσική ισορροπία. Το δικαίωμα αυτό είναι ύψιστο, ιδιαιτέρως σε μια χώρα που έχει καταστεί αποικία και επαπειλείται συνεχώς από ανθρωπιστική κρίση μεγάλων διαστάσεων.

Ένα Σχόλιο

  1. Χαίρομαι που το Άρδην επικεντρώνει την προσοχή του στο θέμα των σπόρων και της αγροτικής παραγωγής τροφίμων.
    Κατά την ταπεινή μου άποψη η βιοτεχνολογία κι η παραγωγή τροφίμων από σπόρους ελεγχόμενους από τη Δύση είναι η αιχμή του δόρατος για να αποτραπεί η πρωταρχική συσσώρευση στην Ανατ. Ασία και δη στην Κίνα και την Ινδία αλλά ακόμα και τη Λατ. Αμερική. Με τη «σκλαβιά» της τροφής ο ολοένα διογκούμενος πληθυσμός των περιοχών αυτών θα καταστεί από πλεονέκτημα για τις χώρες τους σε μειονέκτημα λόγω της εξάρτησής τους από το εξωτερικό και δη από τη Δύση για βασικά είδη διατροφής όπως σιτηρά, δημητριακά, ρύζι κλπ. Γι’αυτό το θέμα είναι τόσο σημαντικό. Να είσθε καλά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*