Άρδην τ. 80-89, Άρδην τ.86, Περιοδικό Άρδην

Η προμεταξική αναπαράσταση του ρεμπέτικου*

του Κώστα Βλισίδη

Από τον Φαλτάιτς στη Σπανούδη

Ο λαϊκός πολιτισμός, με μουσικοποιητικά ιδιώματα όπως ο αμανές και το ρεμπέτικο, γίνεται αντικείμενο καταγραφής και αξιολόγησης αρκετά χρόνια πριν από την έλευση του μεταξικού καθεστώτος. Η «ανατολίτικη» εκδοχή της λαϊκής αστικής μουσικής και η θέση της στον εθνικό πολιτισμικό κορμό, απασχολεί τους λόγιους κύκλους και τους διαμορφωτές του κοινού αισθήματος, σποραδικά μεν από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα (με αιχμή του αντιανατολικού δόρατος τον Ζαχαρία Παπαντωνίου)1,  συστηματικότερα όμως από την αρχή της δεκαετίας του 1930.
Η κρίσιμη αυτή δεκαετία ξεκινά με καλούς οιωνούς για το ρεμπέτικο της εποχής. Τον Φεβρουάριο του 1929 ο δημοσιογράφος και λόγιος Κώστας Φαλτάιτς2  επιχειρεί να στρέψει την τρέχουσα προσοχή στα ρεμπέτικα τραγούδια της ανώνυμης δημιουργίας. Παρά την αναγωγή της επιτέλεσής τους αποκλειστικά σε υποκοινωνικούς χώρους, υπογραμμίζει την «ειλικρίνεια και αυθορμητισμό που εκπλήσσει και γοητεύει» σε αυτά τα πραγματικά «αριστουργήματα» που γράφτηκαν υπό τους ήχους του μπαγλαμά. Από τον επόμενο χρόνο συναντάμε κείμενα στον Τύπο που καταγράφουν την επιτέλεση του ρεμπέτικου, καθώς και την απήχηση που έχει στο κοινό. Είτε περιγράφοντας –κάποτε σκωπτικά– τα καφωδεία και το ρεπερτόριό τους στην περιοχή των Τζιτζιφιών, είτε γράφοντας για ένα «λαϊκό τραγούδι γεμάτο θλίψι, μελαγχολία, παράπονο», δηλ. την «Κακούργα πεθερά» του I. Μοντανάρη, είτε διεξάγοντας κολακευτικό ρεπορτάζ για τον διάσημο ουτίστα Αγάπιο Τομπούλη, τα ανακλαστικά του Τύπου φαίνεται να παρακολουθούν κατά πόδας τη δημιουργική πορεία του ρεμπέτικου στις ποικίλες εκφάνσεις της3.
Τον Οκτώβριο όμως του 1931 εγκαινιάζεται προσπάθεια στιγματισμού του μουσικοποιητικού αυτού ιδιώματος, εκ μέρους εκπροσώπων του επίσημου πολιτισμού και της εγγραμματοσύνης: η επιφανής μουσικοκριτικός Σοφία Σπανούδη δίνει τον τόνο, καθώς επιτίθεται βάναυσα εναντίον των αμανεδοειδών/ρεμπετοειδών, που διαφθείρουν, κατά την πρόσληψή της, τα μουσικά ήθη του ελληνικού λαού. Τραγούδια όπως η «Παξιμαδοκλέφτρα» και η «Κακούργα πεθερά», που «χαμοσέρνουν την τέχνη των ήχων στα βρωμερότερα επίπεδα της σαρκικής μουσικής ρυπαρογραφίας», αξιολογούνται – μεταξύ άλλων – ως το άπαντον του χυδαιότερου ανατολισμού στον οποίον παραδέρνουν τα λαϊκά στρώματα4.
Τον Δεκέμβριο του επόμενου χρόνου καταγράφεται καταγγελτικά από τον Κώστα Αθάνατο5 όχι μόνο η ελευθέρια κυκλοφορία του χασίς αλλά και η μουσικοποιητική του διασάλπιση ανά τας οδούς: «Αν βγήτε παραπέρα από τα Χαυτεία θα ακούσετε την λαϊκήν μούσαν να το εξυμνή μεγαλοφωνότατα χωρίς την παραμικρήν τύψιν και προφύλαξιν ανά τα διάφορα ωδικά κέντρα των συνοικιών: Δεν μου λέτε/δεν μου λέτε/το χασίαι πού πουλιέται;». Στη συνέχεια ο συντάκτης επισημαίνει νοστιμολογώντας ότι και η ίδια η λαθρεμπορία χασίς στην κοινή συνείδηση δεν μοιάζει να αφίσταται και τόσο από οιαδήποτε άλλη εμπορική συναλλαγή, όσο δε για τη μελοποιημένη εκδοχή της χασισοποτίας, «έχει δε – έμμετρον πάντοτε – και την σχετικήν απολογίαν της η περίπτωσις. Ο λουλάς αιτείται δημοσία επιείκειαν ως μέσον τέρψεως αβλαβές, ή μάλλον περίπου ως νόμιμον δικαίωμα αυτοδιαθέσεως: εμείς κι’ αν το φουμάρουμε/κανένα δεν πειράζουμε!».
Έξι μήνες αργότερα, τον Ιούλιο του 1933, στιγματιστική σειρά παίρνει ο αμανές: με αφορμή αίτημα του τουρκικού συνδέσμου «Τούρκοι Εγκρατείς» προς τον Κεμάλ για απαγόρευση των αμανέδων, δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο επικριτικό άρθρο στο Έθνος, όπου καλούνται και οι ελληνικές Αρχές να λάβουν παρόμοια μέτρα. Ο αμανές είναι απαγορευτέος, κατά τον ανώνυμο συντάκτη, διότι αφενός «άγει εις οινοποσίαν και το εξ αυτού μεράκι εις μαχαιρώματα», και αφετέρου «ως μουσική μεταβάλλει την ταβέρνα εις προθάλαμον φυλακής»6.

Ένας αζήτητος πρόσφυγας: ο αμανές

Ένα δεύτερο κείμενο 0α ακολουθήσει τον επόμενο χρόνο, το οποίο μεταφέροντας την πληροφορία ότι ο Κεμάλ απαγόρευσε τον αμανέ στην Τουρκία7,  πυροδοτεί σχετική «καμπάνια» εκ μέρους του Παύλου Παλαιολόγου, που φιλοξενεί στη στήλη του κορυφαίους εκπροσώπους της μουσικής ζωής της εποχής, όπως τους Καλομοίρη, Ψάχο, Σφακιανάκη, Μητρόπουλο, Σπανούδη, για να τοποθετηθούν στο ακανθώδες ζήτημα. Ο Μανώλης Καλομοίρης (9-11-1934) δηλώνει ότι επ’ ουδενί δεν κινδυνεύει η Ελλάδα από την ανατολική μουσική (που ενδέχεται και να κατάγεται από την αρχαία ελληνική και βυζαντινή μουσική), και πάντως προτιμά τον αμανέ από τα τανγκό και τα φοξ τροτ8.  Στο ίδιο φύλλο ο κορυφαίος μουσικολόγος Κωνσταντίνος Ψάχος θα ανιχνεύσει αρχαιοελληνική καταγωγή στον αμανέ, και μάλιστα από τα σκόλια.
Την επόμενη μέρα φιλοξενείται παρέμβαση της Σπανούδη, η οποία οξύνει και επαυξάνει τις προηγούμενες επικρίσεις της, κατηγορώντας αφενός τον αμανέ ότι «κατεργάζεται ανενόχλητος και εκ του ασφαλούς την αναπόδραστη διαστροφή του μουσικού ενστίκτου του ελληνικού λαού», και ζητώντας αφετέρου να εξοστρακιστεί διά παντός από τη χώρα, τόσο αυτός, όσο και τα «βρωμερά παρακλάδια του». Στις 11-11-1934 θα τοποθετηθεί ο Δημήτρης Μητρόπουλος που, αν και αντιπαθεί τον αμανέ, δεν τον βρίσκει επικίνδυνο για τη «μουσική μας πρόοδο», όχι πάντως επικινδυνωδέστερο από την τζαζ. Στο ίδιο φύλλο, τέλος, ο διευθυντής του Ελληνικού Ωδείου Δημήτριος Σφακιανάκης φρονεί ότι δύσκολα ξεριζώνεται μια μουσική τόσο μακραίωνης παράδοσης, ενώ ως μόνο κίνδυνο διαβλέπει τον ενδεχόμενο εθισμό της τρέχουσας ακοής σε «μακρόσυρτους ρυθμούς και μελωδίες».
Η γενική αίσθηση που συναγόταν από την όλη συζήτηση ήταν ότι, με εξαίρεση τη Σπανούδη, οι υπόλοιποι ερωτηθέντες δεν εξέφρασαν ανάλογη απαρέσκεια ή πάντως στιγματιστική βλέψη, προς έκπληξη του Παλαιολόγου, ο οποίος αναδιπλώθηκε και διέκοψε την έρευνα, για να μη διευρύνει «το δίκτυον των συνηγόρων του αμανέ»9.  Συνήγορος του Παλαιολόγου, πάντως, φαινόταν να προσέρχεται λίγες μέρες μετά ο ανώνυμος «Εξαντρίκ» στην πειραϊκή εφημερίδα Θάρρος (15-11-1934) όταν επιβεβαίωνε μεν τη θρυλούμενη κατάργηση των αμανέδων από τον Κεμάλ, επιφέροντας στη συνέχεια με πικρή ειρωνεία ότι αμανέδες τώρα πια «θα ακούουν μόνον οι… Έλληνες εις τους προσφυγικούς συνοικισμούς».
Σε απαξιωτικό πνεύμα θα εκτυλιχθεί και άλλο άρθρο στην ίδια εφημερίδα στις 14-1-1935 («Ο αμανές»), καθώς καταγγέλλεται η ανυπαρξία δίσκων ελληνικών δημοτικών τραγουδιών έναντι της συντριπτικής παρουσίας δίσκων με τα «αποτρόπαια ανατολίτικα τραγούδια»: «Απλούστατα, οι βρωμεροί αμανέδες εξορισθέντες από τον τόπον τους ευρήκαν εις την Ελλάδα μίαν δευτέραν πατρίδα, ενώ η εθνική μουσική των Ελλήνων πηγαίνει περίπατον». Λίγους μήνες μετά καταγράφεται μία ακόμα καταγγελία της απερίγραπτης «αμανεδοκρατίας» που επικρατεί στη χώρα, εντελώς αξιοσημείωτη από την άποψη της αιτιολόγησης του φαινομένου που προβάλλει:
Γιατί κυριαρχεί ο αμανές από την μια άκρη ώς την άλλη; Γενικά μπορούμε να πούμε ότι το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε ιστορικούς και κοινοτικούς λόγους και συγκεκριμένα στο ότι οι κοινωνικοί θεσμοί μας και οι κοινωνικές λειτουργίες δεν πήραν μέχρι τα σήμερα ένα βαθύ προοδευτικό-δημοκρατικό μετασχηματισμό.

Σημειώσεις
1. Ο Παπαντωνίου θα αξιολογήσει με μνημονεύσιμη ανεκτικότητα τα καφέ αμάν («Καφέ αμάν», Σκριπ, 12-2-1905) και το χασίς, («Χασίς», Άστυ, 8-6-1906) στην πρώτη δεκαετία του αιώνα, για να μεταλλαχθεί οε άσπονδο εχθρό του αμανέ στη συνέχεια («Η φοβερή μελωδία», Εμπρός, 4-6-1917, «Κοχλάζουσα μονωδία», Ελεύθερον Βήμα. 11-9-1927, και «Ο αμανές εν διωγμώ», Ελεύθερον Βήμα, 3-7-I938).
2. Περιοδικό Μπουκέτο, τχ. 253: σ.152 («Τα τραγούδια του μπαγλαμά –πώς τραγουδούν οι φυλακισμένοι, οι λωποδύται και οι χασισοπόται»). Αξίζει να σημειωθεί ότι στον Φαλτάιτς ανήκει όχι μόνο το πρώτο άρθρο της αστικής λαογραφίας για το είδος αλλά και η πρώτη, όσο γνωρίζουμε, λογοτεχνική αναπαράσταση επιτέλεσης του ρεμπέτικου, συνοδευόμενη από στιχουργικά παραθέματα [βλ. εφ. Ακρόπολις, 18-4-1915, και 12, 13-5-1915 («Από την ζωή των Αθηνών –Άλλος κόσμος»)].
3. Βλ. ενδεικτικά: Βραδυνή, 25 και 26-7-1930 (Σ. Πετράς, «Τα υπαίθρια καφωδεία στην παραλία των Τζιτζιφιών»), Βραδυνή, 28-7-1931 («Στου Χαροκόπου τα στενά…— το τραγούδι της Κάστρου»), Έθνος, 29-7-1931 (Μαμ, «Κακούργα πεθερά»), Βραδυνή, 12-8-1931 (Α. Γουν., «Καθώς απλώνεται μακρόσυρτος κι ανάβει τα μεράκια ο αμανές… — με το πρώτο ούτι της πόλης»), και Βραδυνή, 4-9-1932 (Σ. Σκίπης «Σαντούρια»), Αν σε αυτή την αρθρογραφία, προστεθούν και τα δημοσιεύματα που απαντούν κατά μήκος της εργασίας μας αυτής, σχετικοποιείται εξαιρετικά — συμπαρασύροντας και τη συνοδό προβληματική — η άποψη (Μ. Αθανασάκης, «Ρεμπέτικο, το τραγούδι των ξεριζωμένων», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τόμ. Β1: Ο Μεσοπόλεμος 1922-1940, Βιβλιόραμα, 2002: σ. 181) ότι το λαϊκό τραγούδι τη δεκαετία του 1930 τελούσε σε συνθήκες οιονεί αποκλεισμού από κάθε γραπτή αναφορά στον Τύπο.
4. Περιοδικό Μουσική ζωή, έτος Β΄, τχ. 1: σ. 4-5 («Η μουσική και ο ελληνικός λαός»).
5. Ελεύθερος Άνθρωπος, 29-12-1932 («Χασίς»)
6. Έθνος, 25-7-1933 (Χ., «Αμανέδες»)
7. Πρωία, 7-1 1-1934 («Πρόσφυξ και ο αμανές»). Σημειωτέον ότι ήδη από το 1931 (βλ. Νέοι Καιροί, 4-7-1931) ο Κεμάλ φέρεται να δηλώνει πως επείγει «να ανανεωθή το άσμα και η μουσική των Τούρκων, διότι είνε μονότονος και αντιτίθεται προς το νέον δυναμικό πνεύμα, το οποίον εμπνέει το έθνος».
8. Την πεποίθησή του ότι ο κυρίως κίνδυνος είναι τα «φρικτά και ακατονόμαστα “ταγκό” και “φοξ” που δυσφημούνε την ελληνική καλαισθησία και που διαφθείρουνε το γούστο και το τονικό αίσθημα του ελληνικού λαού» θα διατρανώσει κατ’ επανάληψη ο Καλομοίρης (βλ. Θάρρος. 29-2-1939. Έθνος, 8-1-1947, 17-7-1954 και 2-11-1954), θεωρώντας «χίλιες φορές καλύτερα τα ρεμπέτικα με την ακατέργαστη λαϊκή τους χρωματιά» (από το άρθρο του Νοεμβρίου 1954).
9. Για την όλη συζήτηση και αναπαραγωγή των σχετικών κειμένων, βλ. Γιώργος Παναγιώτου, «Ο αμανές», Ντέφι, τ. 4, Ιανουάριος 1983: σ. 34-7.
*Από την μελέτη Όψεις του ρεμπέτικου εκδ. Εικοστού Πρώτου, 2004

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*