Άρδην τ. 80-89, Άρδην τ. 88, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Κρείττον σιγάν, μια ανταπάντηση στη Β. Ψιμούλη

ο Φώτος Τζαβέλλας

του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην τ. 88

Η ανταπάντηση του Γιώργου Καραμπελιά στην απάντηση της Βάσω Ψιμούλη «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal, (τχ. 17, σσ. 70-73) τον Μάρτιο του 2012.

Η κυρία Ψιμούλη, αρχικώς, προσπάθησε να αποφύγει οποιαδήποτε απάντηση σε όσα παραθέτω στο βιβλίο μου, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο[1], για τις ανακρίβειες, τις αποσιωπήσεις και τα ψεύδη που περιέχονται στο βιβλίο της, Σούλι και Σουλιώτες[2]. Ήλπιζε πως η μελέτη μου θα περνούσε απαρατήρητη και έτσι θα απέφευγε μια δημόσια αντιπαράθεση, που μόνο καλό δεν θα μπορούσε να της κάνει.

Η μελέτη μου, ωστόσο, γνώρισε, μέσα σε τρεις μήνες από την έκδοσή της, σημαντική κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία που συναρτάται τόσο με την αντίδραση έναντι της ύβρεως που είχε διαπράξει η κ. Ψιμούλη και άλλοι εθνοαποδομιστές ιστορικοί, όσο, πιστεύω, και με την επιστημονική επάρκεια της απόπειράς μου και το αποδεικτικό υλικό που παραθέτω.

Το αποτέλεσμα ήταν να παρατηρηθεί μια αυξημένη ζήτηση για παρουσίαση του βιβλίου μου σε πολλές πόλεις, από φορείς εγνωσμένου κύρους και σοβαρότητας –η Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών στα Γιάννενα, ή η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, δήμοι πόλεων όπως των Λαρισαίων– ενώ μεταξύ εκείνων που ανέλαβαν να το παρουσιάσουν περιλαμβάνονται διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί αδιαφιλονίκητης αξίας και κύρους. Τέλος, άρχισαν να εμφανίζονται και βιβλιοπαρουσιάσεις και βιβλιοκρισίες του βιβλίου σε εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας (Καθημερινή, Αγγελιοφόρος, Ποντίκι κ.λπ.)

Για μένα, όμως, σημαντικότερη –και πολυτιμότερη– ένδειξη αυτής της αποδοχής υπήρξε το γεγονός ότι αγκαλιάστηκε από μεγάλο μέρος των ίδιων των απογόνων των Σουλιωτών, που έφεραν βαρέως τις ύβρεις που είχε εκτοξεύσει η κ. Ψιμούλη εναντίον των προγόνων τους  και της ιστορικής αλήθειας…, παρεμπιπτόντως.

Έτσι η τακτική της αποσιώπησης κατέστη αναποτελεσματική και εξέθετε την ίδια τη συγγραφέα του επικρινόμενου πονήματος, και μάλιστα έναντι των ομοτέχνων της, «επαγγελματιών ιστορικών», ορισμένοι από τους οποίους ευθύνονται με σημαντικά ακαδημαϊκά ολισθήματα[3]:

Είναι προφανές ότι, μετά τις ιδεολογικές ήττες που έχει υποστεί ο χώρος των αποδομητών και εθνομηδενιστών ιστορικών –με την περίπτωση της κ. Ρεπούση και του «συνωστισμού» των Ελλήνων στην προκυμαία της Σμύρνης–, η ανακίνηση ενός νέου ζητήματος, παρόμοιας ή και μεγαλύτερης συναισθηματικής φόρτισης, όπως ο «συνωστισμός» των Σουλιωτισσών στους κρημνούς του Ζαλόγγου, δεν θα γινόταν αποδεκτή ευμενώς από τον «χώρο» των ομοϊδεατών της. Όταν μάλιστα η κριτική στην κ. Ψιμούλη δεν εδράζεται πρωταρχικά στις ιδεολογικές της αγκυλώσεις αλλά στις επιστημονικές της ατασθαλίες. Έτσι, η κ. Ψιμούλη έθετε εν κινδύνω ολόκληρο τον εθνο-αποδομητικό χώρο, ο οποίος ένα βασικό επιχείρημα έχει να αντιτάξει έναντι των επικριτών του, τη δήθεν «επιστημονικότητά» του.

Ας θυμηθούμε τη διαμάχη για το βιβλίο της κ. Ρεπούση, όπου το κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών της ήταν πως από τη μία πλευρά  βρίσκονται  οι «επιστήμονες» και από την άλλη ο «χύδην όχλος», οι housewives. Τότε η καθηγήτρια κ. Χριστίνα Κουλούρη, η οποία συμμετείχε ενεργά στη μεγάλη διαμάχη για τα βιβλία της ιστορίας ως υπερασπίστρια της κ. Ρεπούση και της νέας ιστορίας, υπήρξε εκείνη που επινόησε τον σχετικό υποτιμητικό όρο για να χαρακτηρίσει τους αντιπάλους  των αποδομητών ιστορικών. Έγραφε  σχετικά ο Νίκος Βεντούρας:

Έτσι η Χριστίνα Κουλούρη, η οποία κόπτεται για τη συμβολή των νέων βιβλίων «στη διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών με κριτική σκέψη, ικανών να αντισταθούν σε απόπειρες χειραγώγησής τους, από όπου και αν προέρχονται», γράφει ανερυθρίαστα ότι «είναι προφανές από το ίδιο το κείμενο ότι δεν είναι δυνατόν η “housewife” (sic) ή ο εργάτης από τη Γερμανία, που εμφανίζονται να υπογράφουν, να έχουν διαβάσει το βιβλίο και να έχουν διαμορφώσει άποψη περί της επιστημονικής και παιδαγωγικής του εγκυρότητας»[4].

Βέβαια, όταν οι housewives  και οι εργάτες, δηλαδή ο «χύδην όχλος», για τον οποίο  κόπτονται όλοι οι «προοδευτικοί ιστορικοί, συνεπικουρήθηκαν και από την Ακαδημία Αθηνών, που υπέδειξε δεκάδες σφαλμάτων στο πόνημα της κ. Ρεπούση, η μάχη είχε χαθεί και από τις «δύο πλευρές του λόφου», και εκείνη του λαϊκού αισθήματος και εκείνη της επιστημονικής εγκυρότητας.

Δεδομένου λοιπόν ότι επλήγη αυτή ακριβώς η υποτιθέμενη επιστημονική εγκυρότητα με την παράθεση των μυθοπλασιών της κ. Ψ., ενώ παράλληλα το ζήτημα είχε αρχίσει να κοινολογείται ευρύτερα, κατέστη πλέον αδύνατη η αποσιώπηση. Έπρεπε να επιλεγεί μια λύση που να «τετραγωνίζει» τον κύκλο. Και να υπάρξει μια κάποια «απάντηση», αναγκαία έναντι των ακαδημαϊκών φίλων και ομοϊδεατών, και ταυτόχρονα αυτή η «απάντηση» να μείνει περιορισμένη σε στενούς κύκλους. Πράγματι, μια ευρύτερη δημοσιοποίηση θα κινδύνευε να πυροδοτήσει μία διαμάχη στα ΜΜΕ ή το διαδίκτυο, από την οποία η κ. Ψ. δεν μπορούσε παρά να βγει χαμένη και παρεμπιπτόντως να προκαλέσει μεγαλύτερο πλήγμα στον χώρο της. Έτσι επιλέχθηκε η τακτική μιας σχετικά καθυστερημένης «απάντησης» –τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου μου– και ταυτόχρονα σε ένα έντυπο περιορισμένης κυκλοφορίας, που απευθύνεται προνομιακά στον ιδεολογικό «χώρο» της συγγραφέως[5].

Ωστόσο, επειδή και αυτή η «απάντηση» δεν συνιστά κάποιο αυτοκριτικό βήμα της, έστω δειλό, αλλά μία ακόμα προσπάθεια να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, καταφεύγοντας σε νέες υπεκφυγές, ανακρίβειες και κατάφωρα ψεύδη, ενώ αποφεύγει κάθε συζήτηση επί της ουσίας, μας υποχρεώνει σε ένα νέο κείμενο, που ελπίζω πως θα κλείσει οριστικά αυτή τη συζήτηση.

 Ευγένιος Νταλακρουά, «Οι Σουλιώτες», Λούβρος, Γαλλία

Η «εμμονή» με τον Φώτο

Θα εισέλθω στη διαμάχη επικεντρώνοντας στην ουσία των επιδίκων ζητημάτων, in medias res – όπως θα έλεγαν και οι «επαγγελματίες» (sic) ιστορικοί.

Σε ό,τι αφορά στη λαθροχειρία της παράθεσης μιας επιστολής την οποία υπογράφει ο… Φώτος Τζαβέλας ως δήθεν απευθυνόμενη εναντίον του, η κ. Ψ., στην «απάντησή» της, προσπαθεί να την παρουσιάσει ως απλή «αβλεψία», συνέπεια της «επίμοχθης» προσπάθειάς της:

Η προσπάθεια για τη συλλογή του πραγματολογικού υλικού, της επεξεργασία του, συγγραφής της διατριβής και της πρώτης έκδοσης σε βιβλίο, [ ] υπήρξε επίμοχθη και μακρόχρονη, αφού κράτησε δέκα χρόνια. Στη διάρκειά της, φυσικό ήταν να προκύψουν κάποιες αβλεψίες. Όπως για παράδειγμα, η αναφορά στην επιστολή που παραθέτω στις σσ. 406-408, του Φώτου Τζαβέλα, ως του πιθανού καπετάνιου συνομιλητή με τις αρχές της Επτανήσου Πολιτείας «δια να πουλιση τον τοπον μας και ναρθι αφτου». […] Η αναφορά στον Φώτο Τζαβέλα, ως πιθανού καπετάνιου που διαπραγματεύεται την αποχώ­ρηση του από το Σούλι για να με­ταβεί στα Επτάνησα, αναφέρεται ήδη από τη ΒΨ με ερωτηματικό, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για μια αβλεψία που έπρεπε να είχε αποφευχθεί, αφού την επιστολή την υπογράφει, μεταξύ άλλων, και ο Φώτος Τζαβέλας. [ ] Αβλεψίες ή περι­στασιακά λάθη μπορεί να προκύ­ψουν στο έργο κάθε δημιουργού, αρκεί βέβαια να μη διαταράσσουν και να μην ανατρέπουν τη λογική συνοχή και τα συμπεράσματα του έργου[6].

Θυμίζω πώς είχα αναφερθεί στα σχετικό ζήτημα, στο βιβλίο μου, ως ακολούθως:

… στην πρώτη επιστολή τους, καλούν ταυτόχρονα τις αρχές της Πολιτείας να εμποδίσουν έναν «καπετανό» τους που «δουλέβη δια να πουλίση τον τόπον μας ναρθι αυτού». Μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν για την ταυτότητα αυτού του «καπετάνου» και τη χρονολόγηση της επιστολής[7]. Ο Απ. Βακαλόπουλος, ακολουθώντας τον εκδότη της επιστολής, Δ. Σάρρο, υποθέτει ότι η αχρονολόγητη επιστολή αναφέρεται στον Γ. Μπότσαρη και χρονολογείται γύρω στο 1799-1800[8], ενώ η Ψιμούλη την χρονολογεί τρία χρόνια μετά.

Επί πλέον, εντελώς αδικαιολόγητα, θεωρεί πως αναφέρεται στον Φ. Τζαβέλα (ό.π., σ. 407-408). Πώς όμως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν την επιστολή υπογράφει [  ] και ο… ίδιος ο καταγγελλόμενος, ο «Φοτο Τζαβελας»; []…ένα τέτοιο ατόπημα μπορεί να ερμηνευτεί μόνο με βάση τις ιδεολογικές εμμονές της συγγραφέως[9].

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, είχα αναφερθεί στο θέμα με μάλλον ήπιους τόνους. Αν η κ. Ψ. ήταν απλώς μια ιστορικός και αν δεν είχε κατασκευάσει ένα βιβλίο με αποκλειστικό στόχο να αποδομήσει συστηματικά κάθε ηρωική σουλιώτικη φυσιογνωμία ή συμβάν, θα μπορούσε ένας καλοπροαίρετος αναγνώστης να δεχθεί τις δικαιολογίες της περί «αβλεψίας». Δεδομένου όμως ότι το βιβλίο της είναι μια μηχανή κατασυκοφάντησης των Σουλιωτών και  επικεντρώνεται με ιδιαίτερη επιμονή στον Φώτο Τζαβέλα, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε ενδελεχέστερα αυτή την «αβλεψία». Το ερώτημα για την «αβλεψία» της πρέπει να τεθεί με όρους ποινικού δικαστηρίου, cui bono? Ας θυμηθούμε πως παρουσιάζει το σχετικό  ζήτημα στο βιβλίο της:

Αχρονολόγητη επιστολή Σουλιωτών, δημοσιευμένη από τον Δ.Μ. Σάρρο, η οποία εκτιμάμε ότι εγράφη γύρω στα τέλη του 1802 με 1803, είναι αποκαλυπτική των σχέσεων Σουλιωτών και Παργίων  είναι ενδεικτική επίσης της διάβρωσης του εσωτερικού μετώπου των Σουλιωτών λόγω διασπαστικών κινήσεων των καπετάνιων τους. [σημ. 321. Δ.Μ. Σάρρος, 1927, σ. 267 κ.έ. Ο Δ. Σάρρος χρονολογεί την επιστολή το έτος 1799. [ ] Την επιστολή υπογράφουν οι Σουλιώτες καπετάνιοι: Κουτσονίκας, Δήμος Δράκος, Τούσας Ζέρβας, Κόκας Νταγκλής, Γιαννάκης Σέχος και ο Φώτος Τζαβέλας. Επομένως οι διαπραγματεύσεις του Φώτου με τον Αλή στα Ιωάννινα, πρέπει να ξεκίνησαν την άνοιξη του 1803.][10]

Συνεχίζει δε, μετά από μία σελίδα:

Η καταγγελία εναντίον των Παργίων συνοδεύεται και από δεύτερη καταγγελία εναντίον, αυτή τη φορά, των διασπαστικών κινήσεων Σουλιώτη καπετάνιου. Ο τελευταίος, ο οποίος δεν κατονομάζεται, σκοπεύει να συνθηκολογήσει με τον πασά και να αποχωρήσει στα Επτάνησα. Πιθανή αναφορά στον Φώτο Τζαβέλα, ο οποίος την ίδια εποχή –αρχές  1803– προβαίνει σε διαπραγματεύσεις με τον πασά στα Ιωάννινα [11].

Να γιατί η ιστορικός μας επιμένει να χρονολογεί την επιστολή στα 1803 διότι, στα 1799-1800, όταν, σύμφωνα με τον εκδότη των επιστολών Δ. Σάρρο και τον Απ. Βακαλόπουλο, είχε πιθανότατα γραφεί η επιστολή των Σουλιωτών, δεν μπορούσε να αναφέρεται στον Φώτο Τζαβέλα. Προφανώς δε, ένας από τους λόγους  που ο Σάρρος και ο Βακαλόπουλος χρονολογούν την επιστολή στα 1799-1800, είναι διότι –αποκλειομένου του Φώτου Τζαβέλα, που υπογράφει την επιστολή– υποθέτουν βάσιμα πως αναφέρεται στον Γιώργη Μπότζαρη που, εκείνη την εποχή, το 1799, είχε όντως προβεί σε συνεννοήσεις με τον Αλή. Αν, «ξεχνώντας» την υπογραφή του Φώτου, όπως κάνει η Β.Ψ., μεταθέσουμε τη χρονολογία της στα 1803, που αρχίζει όντως διαπραγματεύσεις με τον Αλή ο Φώτος, τότε έχουμε κατασκευάσει το ζητούμενο[12]!

Την προκατάληψή της εναντίον του Φώτου Τζαβέλα μαρτυρούν και άλλες κατασκευές του βιβλίου της. Η σημαντικότερη, όπως κατέδειξα, είναι εκείνη που θέλει τον Φώτο Τζαβέλα να είναι ο αυτουργός της ανατίναξης της Αγίας Παρασκευής, στο Κούγκι. Στο βιβλίο μου επεσήμαινα πως  η περιβόητη «θύμηση της Σέλιανης», πάνω στην οποία η κ. Ψιμούλη και άλλοι στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους, ότι ο Φώτος Τζαβέλας ήταν ο αυτουργός της ανατίναξης του Κουγκίου, είναι τουλάχιστον αναξιόπιστη, διότι αναφέρει πως αυτό το γεγονός συνέβη στις 3 Δεκεμβρίου ή ακόμα και προγενέστερα[13]. Όμως, γνωρίζουμε πως η ανατίναξη συνέβη στις 16 Δεκεμβρίου, δηλαδή 13 ημέρες μετά. Και αυτή την προφανή αντίφαση η Β.Ψ. την είχε αποκρύψει. Ιδού πως προσπαθεί να «απαντήσει»::

Επίσης, φαίνεται πως [ο Γ.Κ.] μάλλον δεν έχει κάνει ορθή ανάγνωση της εν­θύμησης στο χωριό Σέλιανη της Σωπικής, στην οποία γίνεται ανα­φορά της ημερομηνίας κατάληψης του Σουλίου από τον Αλή πασά, που είχε σαν συνέπεια τη μετέ­πειτα ανατίναξη στο Κούγκι: «1803: δεκεμβρίου: 3: θύμησι όντας επήρε το σούλη ο βεζήρ αλή πασας τότες (υπ. δική μου) είχε στηλμένον και τον ζήσου τον υιόν του κυρ πα’ ιωάννου οικονόμου»[14].

Πρόκειται για μία χονδροειδή απόπειρα εξαπάτησης. Επισωρεύοντας στην αποσιώπηση το ανενδοίαστο ψεύδος, υποστηρίζει ότι η 3 Δεκεμβρίου αποτελεί  την… ημερομηνία κατάληψης του Σουλίου από τον Αλή ­– αυτή όμως είχε πραγματοποιηθεί τον… Σεπτέμβριο μήνα (25 έως 27)! Όσο για τις 3 Δεκεμβρίου, δεν είχε συμβεί κυριολεκτικώς «τίποτε» ιδιαίτερο η Κιάφα καταλαμβάνεται στις 7 Δεκεμβρίου και το Κιούγκι στις 16. Και όμως, με απόλυτη περιφρόνηση προς τους αναγνώστες, δίνει μια παντελώς ψευδή πληροφορία προκειμένου να καλύψει τη λαθροχειρία της χρήσης της περιβόητης θύμησης ως τεκμηρίου για την ενοχή του Φώτου!

Αλλά η παραμόρφωση των ιστορικών δεδομένων, ιδιαίτερα ως προς τον Φώτο Τζαβέλα,  συνάγεται και από  τις εκκωφαντικές αποσιωπήσεις της. Μία από αυτές αφορά σε κάτι που συνέβη στις… 4 Δεκεμβρίου (sic), δηλαδή την τελευταία επιστολή του Φώτου στον Αλή, την οποία και παραθέτει ο Περραιβός:

Μὴ στο­χα­σθῇς ὅ­τι θέ­λει μ’ εὕ­ρῃς δει­λὸν καὶ μι­κρό­ψυ­χον ἐ­πει­δὴ ἔ­χεις τὴν γυ­ναῖ­κά μου καὶ τὰ παι­δὶ­α εἰς χεῖ­ρας σου. Ἡ πε­ρί­στα­σις τῆς Πα­τρί­δος μου μὲ κά­νει νὰ μὴ στο­χα­σθῶ οὔ­τε γυ­ναῖ­κα οὔ­τε παι­δί­α. Εἶ­σαι ἐ­ξου­σια­στὴς νὰ τοὺς κά­μῃς ὅ,­τι καὶ ὅ­πως θέ­λεις ἐ­γὼ ὅ­μως μὲ ὅ­λην μου τὴν γε­νε­άν, κι’ ὅσους ἄλλους συμπατριώτας ἔχω μαζὺ μου, εἶναι ἀδύνατον νὰ σοὶ παραδώσωμεν τ’ ἅρματα[15].

Και όμως αυτή τη βαρυσήμαντη επιστολή, η οποία αποκαλύπτει το φρόνημα του Τζαβέλα, ενώ φωτίζει και την πορεία των γεγονότων, η Ψιμούλη την αποσιωπά εντελώς –έστω και για να την αμφισβητήσει, όπως κάνουν άλλοι– και ποιεί τη νήσσα και στην «απάντησή» της, παρότι την είχα προκαλέσει επισημαίνοντας τη σιωπή της.

Αλλά τα ψεύδη διαδέχονται με καταιγιστικό ρυθμό το ένα το άλλο. Γράφει, αναφερόμενη σε δημοτικό τραγούδι που στηλίτευε τον Φώτο για τη συνεργασία του με τον Αλή, στην τελευταία περίοδο της πολιορκίας του Σουλίου:

Τί χάλεβες Φώτο μ’ς τα Γιάννινα’ς την Πόρτα του Βεζύρη; / και επρόδωκες τον τόπον σου και το καϋμένο Σούλη». Αλλά και στο αλβανόφωνο δημοτικό τραγούδι, … Και τα δύο αυτά δημοτικά τρα­γούδια, που απηχούν βέβαια τη συλλογική μνήμη, ο ΓΚ δεν τα θυ­μάται ή φροντίζει να τα αποσιω­πήσει, αν και περιέχονται στο βι­βλίο της ΒΨ (σσ. 406 και 451) [16].

Και όμως, στο βιβλίο του Γ.Κ., στη σελίδα 122, διαβάζουμε:

Αμέσως μετά, θα αρχίσει και αυτός [ο Φώτος] διαπραγματεύσεις με τον Βεζύρη και η λαϊκή μούσα, αδέκαστη, θα τον επικρίνει σκληρά γι’ αυτή την έσχατη συνθηκολόγηση:

Τί γύρευες Φῶτο μ’ στὰ Γιάννινα, στὴν πόρτα τοῦ Βεζύρη / Καὶ πρόδωκες τὸν τόπο σου καὶ τὸ καημένο Σούλι; [17]

Ώστε, λοιπόν, «δεν θυμάμαι» ή «αποσιωπώ» το δημοτικό τραγούδι που περιλαμβάνω στο βιβλίο μου! Η Ψ. προσπαθεί να περάσει την εντύπωση  στον προκατειλημμένο ή επιπόλαιο αναγνώστη, πως μπορεί η ίδια να κατασυκοφαντεί τον Φώτο, αλλά και ο Γ.Κ. μάλλον τον αγιογραφεί!  Όσο για την αλήθεια, ποιος νοιάζεται!

Εν τούτοις, αυτή η ιδιαίτερη εμμονή της Β.Ψ. στον Φώτο Τζαβέλα και τη συκοφάντησή του –εκτός και αν ερμηνευθεί με ψυχαναλυτικούς όρους, οπότε θα πρέπει να καλέσουμε ως ειδικό τον Αλέξη Πολίτη– απαιτεί κάποια εξήγηση.

Και αυτή δεν είναι άλλη από τον ιδιαίτερο ρόλο του στη διαμάχη με τον Αλή πασά, ήδη από τα νεανικά του χρόνια, και την αχλύ του μύθου και του ηρωισμού που τον περιβάλλει. Πράγματι, ο Φώτος αναδεικνύεται στο προσκήνιο της σουλιώτικης ιστορίας από το 1792, όταν ήταν όμηρος στα χέρια του Αλή  γι’ αυτόν γράφτηκε η περιβόητη επιστολή του πατέρα του, Λάμπρου, στον Αλή πασά, το 1792, με την οποία είχαν ανατραφεί όλες οι παλαιότερες γενιές και όλα τα παιδάκια από το δημοτικό σχολείο:

….Ο υιος μοῦ θελει αποθανει εγὼ ὁμως απέλπιστως θελω τον εκδικεισω πριν να ἁποθάνω. [ ] Εαν ὁ υιος μου νέος καθὼς ἦναι δεν μενει ευχαριστημένος να θυσιαστὴ δια τὴν πατριδα του, αυτὸς δεν ἦναι ἄξιος να ζηση κ’ να εγνωριζεται ὡς υιος μου. Προχόρησε άπιστε ειμαι ανυπομονος να εκδικηθω. 

Εγὼ ο ομοσμένος εχθρος σοῦ, Καπιτάν Τζιαβέλλας 

Έκτοτε, ο Φώτος πρωτοστατεί, μέχρι την Άνοιξη του 1803, στην αντίσταση των Σουλιωτών. Μόνο όταν αυτοί υποκύπτουν στον εκβιασμό του Αλή και υποχρεώνονται να τον «εξορίσουν» από το Σούλι, τότε –έχοντας πειστεί και από ορισμένους ιερωμένους που χρησιμοποίησε ο Αλής, δεδομένου ότι ο Φώτος ήταν ιδιαίτερα πιστός– συνθηκολογεί. Ο Τεπελενλής τον ­κρατάει όμηρο στα Γιάννενα και τον αφήνει ελεύθερο τον Νοέμβριο, αφού είχε πάρει ως ομήρους τη γυναίκα και τα παιδιά του. Σε αυτή την περίοδο αναφέρεται  και το δημοτικό τραγούδι που τον  επικρίνει σκληρά. Η κ. Ψ.,  επιθυμώντας διακαώς την «αποδόμηση» του Σουλίου, είναι «υποχρεωμένη» να μειώσει ή να συκοφαντήσει το Ζάλογγο, τον Φώτο Τζαβέλα και τον Σαμουήλ. Τα κάνει και τα τρία.

 

«Επιστημονικό» (;) θράσος

Το θράσος αποτελεί αναγκαίο εφόδιο όσων παραχαράσσουν νομίσματα ή την… ιστορία. Και χρειάζεται όντως θράσος χιλίων πιθήκων για να μεταβληθεί η παραχάραξη μιας ιστορικής πηγής, την οποία αποκαλύπτω στο πόνημά της κ. Ψ., σε αφορμή αιτιάσεων εναντίον μου για ατελή μελέτη της… βιβλιογραφίας!  Διαβάζουμε στην απάντησή της:

Αν [ο ΓΚ] έψαχνε συστηματικά τη βι­βλιογραφία, θα ανακάλυπτε στην α΄ έκδοση του βιβλίου του Γκριγκόρι Λ. Ἄρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος κατά τα τέλη του 18ου – αρχάς του 19ου αιώνος, μετάφραση εκ του ρω­σικού, Μόσχα 1963 –με την οποία κυρίως δούλεψα (υπογρ. Γ.Κ.) και αναφέρω και στη βιβλιογραφία– τη λέξη «μηνι­αίος» φόρος στη σ. 165, σημείωση 25 της εν λόγω μετάφρασης. Πράγ­ματι, στην οριστική έκδοση του βι­βλίου του Γκριγκόρι Λ. Αρς –εκδό­σεις Gutenberg, 1994– δεν υπάρχει η λέξη «μηνιαίος», αλλά εγώ είχα ήδη δουλέψει με τη δακτυλόγραφη πρώτη μετάφραση. Κατά συνέπεια, τη λέξη «μηνιαίος» δεν την επι­νόησα αυθαιρέτως, όπως περιχα­ρής σπεύδει να καταγγείλει ο ΓΚ. [18]

Ο αναγνώστης που δεν έχει διαβάσει το βιβλίο μου δεν καταλαβαίνει σχεδόν τίποτε. Θυμίζω το σχετικό ζήτημα. Όπως γράφω, στη σελίδα 25:

«Οι Σουλιώτες είχαν καταφέρει, δια των όπλων, να κυριεύσουν[  ] εξήντα εξ επί πλέον χωριά [ ] τα οποία κατέβαλλαν φόρο στο Σούλι. Ο χρηματικός φόρος, σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα το 1788, ποσό που δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλό, και πιθανώς να συμπληρωνόταν και με καταβολές σε είδος». Και συνεχίζω στη σημείωση 37 (σσ. 25-26) «Η Β. Ψιμούλη, επειδή ίσως και αυτή θεώρησε το ποσό χαμηλό και αταίριαστο με το σχήμα της βαριάς φορολόγησης των παρασουλιώτικων χωριών, που θα ενίσχυε τις απόψεις της, το… δωδεκαπλασίασε και το μετέβαλε σε μηνιαία καταβολή. Γράφει λοιπόν: “Κατά τον Γ. Λ. Αρς, ο οποίος αντλεί πληροφορίες από τα ρωσικά αρχεία, ο μηνιαίος φόρος τον οποίο πλήρωνε στους Σουλιώτες ο πέριξ πληθυσμός ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα (Γ. Λ. Αρς, σ. 141, σημ. 24)”. [Β. Ψιμούλη, σσ. 250, σημ. 237] Όμως, ανατρέχοντας στη σχετική σημείωση του Αρς, δύο σελίδες μετά από την αναφερόμενη από την Ψ. σελίδα, διαβάζουμε: “Το 1788, σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, ο χρηματικός φόρος που εισέπρατταν έφτανε τις 2.500 πιάστρα” [Αρς, ό.π., σ. 143.]»[19].

Ενώ λοιπόν η κ. Ψ. έχει διαπράξει μια βαρύτατη παραχάραξη την οποία αντιμετώπισα με εξαιρετική ηπιότητα, ζητάει και τα ρέστα! Με εγκαλεί ότι δεν μελετώ τη βιβλιογραφία, διότι, εάν το έκανα, θα ανακάλυπτα πως υπήρχε και άλλη «δακτυλόγραφη» εκδοχή του βιβλίου του Αρς, η οποία αναφέρεται σε μηνιαία καταβολή. Ναι, μόνο που η κ. Ψ., στο βιβλίο της, παραπέμπει στην οριστική μετάφραση των εκδόσεων Gutenberg, η οποία πραγματοποιήθηκε 4 ή 5 χρόνια πριν από την πρώτη έκδοση του πονήματός της, και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μόνο όταν θέλει να «οργανώσει» την παραπλάνηση του αναγνώστη, αναφέρεται στην «δακτυλόγραφη» εκδοχή.

Ας δούμε όμως λεπτομερέστερα περί τίνος πρόκειται. Το βιβλίο του Γκριγκόρι Αρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του ΙΗ΄ και στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνα, εκδόθηκε στα ελληνικά. από τον εκδοτικό οίκο Gutenberg, το 1994[20]. Αυτό το βιβλίο είχε όμως ήδη μεταφραστεί το 1967 και κυκλοφορούσε πολυγραφημένο, χωρίς αναφορά  μεταφραστή, πιθανότατα από το  ελληνικό ΥΠΕΞ[21].

Ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, στo «εισαγωγικό σχόλιο» της κανονικής έκδοσης του 1994, για να δικαιολογήσει την ανάγκη μιας νέας μετάφρασης, γράφει γι’ αυτή την πρώτη και πρωτόλεια «έκδοση»:

…το κείμενο είναι διάσπαρτο από ακυριολεξίες, νοηματικές παρανοήσεις, παραμορφώσεις ονομάτων, προσώπων και τόπων, οι οποίες αυξάνονται ακόμη περισσότερο από τα λάθη της γραφομηχανής, τα οποία ίσως δεν μπόρεσε, ή δεν ήταν σε θέση, να ελέγξει ο μεταφραστής[22].

Επομένως, ο αναγνώστης –και πόσο μάλλον η χαλκέντερος «ερευνήτρια»– είναι ήδη προειδοποιημένος για την επιστημονική ανεπάρκεια της συγκεκριμένης έκδοσης και μάλιστα από τον Παναγιωτόπουλο που, όπως αναφέρει η ίδια, λειτούργησε ως επιστημονικός της μέντορας για τη συγγραφή του πονήματός της[23]. Η «ιστορικός» μας είχε προφανώς συναντήσει, στην όντως δυσεύρετη πρόχειρη έκδοση, την αναφορά σε μηνιαία φορολόγηση και είχε στηρίξει σε αυτή συμπεράσματα για την «βαριά» φορολόγηση των παρασουλιώτικων χωριών από τους Σουλιώτες. Όταν όμως κυκλοφόρησε η οριστική έκδοση, που ανέτρεπε αυτή τη συναγωγή και, αντίθετα, κατέγραφε μια φορολόγηση πολύ μικρότερη από εκείνη των Οθωμανών, «χάλασε» το σχήμα της ιστορικού μας. Οπότε, μια και δεν μπορούσε να εμείνει στην αρχική λανθασμένη μετάφραση, η οποία θεωρούνταν αναξιόπιστη, θα έπρεπε να «στήσει» με πανούργο τρόπο την παραχάραξη. Έτσι, ενώ παραπέμπει ψευδώς στην οριστική έκδοση, χωρίς να κάνει μνεία της πρώτης –παρόλο που μ’ εκείνη δούλευε «κυρίως» (sic)– χρησιμοποιεί ταυτόχρονα το παράθεμα από την αρχική λανθασμένη εκδοχή!

Έτσι, σε περίπτωση που κάποιος περίεργος θα ανακάλυπτε, μετά από «δεκατέσσερα χρόνια», την απάτη, θα υπήρχε, ως δεύτερη γραμμή άμυνας, η αρχική λανθασμένη μετάφραση! Η «ιστορικός» μας θα ξέφευγε, προφασιζόμενη απλώς μια ακόμα «αβλεψία»: παρέπεμπε σε μία μετάφραση αλλά εννοούσε μία άλλη!

Όμως, όλα τα δεδομένα προδίδουν τον υποκρυπτόμενο δόλο. Γράφει: «Κατά τον Γ. Λ. Αρς, ο οποίος αντλεί πληροφορίες από τα ρωσικά αρχεία, ο μηνιαίος (υπογρ. Γ.Κ.) φόρος τον οποίο πλήρωνε στους Σουλιώτες ο πέριξ πληθυσμός ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα (Γ. Λ. Αρς, σ. 141, σημ. 24)». [Β. Ψιμούλη, σ. 250, σημ. 237].

 Ήδη, στο βιβλίο μου, σημείωνα πως η σχετική σημείωση στο βιβλίο του Αρς  βρίσκεται «δύο σελίδες μετά από την αναφερόμενη από την Ψ. σελίδα», (Συνωστισμένες…, σ. 26 σημ. 38). Το γεγονός ότι παραπέμπει σε μία σημείωση η οποία βρίσκεται ορισμένες σελίδες μετά την παραπομπή, χωρίς να αναφέρει, εντελώς «παράδοξα» για βιβλιογραφική αναφορά, τη σελίδα όπου βρίσκεται το υπό αναφοράν στοιχείο, αποτελεί μία ακόμα ένδειξη του δόλου της: ας «δυσκολέψουμε» την ανεύρεση της παραπομπής, για να μην πιαστούμε εύκολα, από όποιον θα θυμόταν πιθανώς τη σχετική σημείωση του βιβλίου του Αρς ή θα ήθελε να την αναζητήσει. Είναι γνωστό πως, σημειώσεις που βρίσκονται στο τέλος των κεφαλαίων ή ενός βιβλίου, διαβάζονται δυσκολότερα από τον αναγνώστη. Γι’ αυτό, σε περίπτωση βιβλιογραφικής αναφοράς, παραπέμπουμε πάντα (και) στη σελίδα όπου περιλαμβάνεται η εν λόγω σημείωση[24].

Στη δε «απάντησή» της, θρασύτατα, παραπέμπει σε ένα κείμενο που δεν αναφέρεται στην αρχική παραπομπή του βιβλίου της, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να παραπλανήσει τον αναγνώστη. Και προσθέτει ως δικαιολογία ότι με αυτή την πρώτη έκδοση δούλεψε «κυρίως». Τόσο πολύ «δούλεψε», ώστε μόνο δύο φορές παραπέμπει σε αυτήν, σε όλο το βιβλίο της, ενώ αναρίθμητες φορές στην «κανονική» έκδοση –μέτρησα 51 παραπομπές σε 32 διαφορετικές σελίδες και ίσως όχι εξαντλητικά[25]–, από την σελίδα 178 έως την 454[26].  Το ότι όμως μάλλον δουλεύει, ή τουλάχιστον επιχείρησε να δουλέψει, όλους εμάς καταδεικνύεται αδιάψευστα από τους κυριολεκτικά πανούργους χειρισμούς της. Η πρώτη φορά που όντως παραπέμπει (και) στην αδόκιμη αρχική μετάφραση είναι όταν αναφέρει, για δεύερη φορά και με περισσότερες λεπτομέρειες, το ζήτημα των φορολογικών καταβολών των παρασουλιώτικων χωριών στους Σουλιώτες:

Οι παροχές αυτές, υπό τον τύπο ετήσιου φόρου κατ’ αποκοπή, καταβάλλονταν σε είδος, αλλά και σε χρήμα όπως προσθέτει ο Γ.Λ. Αρς. Ο τελευταίος, αντλώντας στοιχεία από ρωσικά αρχεία, αναφέρει ότι «το 1788, ο μηνιαίος φόρος τον οποίον επλήρωνε ο πέριξ πληθυσμός ανήρχετο κατά ορισμένα δεδομένα σε 2.500 πιάστρα» [Σημ. 210, Γ.Λ. Αρς, 1994, σ. 141, σημ. 24 και 1963, σ. 51 και 165.] (υπογρ. Γ.Κ.) Δεν διευκρινίζει, ωστόσο, εάν το ποσό αυτό αντιπροσώπευε το εκχρηματισμένο σύνολο των οφειλόμενων φυσικών προσόδων ή μόνο ένα τμήμα τους, το οποίο εξοφλείτο σε χρήμα. [Σημ. 211. Ωστόσο, αν αποδεχθούμε την πληροφορία που αναφέρει ο Γ.Λ. Αρς, της οποίας όμως η πηγή δεν μπορεί να ελεγχθεί ως μη προσιτή σ’ εμάς, το σύνολο της ετήσιας χρηματικής προσόδου των Σουλιωτών από τα υπό προστασία χωριά πρέπει να ανερχόταν σε 30.000 πιάστρα (γρόσια) ποσό το οποίο αναλογούσε, κατά μέσον όρο, σε 625 πιάστρα ετησίως ανά γένος και 6,6 πιάστρα ανά άτομο και κάλυπτε οπωσδήποτε τις φορολογικές υποχρεώσεις μιας οικογένειας απέναντι στον σουλτάνο και τον σπαχή.] [27]

Έτσι, λοιπόν, τα 2.500 γρόσια φορολογίας μεταβάλλονται σε 30.000 και συνάγονται συμπεράσματα για το ύψος της φορολόγησης από τους Σουλιώτες, η οποία εμφανίζεται ανάλογου ύψους με εκείνη που καταβάλλεται προς τους Οθωμανούς, ενώ στην πραγματικότητα είναι δώδεκα φορές μικρότερη!  Έτσι η κ. Ψ. – εμφανιζόμενη μάλιστα ότι δεν είναι βέβαιη για την ακρίβεια της πηγής («αν αποδεχθούμε την πληροφορία»), ώστε να πείσει και τον πλέον δύσπιστο για τις αγαθές της προθέσεις– χρησιμοποιεί μία ανοικτά ψευδή αναφορά και συνάγει τα συμπεράσματα που εξ αρχής επιζητούσε: οι Σουλιώτες φορολογούσαν τους «Παρασουλιώτες» όσο και οι Οθωμανοί! Να λοιπόν γιατί χρειάζεται εδώ η παραπομπή στην έκδοση του 1967, την οποία αναφέρει ως ταυτόσημη με εκείνη του 1994. Για να μπορεί να προσποιηθεί την παραδρομή, αν ποτέ χρειαστεί. Πρόκειται γι’ αυτό που, στη γλώσσα της πιάτσας των ποινικών κρατουμένων, αποκαλείται «καβάντζα».

Όμως συνελήφθη, διότι δεν μπορεί να παραπέμπει εύκολα σε μια πηγή που έχει χαρακτηριστεί ως αναξιόπιστη από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, τον οποίο αναφέρει ως επιστημονικό μέντορά της! Έτσι, στην πρώτη ψευδή αναφορά της στον Αρς, παραπέμπει μόνο στη νεώτερη έκδοση – χωρίς να διαθέτει τη δικαιολογία της εσφαλμένης μετάφρασης. Ξαναθυμίζω λοιπόν τι γράφει:  «Κατά τον Γ. Λ. Αρς, ο οποίος αντλεί πληροφορίες από τα ρωσικά αρχεία, ο μηνιαίος φόρος τον οποίο πλήρωνε στους Σουλιώτες ο πέριξ πληθυσμός ανερχόταν σε 2.500 πιάστρα (Γ. Λ. Αρς, σ. 141, σημ. 24)» [Β. Ψιμούλη, σσ. 250, σημ. 237.].

Δηλαδή, ο «μεντοράς» της την… «κατέστρεψε»! Αυτόν θα πρέπει να αιτιάται και όχι… εμένα. Διότι η πρωτοβουλία του να επανεκδοθεί διορθωμένο το βιβλίο του Αρς, και μάλιστα τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν την πρώτη έκδοση του βιβλίου της, δεν της επέτρεψε να παραπέμπει με άνεση στην πρώτη έκδοση, που έχει χαρακτηριστεί από τον «μέντορά»της ως αναξιόπιστη! Κουλουβάχατα. Εξ ου και ένας προσεκτικός αναγνώστης, ο Γ.Κ., παραξενεμένος από την αναφορά σε «μηνιαία» φορολόγηση, κάτι που δεν συνηθίζεται πουθενά στον κόσμο, ανέτρεξε στο βιβλίο του Αρς και διαπίστωσε την απάτη.

Όπως  προανέφερα, η Β.Ψ., στη δεύτερη εκτενέστερη αναφορά της στο ζήτημα, την οποία ήδη παρέθεσα εδώ, παραπέμπει και στις δύο εκδόσεις του Αρς, ως εάν να ήταν ισοδύναμες, χρησιμοποίησε δηλαδή την καβάντζα της αδόκιμης έκδοσης. Ανατρέχοντας στην πολυγραφημένη και σχετικά σπάνια πρώτη έκδοση, είχα μπροστά μου όλα τα τεκμήρια της απάτης, και του περίτεχνου τρόπου με τον οποίον είχε φιλοτεχνηθεί.  Ωστόσο, γράφοντας ένα σύντομο βιβλίο για το Σούλι και όχι για την Β.Ψ., δεν ήθελα να αφιερώσω ειδικό κεφάλαιο στο θέμα, σημείωνα απλώς  την ψευδή παραπομπή, χωρίς να επιμείνω ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο η κυρία είχε οργανώσει τις πανουργίες της. Όμως η Β.Ψ. επέλεξε να δοθεί συνέχεια, αμφισβητώντας τη λαθροχειρία της και επικρίνοντάς με για ατελή χρήση της βιβλιογραφίας. Έτσι με υποχρέωσε να επεκταθώ παραθέτοντας κουραστικές αλλά αναγκαίες, πλέον, λεπτομέρειες.

 ο Χριστόφορος Περραιβός

Συνωστισμός… ψευδολογιών

Αν αναφερθώ στις πολλαπλές διαστρεβλώσεις και αποσιωπήσεις του βιβλίου της, αυτές δεν έχουν τέλος. Να θυμίσω την απόφανσή της για τον Σαμουήλ και το Κούγκι:

Ο Περραιβός ως εκ τούτου είναι ο δημιουργός του μυθικού προσώπου του Σαμουήλ και της αυτοπυρπόλησής του. Απ’ αυτόν θα αντλήσουν οι μεταγενέστεροι ιστοριογράφοι και λογοτέχνες, αναπαράγοντας πιστά στο έργο τους την ηρωική αυτοθυσία του ιερομόναχου[28].

Όπως ίσως θα θυμάται ο αναγνώστης, κατέδειξα πως υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις μαρτυρίες «περιηγητών» και μάλιστα από τους σημαντικότερους, του Μπαρτόλντυ, του Πουκεβίλ,  του Χομπχάουζ και του Χόλλαντ, που προηγούνται, ακόμα και κατά μία δεκαετία, εκείνης του Περραιβού.

Και όμως, η κατά τα άλλα άξια μυθιστοριογράφος κ. Ψιμούλη δεν έδωσε καμία εξήγηση στην «απάντησή» της. Και μετά τα όσα παραθέτω συνοπτικά εδώ, θέλει να μας πείσει πως «τυχαία» και εκ παραδρομής ταύτισε τον Φώτο Τζαβέλα με τον καπετάνο «που ήθελε να «πουλίσει»  τους Σουλιώτες, σε επιστολή γραμμένη από τον… Φώτο.

Κατά τύχη και εκ παραδρομής «έστησε» μια ολόκληρη «μηχανή» ώστε να εμφανίσει τη φορολόγηση των Παρασουλιωτών από τους Σουλιώτες δωδεκαπλάσια από την πραγματική.

Από αμέλεια δεν παρέθεσε την επιστολή του Φώτου στις 4 Δεκεμβρίου 1803.

Από έλλειψη μνήμης, στην «απάντησή» της για τη «θύμηση» της Σέλιανης, διαστρέφει «εν ψυχρώ» και σκανδαλωδώς ημερομηνίες και γεγονότα.

Από απροσεξία δεν πρόσεξε ότι ο Γ.Κ. περιλαμβάνει στο βιβλίο του το καταδικαστικό δίστιχο για τον Φώτο!

Όσο για την υπέρτατη ύβρη του «συνωστισμού» των Σουλιωτισσών στο Ζάλογγο, και πάλι επιχειρεί να μας ζητήσει τα «ρέστα», αντί να προσπαθήσει, έστω εκ των υστέρων, να την ανασκευάσει. Ας διαβάσουμε πως «διαχειρίζεται» το σχετικό ζήτημα:

…ο ΓΚ, τόσο στο εισαγωγικό του σημείωμα όσο και στο οπισθόφυλλο της έκδοσης του βιβλίου του, παραθέτει μία δική μου διαζευκτική πρόταση μόνον κατά το ήμισυ, αποσιωπώντας το δεύτερο ήμισυ της πρότασης. Συ­γκεκριμένα, στη σ. 439 του βιβλίου μου περιέχεται η φράση: «Στη διάρκεια της διεξαγόμενης σε στε­νωπούς και μονοπάτια του όρους μάχης, μέρος των γυναικόπαιδων κατακρημνίστηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτι­μήσουν για αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμα­λωσία». Τι επινοεί ο ΓΚ προκειμέ­νου να καθοδηγήσει τον «αμελή» ή «επιμελή», αλλά πάντως ανύποπτο αναγνώστη του, στην υπόδειξη των «εχθρών του έθνους» με αφορμή το κρινόμενο βιβλίο; Αφ’ ενός, στη σ. 20 της εισαγωγής του διακόπτει τη διαζευκτική πρόταση στη μέση, αποσιωπώντας το δεύ­τερο διαζευκτικό. Αφετέρου, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ανα­φέρει σαρκαστικά: «..είναι πιθανό οι Σουλιώτισσες να έπεσαν στο βάραθρο σπρωγμένες από τους ίδι­ους τους Σουλιώτες πολεμιστές! Συνωστισμένες στη Σμύρνη, συ­νωστισμένες στο Ζάλογγο!» [ ] Το ενδεχόμενο της κατακρήμνισης των γυναικών μέσα σε συνθήκες καταδίωξης και προ­φανώς συμμετοχής στις εκ του συ­στάδην μάχες δεν διατυπώνεται ως άρνηση του πατριωτικού «θανάτου της απόγνωσης», αλλά ως μια διε­ρεύνηση και διεύρυνση των συνθη­κών εξόντωσης της σουλιώτικης ομάδας από τις δυνάμεις του επίορκου πασά [29].

Όμως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ότι παραθέτω το απόσπασμά της ημιτελές και άρα αλλοιωμένο, στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου μου για το ζήτημα του χορού του Ζαλόγγου (σελίδα 135), παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο της:

Στη διάρκεια της διεξαγόμενης σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικοπαίδων κατακρημνίστηκε είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν γι’ αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμαλωσία. Αγνοούμε, ωστόσο, αν αυτό συνέβη «εν χοροίς και άσμασι», όπως περιγράφει ο Περραιβός στην έκδοση της Βενετίας. Ο ίδιος βέβαια θα το αναιρέσει στην έκδοση της Αθήνας, αλλά θα το επαναλάβουν οι μεταγενέστεροι Ι. Λαμπρίδης και Σπ. Αραβαντινός, πλάθοντας έτσι τον δεύτερο ηρωικό μύθο μετά απ’ αυτόν της αυτοπυρπόλησης του Σαμουήλ[30].

Όπως διαπιστώνει ακόμα και ο «αφελής» αναγνώστης, η Ψ., για μια ακόμα φορά, επιχειρεί να τον παραπλανήσει. Διότι είναι εκείνη που δεν παραθέτει το δικό της απόσπασμα στο σύνολό του και παραλείπει το τελευταίο μέρος του: «Αγνοούμε, ωστόσο, αν αυτό συνέβη «εν χοροίς και άσμασι», όπως περιγράφει ο Περραιβός στην έκδοση της Βενετίας [ ] πλάθοντας έτσι τον δεύτερο ηρωικό μύθο μετά απ’ αυτόν της αυτοπυρπόλησης του Σαμουήλ». Άραγε, τι συνάγει κανείς από αυτό; Ότι ο Περραιβός κατασκεύασε τον «μύθο» του χορού του Ζαλόγγου, όπως είχε κατασκευάσει και εκείνον του Σαμουήλ!

Η Ψ. δεν αναφέρεται καθόλου στο σχετικό εκτενές κεφάλαιο του βιβλίου μου αλλά παραπέμπει μόνο στον πρόλογο και το οπισθόφυλλο, διότι θα έπρεπε να υπερασπιστεί μια κατασκευή που όχι μόνο δεν προκύπτει από πουθενά αλλά αποτελεί την ουσία της τοποθέτησής της: δηλαδή, ότι κατακρημνίστηκαν συνωστισμένες. Είναι χαρακτηριστικός και αριστοτεχνικός ο τρόπος που «στήνει» την παραχάραξη: στο τέλος της φράσης της, χαρακτηρίζει το γεγονός «ηρωικό μύθο», ενώ στην αρχή έχει μιλήσει για ένα «μέρος γυναικοπαίδων» που «κατακρημνίσθηκε είτε απωθούμενο…»  Στο βιβλίο μου, έδειξα πως, πριν από τον Περραιβό, ο Μπαρτόλντυ το 1805 και ο Χόλλαντ το 1813 είχαν μιλήσει για τον τραγικό αυτοχειριασμό των Σουλιωτισσών, ενώ κανείς, ποτέ, πριν από την ίδια, στα εκατοντάδες αν όχι χιλιάδες βιβλία που αναφέρονται στο θέμα, δεν είχε μιλήσει περί «απωθήσεως». Και όμως, η Ψ. ανακάλυψε και αυτή την πιθανότητα από το πουθενά, και την έθεσε δήθεν ως αντικείμενο «προβληματισμού»! Και έχει το θράσος να διαμαρτύρεται.

Νομίζω ότι το ζήτημα έχει γίνει κουραστικό, και για τον «Γ.Κ.», πόσο μάλλον για τον αναγνώστη, ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο. Η Β.Ψ. έχει οικοδομήσει το βιβλίο της –τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα ζητήματα που θίγω– σε πληθώρα παραποιήσεων, αποσιωπήσεων και ψευδών. Δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει –δυστυχώς γι’ αυτήν– καμία αμφιβολία.

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, η μισή «απάντηση» της Β.Ψ. δεν επικεντρώνεται στα επίδικα ζητήματα, αλλά στο εάν ο Γ.Κ. είναι «ειδικός»! Δεν σκοπεύω να ασχοληθώ εδώ παρά μόνο με ένα συναφές σημείο, παραδειγματικά:

Στη μελέτη μου, είχα τονίσει πως το βιβλίο της κ. Ψ. βρίθει τόσων ανακριβειών, ώστε πρέπει κανείς να εξετάζει εξονυχιστικά κάθε παραπομπή της. Ιδού η απάντηση της σε αυτή την παρατήρηση:

Αλλά ο ΓΚ, οχυρωμένος πίσω από το πρόσχημα της ελάχιστης ευθύνης του μη ειδικού, επιλέγει άλλο τρόπο εργασίας. Τον κουρά­ζουν το πλήθος των τεκμηρίων, οι δυσεύρετες πηγές, οι αντιφατικές και συχνά αλληλοαναιρούμενες πληροφορίες. Τον ενοχλεί ο όγκος και ο «θόρυβος» των πληροφοριών καθώς και η βάσανος της ένταξής τους σε λογικά αφηγηματικά και όχι αλληλογρονθοκοπούμενα σχή­ματα ερμηνείας, αποδίδοντας όλα αυτά, αδιακρίτως, στην καταχθόνια πρόθεση του συγγραφέα να παρα­πλανήσει σκοπίμως τον αναγνώ­στη, προκαλώντας του σύγχυση και συσκότιση της αλήθειας με τον όγκο των παραπομπών που παρέ­χει! Έτσι, λοιπόν, δηλώνει ρητά στη σ. 161 της μελέτης του:

«Για να αναγνωστεί [το βιβλίο της Β. Ψιμούλη], από τον οποιονδήποτε επιμελή ανα­γνώστη, θα πρέπει να συνο­δεύεται από έναν όγκο παρα­πεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της ιστορικής αλήθειας πα­ρεμπιπτόντως».

Κατόπιν αυτής της βαρυσήμαντης παρατήρησης του ΓΚ, προτείνω εφεξής η ιστορία να γράφεται με γνώμονα την κούραση του ανα­γνώστη, έτσι ώστε και οι αμελείς εξ αυτών να ικανοποιούν ακόπως το πάθος τους για μύθους και οι επι­μελείς να ικανοποιούν μόνοι τους, ανατρέχοντας στις διαθέσιμες πηγές τις όποιες απορίες επιφυλάσσει η φιλομάθειά τους[31].

Χρειάζονται άραγε σχόλια; Ο Γ.Κ. την επικρίνει για συστηματική παραποίηση που την καθιστά αναξιόπιστη, γεγονός που υποχρεώνει τον αναγνώστη να εξετάζει δύο και τρεις φορές κάθε παραπομπή της και η Ψ. προσποιείται πως ο Κ. είναι… «τεμπέλης» και την επικρίνει για το πλήθος των παραπομπών της! Όσο για το θέμα του «μη ειδικού», στο οποίο αναφέρεται κατά κόρον, αντιπαρατάσσοντας την επιστημοσύνη και την ειδίκευσή της, κάτι γνωρίζουν οι Έλληνες από «ειδικούς», που κατέστρεψαν τη χώρα, κινούμενοι από την ιδεολογική και υλική ιδιοτέλειά τους. Ο Γ.Κ. όντως δεν ήταν «ειδικός» στο Σούλι, αλλά και από ιστορία γνωρίζει και, εν τέλει, «έμαθε» περισσότερα από την Β.Ψ. για το Σούλι, στα θέματα που πραγματεύτηκε.  Επί πλέον, έχει διαβάσει πολλά… αστυνομικά μυθιστορήματα – θα μπορούσα να ισχυριστώ πως είναι σίγουρα «ειδικός» στον Ντάσιελ Χάμετ, τον Ρέημον Τσάντλερ, τον Ρος Μακντόναλντ και τον… Τζον Λε Καρέ! Και για να αντιμετωπιστούν τα τεχνάσματα της κ. Ψ., εκτός από γνώση των πηγών, χρειάζονται και άλλες ειδικότητες.

«Εθνολαϊκιστές» και «επιστήμονες»

Η Ψ. ξεκινά την απάντησή της  στο κείμενό μου ως εξής:

Δεκατέσσερα (14) ολόκληρα χρόνια μετά την κυκλοφορία τον βιβλίου Σούλι και Σουλιώτες, ο  γνωστός από τις εμφανίσεις του σε περιθωριακά τηλεοπτικά κανάλια, Γιώργος Καραμπελιάς, ανακαλύπτει τον «εθνοαποδομητικό» λόγο της συγγραφέως και τον «συνωστισμό» στο Ζάλογγο. Για ποιον λόγο, άραγε, μένουμε τόσον καιρό «συνωστισμένοι» στην εθνική ιστορία[32];

Και κλείνει με την ακόλουθη φράση:

Αναρωτιέμαι γιατί ο ΓΚ ανακά­λυψε μετά από δεκατέσσερα (14) ολόκληρα χρόνια τον «εθνοαποδομητικό» λόγο της συγγραφέως και τον «συνωστισμό» στο Ζά­λογγο; Όλα αυτά τα χρόνια, ο αριστερός(;), ο δεξιός(;) πατριω­τισμός του, εν τέλει ο ακραιφνής και άδολος εθνικισμός του βρι­σκόταν εν υπνώσει; Ή μήπως τον ξύπνησε η συγκυρία του «συνω­στισμού» στη Σμύρνη και αποφά­σισε, εκ του μη όντος, να κατα­σκευάσει άλλον έναν «συνωστισμό στο Ζάλογγο» προς άγραν ιδεο­λογικοπολιτικού ακροατηρίου, το οποίο προσωρινώς εξοικονομεί σε τηλεκανάλια του πρόθυμου περί τα τοιαύτα εθνολαϊκιστικού περιθωρίου[33];

Θα προσπεράσω τα περί περιθωριακών καναλιών και εθνολαϊκιστικού περιθωρίου, που σκοπεύουν μάλλον να χαϊδέψουν τα αυτιά του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται η συγγραφέας, νανουρίζοντάς το με την αυταπάτη ότι οι συν αυτή εξακολουθούν να κατέχουν την ιδεολογική ηγεμονία, που τους παρείχε δαψιλώς, μαζί με άλλες λιγότερο άυλες απολαβές, η ύστερη μεταπολίτευση.

Κατανοώ επίσης τον αιφνιδιασμό που υπέστη η συγγραφέας όταν, μετά από… δεκατέσσερα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων έδρεπε τις δάφνες των… κόπων της, εμφανίζεται ένα βιβλίο που όχι απλώς αμφισβητεί τις ιδεολογικές προκείμενες και συναγωγές του πονήματός της, αλλά και την ίδια την επιστημονική του εγκυρότητα, καθώς και την εντιμότητα της συγγραφέως στην αντιμετώπιση και διαχείριση του ιστορικού υλικού.

Ωστόσο, θέλω να την διαβεβαιώσω ότι δεν την επέλεξα ως –όντως– εύκολο  θύμα για να τη ρίξω βορρά στο «εθνολαϊκιστικό περιθώριο», αλλά «καθυστερημένα» (sic) ασχολήθηκα μαζί της, και συνεχίζω να το κάνω και εδώ, διότι δεν είναι επιτρεπτό σε οποιονδήποτε και οποιαδήποτε να κατασυκοφαντεί με τόσο βάναυσο  και χυδαίο τρόπο ένα ηρωικό τμήμα του ελληνισμού όπως οι Σουλιώτες. Όταν, μάλιστα –κακώς, κάκιστα– το συγκεκριμένο βιβλίο έχει χρησιμοποιηθεί για «δεκατέσσερα χρόνια», ως βιβλίο αναφοράς για την ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών και η Β.Ψ. έχει αναδειχθεί σε «ειδική» επί του Σουλίου.

Ο δεύτερος λόγος που ασχολούμαι και πάλι με την κ. Ψ. είναι διότι θεωρώ απαράδεκτο ένας χώρος και άτομα που παραβιάζουν κατάφορα την ιστορική αλήθεια και κάθε ίχνος επιστημονικής δεοντολογίας να διεκδικούν στέφανο επιστημονικότητας. Και, αντί να σιωπήσει και να αποσύρει το απαράδεκτο πόνημά της προς διόρθωση, τουλάχιστον, επιλέγει να «απαντήσει», επισωρεύοντας, όπως κατέδειξα,  νέα ψεύδη, σε εκείνα του βιβλίου της.

Εξάλλου, το μεγαλύτερο μέρος της «απάντησής» της δεν αφιερώνεται στην –αδύνατη εξ άλλου– αντίκρουση των απολύτως τεκμηριωμένων αιτιάσεών μου, αλλά στην προσπάθεια να εξευμενίσει και να κολακεύσει τον χώρο των εθνοαποδομητών ιστορικών, ώστε να μη στραφούν εναντίον της, εξ αιτίας ατοπημάτων που αντανακλούν στο σύνολο του «χώρου». Ας πάρουμε μια γεύση από τις αναρίθμητες κολακείες με τις οποίες διανθίζει το κείμενο της απάντησής της:

…θέλω να καταθέσω ότι αισθάνομαι ιδιαίτερα προνομιούχος επειδή στην πορεία μου, ως ιστορικός, είχα τη μεγάλη τιμή και ικανοποίηση να συναναστραφώ και να συνεργαστώ με ορισμένους από τους πιο έγκριτους και γνωστούς για το έργο τους, ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας. Ήταν και εί­ναι πνευματικοί άνθρωποι που αφιέρωσαν τη ζωή τους –πάνω από μισό αιώνα– στην υπηρεσία της επιστημονικής διερεύνησης πολλών και άγνωστων πτυχών του οικονο­μικοκοινωνικού γίγνεσθαι της νεό­τερης Ελλάδας, από το ύστερο Βυ­ζάντιο μέχρι σήμερα. Υπό το φως νέων αντιλήψεων και προβληματι­σμών που αφομοίωσαν δημιουργικά κατά τη μακρόχρονη παραμονή τους σε μεγάλα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερι­κού. Χάρις στη δική τους γενναιόδωρη προσφορά συγκροτήθηκε ένα corpus επιστημονικής ιστορικής παραγωγής που έμελλε να ανανε­ώσει ή και να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική επι­στήμη αντιμετώπιζε, μέχρι τότε, τα ερωτήματα των νοοτροπιών, της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της νεότερης Ελλάδας. Σημαντι­κές εκδόσεις και περιοδικά (να θυ­μίσω μόνον τα Ιστορικά;), δεκάδες διδακτορικών διατριβών, εκατο­ντάδες πρωτότυπων άρθρων και δημοσιεύσεων υψηλής εκλαΐκευσης συνιστούν τη δική τους συνει­σφορά, μέσω της ιστορικής επι­στήμης, στην αυτογνωσία του έθνους. Αυτογνωσία, η οποία, αποστρεφόμενη δαιμονοποιήσεις ή ηρωοποιήσεις του παρελθόντος, επέλεξε να εστιάζεται στην απο­στασιοποιημένη προσέγγιση των αναπόφευκτων αντιφάσεων της αν­θρώπινης κατάστασης, η οποία εμπλέκεται ή πρωταγωνιστεί σε ιστορικά συμβάντα εγγεγραμμένα σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και ιδεολογικοπολιτικά συμφραζόμενα. Αν όλη αυτή η πνευματική παραγωγή, εντυπωσιακή σε ποιό­τητα και όγκο, των εν λόγω επαγ­γελματιών ιστορικών, φέρει κατά τον ΓΚ τη σφραγίδα του «αντιπατριωτισμού» και του «μίσους προς το έθνος», τότε ο ΓΚ δικαιούται να διεκδικεί, χωρίς μάλιστα συναγω­νισμό, τον τίτλο του επαγγελματία πατριώτη.

Νομίζω πως μόνο ένα σχόλιο αρμόζει σε αυτή την απίστευτη αλυσίδα των κολακειών: ανυπόφορο «γλείψιμο». Ο στόχος είναι προφανής. Η Ψ. δεν επιθυμεί να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια ή έστω το τρωθέν «επιστημονικό κύρος» της, αλλά απλώς  να  συγκροτήσει «συμμαχίες». Αν επιτύχει, έστω κατά ένα μέρος, οι ιστορικοί του χώρου να αισθανθούν αλληλέγγυοι μαζί της στην επίθεση που δέχεται από τους «πατριώτες», τότε η «απάντησή» της θα έχει πιάσει τόπο!

Ωστόσο, είναι τόσο αδέξια –παρά το ότι θεωρεί ότι είναι ιδιαίτερα επιδέξια στο «μαγείρεμα» των διαστρεβλώσεων και των παρασιωπήσεων– ώστε ομολογώ ότι, κάποιες στιγμές, αισθάνθηκα ακόμα και οίκτο. Και το λέω ειλικρινώς, μολονότι δεν θα έπρεπε, ιδιαίτερα όταν περιλαμβάνεται στους «κερδισμένους» του συστήματος και υβρίζει τους πιο «χαμένους». Ομολογώ ότι, συχνά, παρασύρομαι σε γενικές ιστορικές και κοινωνιολογικές διαπιστώσεις και βλέπω κάποτε τους συγκεκριμένους ανθρώπους ως αθύρματα πιασμένα μέσα στη δίνη των μεγάλων ρευμάτων της ιστορίας, ξεχνώντας την προσωπική τους ευθύνη. Ή μήπως το «άφες αυτοίς…» μας έχει διαποτίσει από τα παιδικά μας χρόνια;

Γνωρίζω πάντως το ζήτημα από τα μέσα. Κάποιοι άνθρωποι μπήκαν/με, πολλοί με αγαθές προθέσεις, στη διάρκεια της δικτατορίας ή και πριν από αυτή, σε έναν ιδεολογικό/πνευματικό χώρο, που επιθυμούσε να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια από τις στρεβλώσεις της κυρίαρχης μετεμφυλιακής δεξιάς και του οργανωσιακού ευσεβισμού έστω και αν τραβούσε τα πράγματα προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπως είχε συμβεί π.χ. με τον Γιάννη Κορδάτο. Αντίθετα, ο Νίκος Σβορώνος αποτελεί ένα παράδειγμα επιτυχημένης ισορροπίας.

Ωστόσο, μετά τη μεταπολίτευση, αυτός ο χώρος άρχισε τη «μακρά πορεία» μέσα στους θεσμούς, εγκαταλείποντας, βήμα το βήμα, κάθε στοιχείο ανταγωνισμού, προσαρμόζοντας, ανάλογα και σταδιακά, την ιδεολογία του στα ζητούμενα της εποχής και του συστήματος. Βέβαια, υπήρξαν/με αρκετοί όσοι «μείναμε όπως μας γέννησε η μάνα μας Ισπανία», καταβάλλοντας το ανάλογο τίμημα, αλλά οι μηδίσαντες ήταν εκείνοι που έδιναν τον τόνο. Καθώς η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης και του «αντιεθνικισμού» απαιτούσε μια ανάλογη παραγωγή ιστορικών, παιδαγωγικών, κοινωνιολογικών και λοιπών πονημάτων και απόψεων, έφθασαν σταδιακώς, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», να μεταβληθούν στο σκεύος εκλογής ενός συστήματος που τους χρειαζόταν – με το αζημίωτο πάντα. Κατέκλυσαν τα Πανεπιστήμια, τα κρατικά αρχεία, τους πολιτιστικούς οργανισμούς του κράτους, των τραπεζών, ακόμα και των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, τις εφημερίδες – και, σχεδόν μονοπωλιακά, τα πολιτιστικά τους ένθετα. Και συγκρότησαν το μεταμοντέρνο κράτος των Αθηνών, όπου η δεξιά(;) αστυνομία ανελάμβανε τη βίαιη καταστολἠ και η αριστερή διανόηση την πνευματικο-ιδεολογική, κάτω από την μπαγκέτα επιδέξιων μικρομεσαίων σοσιαληστών. Έτσι, η πρώην ή κάποτε και δήθεν αριστερή διανόηση συγκρότησε, και εξακολουθεί να συγκροτεί, τον βραχίονα της ιδεολογικής τρομοκρατίας και του αποκλεισμού κάθε αντίπαλης και προπαντός κάθε «εθνικιστικής» αντίληψης από τους χώρους του πνεύματος και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Ποιός θα μπορούσε ή θα τολμούσε, στις περισσότερες ιστορικές σχολές, να γράψει μια διατριβή για το Σούλι και τους Σουλιώτες, που θα παρουσίαζε αντικειμενικότερα την πραγματικότητα, δηλαδή θα αναδείκνυε, παρά τις αντιφάσεις τους, την ηρωική και ανυπότακτη ελληνικότητα των Σουλιωτών; Αντίθετα, το «σύστημα» ζητούσε διατριβές, εργασίες, διανοουμένους που να μειώνουν και να σμικρύνουν το  μέγεθος και τον ρόλο των αγωνιστών, να υποβαθμίζουν τις εκκλησιαστικές μορφές, να μεταβάλλουν τους πατέρες του γένους σε κακέκτυπα του Βολταίρου. Εδώ έφτασε ο Π. Κιτρομηλίδης να γράφει για τον Ρήγα πως δεν σκόπευε να δημιουργήσει ένα ελληνικό κράτος αλλά ότι «…η Ελληνική Δημοκρατία, παράλληλα προς την Γαλλική Δημοκρατία, είναι άλλη μία Πολιτεία της Αρετής. Με αυτή την έννοια του ριζοσπαστικού πολιτικού ουμανισμού πρέπει κυρίως να νοηθεί ο ελληνικός της χαρακτήρας[34]». Πόσο μάλλον, όλοι εκείνοι, οι εκατοντάδες συγγραφείς διδακτορικών διατριβών σε ευαίσθητους ιδεολογικά τομείς, που ήταν υποχρεωμένοι  να ακολουθούν την αντιεθνικιστική και αποδομητική vulgata προκειμένου να ανακηρυχθούν διδάκτορες και, ακόμα περισσότερο, να σταδιοδρομήσουν στους ελεγχόμενους από τον «χώρο» φορείς – Πανεπιστήμια, εκδόσεις, οργανισμούς, κρατικούς ή μη κ.λπ.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, οι μελλοντικοί επιστήμονες και πνευματικοί άνθρωποι της χώρας ωθούνταν σε διαστρεβλώσεις, αποσιωπήσεις, πνευματική ανεντιμότητα, υποταγή στις αυθεντίες. Γιατί όχι και στις παραποιήσεις στοιχείων, δεδομένου ότι, ούτως ή άλλως, η ιδιοτέλεια, ταξική και ιδεολογική, κυριαρχούσε σε αυτόν τον χώρο; Γιατί λοιπόν και η Β.Ψ. να μην αποσιωπήσει κάποια στοιχεία, και εν τέλει να μην παραποιήσει ορισμένα άλλα, ώστε να  αποδείξει, όπως λέει στην απάντησή της, πως οι Σουλιώτες «γεννήθηκαν Αρβανίτες, έζησαν Σουλιώτες, πέθαναν Έλληνες»[35]: δηλαδή ότι, στο Σούλι, δεν κατοίκησαν ποτέ Έλληνες, αλλά έγιναν με τον θάνατό τους, ποιος ξέρει ίσως και μετά θάνατον! Πέρα από την ύβρη που ενέχει αυτή η απάντηση, είναι ίσως μια ειλικρινής απόφανση και διευκρινίζει τους στόχους της. Αυτό έθετε ως στόχο ο «χώρος» και αυτό έπρεπε να αποδείξει. Όσο για την αλήθεια, τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, έχει μάλλον δίκιο όταν απευθύνεται στους επιφανείς «δασκάλους» της και τους καλεί να την προστατεύσουν. Διότι τον δικό τους λόγο και στερεότυπα αναπαρήγαγε. Τα ψεύδη της είναι δικά τους ψεύδη! Εξ άλλου είναι και άμεσα υπεύθυνοι, διότι αυτοί την καθοδηγούσαν, την συμβούλευαν, έκριναν το διδακτορικό της, το εξέδωσαν στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, εισήγαγαν το βιβλίο της στα Πανεπιστήμια, την ανακήρυξαν σε επιφανή «σουλιωτολόγο» κ.ο.κ. Τώρα, λοιπόν, δεν μπορεί και δεν πρέπει να την «πουλήσουν»!

Δυστυχώς για την ίδια όμως, η Β.Ψ. «πιάστηκε», και έκανε μάλλον ζημιά στον «χώρο» της, ενώ δείχνει μεγάλη αδεξιότητα και στην αναγκαία συγκάλυψη, επιστρατεύοντας νέα χονδροειδή και εύκολα καταδείξιμα ψεύδη. Ίσως, μία ελπίδα να διασωθεί, τουλάχιστον στο κύκλωμά της, είναι ακριβώς η ιδιαίτερη αγάπη που τρέφουν για τον Γ.Κ. οι «δάσκαλοί»  της. Φαντάζομαι ότι θα επενδύσει αρκούντως σε αυτό. Ωστόσο, τα πράγματα δεν πάνε καλά για τον «χώρο» στο σύνολό του, διότι έχει μάλλον εισέλθει στη φάση της αναπόδραστης παρακμής του.

  Θα κλείσω αυτή τη ήδη μακρά ενασχόλησή με τη Β.Ψ. επανερχόμενος στην τόσο εύγλωττη συμπερασματική της απόφανση: «γεννήθηκαν Αρβανίτες, έζησαν Σουλιώτες, πέθαναν Έλληνες». Θα μπορούσα να εκφράσω τη δική μου θέση με μια ανάλογη ανταγωνιστική απόφανση: «Γεννήθηκαν Ρωμιοί/Έλληνες –Αρβανίτες ή Ελληνόφωνοι– πάλεψαν ως Έλληνες/Ρωμιοί, πέθαναν Έλληνες». Το ότι η ελληνική τους ταυτότητα, γύρω στα 1600, όταν αρχίζουν την ιστορική τους διαδρομή, ορίζεται με τα ειδολογικά στοιχεία του «γένους» των ορθόδοξων Ρωμιών/Ελλήνων, και, όταν πεθαίνουν, με εκείνα του έθνους-κράτους, που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον πάλεψαν με το αίμα τους για να γεννηθεί, δεν μεταβάλλει την ελληνικότητά τους  Έλληνες στην αρχή, Έλληνες στο τέλος, τόσο ίδιοι αλλά και τόσο διαφορετικοί.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της αντιπαράθεσης. Για τους εθνομηδενιστές ιστορικούς, δεν υπάρχει ιστορική συνέχεια των Ελλήνων. Αποτελούν «κατασκευή» επιγενέστερη, είτε της γαλλικής Επανάστασης, είτε του δυτικού φιλελληνισμού και ρομαντισμού, είτε της ανάπτυξης της αστικής τάξης, μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, και, προπαντός, του κράτους. Μέσα σε αυτό το σχήμα κινούνται απλόχωρα οι Σουλιώτες της Ψιμούλη. Γίνονται Έλληνες… πεθαίνοντας στα αναρίθμητα πεδία των μαχών όπου έχυσαν το αίμα τους για την αναγεννώμενη πατρίδα. Υπέρτατη ύβρις, αλλά ταυτόχρονα και η μόνη ιστορική πρόταση των αποδομιστών.

Και επειδή αυτό το σχήμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επειδή ο νεώτερος ελληνισμός έχει ήδη αρχίσει να συγκροτείται μετά το 1204 και οι Έλληνες, σκλαβωμένοι στους Φράγκους και τους Οθωμανούς Τούρκους, αγωνίζονται διαρκώς για να ξανακερδίσουν την ελευθερία τους επειδή σε αυτό συνηγορούν οι αναρίθμητες εξεγέρσεις τους, οι κλέφτες στα βουνά, οι νεομάρτυρες, τα εκατοντάδες χιλιάδες των θυμάτων επειδή, παρεμπιπτόντως, αυτό υποστηρίζουν και όλοι οι μεγάλοι ιστορικοί μας, από τον Παπαρρηγόπουλο έως  τον Βακαλόπουλο και τον Σβορώνο· και επειδή, ανάμεσα σε αυτούς τους Έλληνες, περίοπτη θέση κατέχουν οι Μανιάτες, οι Χειμαριώτες, οι Σουλιώτες και οι Σουλιώτισσες, τόσο το χειρότερο για την ιστορική αλήθεια. Τόσο το χειρότερο για τον Φώτο Τζαβέλα, τις Σουλιώτισες, τον Σαμουήλ, τον Μάρκο Μπότσαρη. Μπορούμε να αποσιωπούμε, να αποκρύβουμε, να διαστρεβλώνουμε.

Ναι, αλλά το ψεύδος έχει «κοντά ποδάρια».

Γ. Κ.

 11 Μαρτίου 2012

Την απάντηση της Βάσω Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας» στο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

 


[1] Γιώργος Καραμπελιάς, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο. Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2011.

[2] Βάσω Ψιμούλη, Σούλι και Σουλιώτες, Εστία, Αθήνα 42006.

[3] Πράγματι, όχι μόνο δεν επεσήμαναν, επί δεκαπέντε χρόνια, τα καταφανή σφάλματα του βιβλίου της κ. Ψιμούλη, αλλά κάποιοι συμμετείχαν  σε επιτροπές κρίσεως του βιβλίου της ως διδακτορικού πονήματος.

[4] Βλ Νίκος Βεντούρας  «Ο βαθμός μηδέν του πολιτικού διαλόγου» εφ. Ρήξη τχ. 6, 2007.

[5] Βλ. Βάσω Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», The Books‘ Journal, τχ. 17, Μάρτιος 2012, σσ. 70-73.

[6] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σσ. 72-73.

[7] Βλ. Βλ. Δημ. Σάρρου «Γράμματα αναφερόμενα εις τους αγώνας του Σουλίου και της Πάργης», Ηπειρωτικά Χρονικά 2 (1927), σσ. 273-275.

[8] Βλ. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου ελληνισμού, τ. Δ΄, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 621.

[9] Γ. Καραμπελιάς, Συνωστισμένες, ό.π.,  σσ. 86-87.

[10] Βλ Β. Ψιμούλη,  Σούλι…, ό.π., σ. 407.

[11] Βλ Β. Ψιμούλη,  Σούλι,ό.π., σ. 408-409.

[12] Δεν θέλω να εισέλθω στο ζήτημα της χρονολόγησης της επιστολής. Το ότι μοιάζει μάλλον να έχουν δίκιο οι Σάρρος-Βακαλόπουλος δεν συνιστά απόδειξη. Απλώς αναφέρομαι στα κίνητρα της Ψ. για την επιμονή της στα 1803! Εξάλλου, ένας ακόμα λόγος που ίσως συνηγορεί υπέρ της πρώτης εκδοχής είναι το ότι η επιστολή απευθύνεται στον πρόεδρο της Επτανήσου Πολιτείας, Σπυρίδωνα Θεοτόκη. Ο Θεοτόκης πέθανε τον Νοέμβριο του 1803 σε ηλικία 82 ετών, και μέχρι το 1802 ασκούσε πλήρως τα καθήκοντά του. Ωστόσο, μετά τον Αύγουστο του 1802, ουσιαστικός κυβερνήτης της Πολιτείας έχει αναδειχθεί ο Ρώσος αρμοστής Γεώργιος Μοτσενίγος, που εστάλη από τον τσάρο Αλέξανδρο στην Κέρκυρα, για να επαναφέρει τη διασαλευμένη τάξη. Αυτός αναλαμβάνει πλέον και τη διαχείριση του «σουλιωτικού» ζητήματος και τις επαφές με τους Παργίους και τους Σουλιώτες.

[13] Αν, δηλαδή, το «3 Δεκεμβρίου» αναφέρεται στην ημερομηνία αναγραφής της θύμησης, σε μια περιοχή που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από το Σούλι.

[14] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σ. 72.

[15] Χριστόφορος Περραιβός,  Ιστορία Σουλίου και Πάργας, Βενετία 1815, τ. Β΄, σ. 30.

[16] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σσ. 71-72.

[17] Γ. Καραμπελιάς, Συνωστισμένες…, ό.π.,  σ. 122.

[18] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π., σσ. 71-72.

[19] Γ. Καραμπελιάς, Συνωστισμένες… ό.π., σσ. 25-26.

[20] Αναφέρεται στη συνέχεια ως Αρς, 1994.

[21] Το βιβλίο  μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1967, όπως αναφέρεται στο εξώφυλλο της έκδοσης (Αθήνα 1967) και όχι το 1963 που είναι ο χρόνος έκδοσης του στα ρωσικά – ένα ακόμα μικρό δείγμα της επιστημονικής επάρκειας της ιστορικού μας. Γκριγκόρι Λ. Ἄρς, ¨Ἡ Ἀλβανία καί ή Ἥπειρος κατά τά τέλη τοῦ 18ου – ἀρχάς τοῦ 19ου αιώνος, μετάφραση εκ του ρω­σικού, Αθήνα 1967.

[22]  Αρς, 1994, σ. 10.

[23] Στον πρόλογο του οποίου γράφει: «Την υπόδειξη του θέματος και τις πρώτες συζητήσεις για τους πιθανούς δρόμους διερεύνησης του οφείλω στον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της εργασίας μου, μέχρι την παρούσα μορφή της, δεν έπαυσε να με ωθεί σε νέους προβληματισμούς αλλά και να με αποτρέπει από άγονες κατευθύνσεις…»  (Β.Ψ. 2006, σσ 17-18.).

[24] Και αυτή την απλή αρχή τη γνωρίζει η «ιστορικός» μας, όταν, παραπέμποντας στο ίδιο βιβλίο του Αρς, σε άλλη σελίδα του πονήματός της, εφαρμόζει τον ορθό τρόπο παραπομπής! Γράφει π.χ. στη σελίδα 178 σημ. 258 του βιβλίου της, σε σχετική παραπομπή : «Γ. Λ. Αρς, 1994, σ. 46 και 82, σημ. 79». Δηλαδή, εδώ, η Β.Ψ. ανακτά αίφνης την ικανότητά της για ορθή αναγραφή παραπομπών, την οποία είχε στιγμιαία απολέσει όταν επρόκειτο για τη χαλκευμένη παραπομπή!

[25] Στις σελίδες, 178, 221, 223 , 225, 250, 265, 266, 282, δύο στην 341, δύο στην 343, τέσσερις στην 346, τέσσερις στην 346, 347, δύο στην 348, 352, τρεις στην 153, δύο στην 355, 357, 358, δύο στην 360, 373, δύο στην 376, δύο στην 377, 383, τρεις στη 387, δύο στην 395, 402, 409, 410, 423, 451, τρεις στην 454!

[26] Μάλιστα, στις τελευταίες παραπομπές, δεν αναγράφει καν «Αρς, 1994», ώστε να διαφορίζεται από την πρώτη αναφορά, «Αρς, 1963», αλλά γράφει απλούστατα «Αρς», ως εάν να επρόκειτο για την παραπομπή σε ένα και μοναδικό βιβλίο της βιβλιογραφίας, εκείνο του 1994. Τόσο πολύ, λοιπόν, αναφέρεται η ίδια η συγγραφέας στην εκδοχή με τη οποία δούλεψε «κυρίως» !

[27] Βλ Β. Ψιμούλη,  Σούλι…, ό.π., σσ. 266-267.

[28] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σ. 436.

[29] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σ. 73.

[30] Β. Ψιμούλη, Σούλι…, ό.π., σσ. 439-440.

[31] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σσ. 70-71.

[32] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σ. 70.

[33] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σ. 73.

[34] Π. Κιτρομηλίδης, Ρήγας Βελεστινλής, ό.π., σ. 75.

[35] Βλ. Β. Ψιμούλη, «Το Ζάλογγο της πατριδογνωσίας», ό.π.,  σ. 73.

9 Σχόλια

  1. Ρε Γιώργο χαρά στο κουράγιο σου! Τίποτα άλλο.

  2. Συγχαρητήρια στον κ. Καραμπελιά για τον αγώνα που δίνει εναντίον στην προπαγάνδα του εθνομηδενισμού!

    Προτείνω:
    Εάν εκκρεμεί κάποιο άλλο «φλέγον» ζήτημα αποκατάστασης της ελληνικής ιστορίας (με κάποιο άλλο σύγγραμμα ή κάποια διάλεξη κλπ), οι αναγνώστες του «Άρδην» να κληθούν, όσοι έχουν την δυνατότητα, να συμβάλουν σε αυτό το εγχείρημα μέσω διαδικτύου:
    – προτείνοντας πηγές
    – εκπονώντας επιμέρους μελετήματα
    – ψηφιοποιώντας παλαιές εκδόσεις (πληκτρολόγηση/ σάρωση)
    – συμβάλλοντας ίσως και οικονομικά όσοι μπορούν
    κ.ο.κ.

    Το σίγουρο είναι ότι πολλές πτυχές της ελληνικής ιστορίας απαιτούν επιτέλους μία οριστική δικαίωση από την διαστρέβλωση στην οποία έχουν υποβληθεί. Νομίζω ότι τα κάτωθι πεδία παραμένουν καίρια:
    – Μικρασιατική εκστρατεία
    – Παιδεία και επιστήμη στο κράτος της Ρωμανίας («Βυζάντιο»)
    – Ναβαρίνο και τελική έκβαση της ελληνικής επαναστάσεως
    – Επικράτηση/ διαμόρφωση του χριστιανισμού στους κόλπους του ελληνισμού κλπ.

  3. Θέλω να αναφέρω μια τακτική που χρησιμοποιούν πολύ συχνά οι εθνοαποδομιστές και η οποία συνιστά βαρύ επιστημονικό σφάλμα. Όταν λοιπόν κάποια ή κάποιες πηγές αντικρούουν την άποψή τους αυτοί απορρίπτουν ή απλά αγνοούν την πηγή επειδή ο συγγραφέας της δήθεν δεν είναι αντικειμενικός. Για παράδειγμα απέρριψαν ή υποτίμησαν τις μαρτυρίες των Δυτικοευρωπαίων που δήλωναν συγκινημένοι από τον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και τις συνακόλουθες θυσίες των Ελλήνων ως λόγια ανθρώπων που ήταν επηρεασμένοι από το ρομαντισμό και ‘δε σκεφτόντουσαν καθαρά’.
    Επισημαίνω λοιπόν τα εξής:
    1- όλοι οι συγγραφείς των πηγών είναι επηρεασμένοι από κάτι γιατί είναι άνθρωποι και όλοι οι άνθρωποι έχουν μοναδική προσωπικότητα και ξεχωριστά συναισθήματα, αρέσκειες κι απαρέσκειες, ιδιαίτερες ιδέες κι επιθυμίες, σχέσεις με ποικίλα συμφέροντα (κρατικά, κοινωνικά, επαγγελματικά, ιδιωτικά, κ.λ.π.). Επομένως αν διαλέγαμε μόνο τις πηγές των ανεπηρέαστων από εξωγενείς παράγοντες ανθρώπων, τότε πολύ απλά δε θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε καθόλου με την ιστορία γιατί τέτοιες πηγές δεν υπάρχουν. Δε θα μπορούσαμε όμως, όπως εξηγώ παρακάτω, ούτε να συμβιώσουμε.
    2- στη μελέτη της ιστορίας αλλά και σε αμέτρητες εκδηλώσεις του κοινωνικού βίου ισχύει η ‘αρχή της αξιοπιστίας’ (ο όρος δικός μου), η οποία μοιάζει, σε περιεχόμενο και λειτουργία, με το ‘αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου’ από το χώρο του δικαίου. Δηλαδή όταν κάποιος μας δηλώσει κάτι το θεωρούμε σωστό εφόσον δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη λογική μας ή με κάτι που ήδη γνωρίζουμε. Π.χ. αν ο συμμαθητής μας στην τάξη συστηθεί ως ‘Γιώργος’ το αποδεχόμαστε ως αληθές. Αν ο μανάβης μας πει ότι τα λεμόνια που μας πουλάει είναι ελληνικά επίσης θεωρούμε ότι δεν ψεύδεται. Αν δε συνέβαινε αυτό δε θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία αφού ο καθένας μονίμως θα αμφισβητούσε ό,τι του λένε οι άλλοι, θα ήταν μέσα σε πλήρη σύγχυση κι αβεβαιότητα και θα αδυνατούσε να συνάψει σχέσεις με τους γύρω του (κάτι που προσπαθεί να πετύχει ο μεταμοντερνισμός).
    Στην ιστοριογραφία ισχύει κάτι ανάλογο. Αν π.χ. κάποιος έγραψε σε ένα κείμενο πριν 200 χρόνια ότι διεξήχθη μια μάχη στο τάδε μέρος την τάδε μέρα και την περιγράψει, τότε, εφόσον δεν έχουμε στοιχεία που να το αντικρούουν (π.χ. να ξέρουμε ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα όπλα που αναφέρει ή οι δυο χώρες είχαν ειρηνικές σχέσεις ή δεν υπήρχε η τάδε πόλη, κ.λ.π.) δεχόμαστε αυτό που λέει ως ιστορικό γεγονός. Ανάλογα δεχόμαστε ως γεγονότα τα αμέτρητα πράγματα που μας λένε οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, συνεργάτες μας, κ.λ.π. για τη ζωή τους, με την προϋπόθεση ότι δε μας λένε κάτι παράλογο ή που να έρχεται σε σύγκρουση με άλλες πληροφορίες (οπότε πάλι τίθεται θέμα λογικής αντίφασης).
    Στην ιστορία λοιπόν όταν κάποιος απορρίπτει μια πηγή ως ψευδή πρέπει να αποδείξει ότι είναι ψευδής. Δεν μπορεί να πει ‘οι Δυτικοευρωπαίοι ήταν ρομαντικοί άρα υπερέβαλαν για την ελληνική επανάσταση’ κι έτσι να υποβαθμίσει ή να απορρίψει όσα έγραψαν. Πρέπει να αποδείξει ότι υπερέβαλαν, π.χ. αντιπαραθέτοντας άλλες πηγές με αντίθετο περιεχόμενο, κι όχι να προβάλει μια ψυχανάλυση-ταξίδι στο χρόνο μέσα από την οποία με μαγικό τρόπο μπήκε στο νου τους και ‘είδε’ γιατί έγραψαν αυτό που έγραψαν και τώρα έρχεται και μας αποκαλύπτει την αλήθεια επειδή αυτός μόνο είναι αντικειμενικός και σκέφτεται καθαρά.
    Αυτό το σημείο θέλει μεγάλη προσοχή: η ψυχανάλυση-ταξίδι στο χρόνο χρησιμοποιείται κατά κόρον από τους μεταμοντέρνους, τους αποδομιστές και τους αναθεωρητικούς όποτε θέλουν να σχηματίσουν μια συγκεκριμένη εικόνα για το παρελθόν. Πρόκειται για πρακτική απόλυτα αντι-επιστημονική και πρέπει να επισημαίνεται και να επικρίνεται όποτε παρατηρείται.
    3- οι εθνομηδενιστές μιλάνε για ιστορικές αφηγήσεις κι όχι για ιστορία, υποστηρίζοντας τη μεταμοντέρνα πεποίθηση ότι στις κοινωνικές επιστήμες δεν υπάρχει μία αλήθεια. Δε θα επεκταθώ στο θλιβερό θέμα του μεταμοντερνισμού, το οποίο είναι τεράστιο σε έκταση και σημασία. Θα επισημάνω μόνο ότι:
    α- αλήθεια και άποψη είναι διαφορετικά πράγματα και κακώς συγχέονται
    β- επιστήμη χωρίς αναζήτηση της αλήθειας δεν υπάρχει
    γ- η αλήθεια είναι αντικειμενική, συναρτημένη με την πραγματικότητα και υπάρχει ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ή την επιθυμία του ανθρώπου να την ανακαλύψει ή να την προσεγγίσει
    δ- αφού υπάρχουν ‘πολλές αλήθειες’ (το οποίο βέβαια είναι λάθος, εξ ορισμού υπάρχει μία αλήθεια) γιατί οι εθνομηδενιστές προβάλλουν μόνο μία;
    ε-η ιστοριογραφία δεν είναι αληθοφανής σεναριογραφία, είναι η αναζήτηση της αλήθειας για το παρελθόν του ανθρώπου μέσα από τη συστηματική (κι όχι επιλεκτική ή αποσπασματική) μελέτη των πηγών και των γεγονότων που αυτές περιγράφουν.

    Ελπίζω αυτά που έγραψα να είναι κατανοητά και να μπορούν να σας φανούν χρήσιμα στην επιχειρηματολογία σας.

    • Αν π.χ. κάποιος έγραψε σε ένα κείμενο πριν 200 χρόνια ότι διεξήχθη μια μάχη στο τάδε μέρος την τάδε μέρα και την περιγράψει, τότε, εφόσον δεν έχουμε στοιχεία που να το αντικρούουν (π.χ. να ξέρουμε ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα όπλα που αναφέρει ή οι δυο χώρες είχαν ειρηνικές σχέσεις ή δεν υπήρχε η τάδε πόλη, κ.λ.π.) δεχόμαστε αυτό που λέει ως ιστορικό γεγονός

      Για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ βέβαια ότι ο ιστορικός δουλεύει απλά αθροίζοντας τις πληροφορίες από τις πηγές με κριτήριο το να μη συγκρούονται μεταξύ τους.

  4. Με την βοήθεια της κρατικής και ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, έχουν δημιουργηθεί στρατιές τέτοιων πλήρους απασχόλησης επαγγελματιών «επιστημόνων» (θού Κύριε!), με αποκλειστική αποστολή την δημιουργία «θορύβου».
    Πλέον, μοναδική πηγή απάντησης είναι «ερασιτέχνες» της ιστορίας, υπό την έννοια της μη επαγγελματικής απασχόλησης, αλλά ΌΧΙ της επιστημοσύνης. Τέτοιοι «ερασιτέχνες», όπως ο κ. Καραμπελιάς, αποδεικνύονται εξαιρετικά χαλκέντεροι και πολύ πιο μεθοδικοί στην έρευνά τους, καταλήγοντας να διασύρουν τους «επαγγελματίες».

  5. GEORGE EPIKOYREIOS, Atlanta, Georgia USA

    (SYGNOMH GIA TA GREEKLISH – ANANGH, OXI EPILOGH)

    1. Synxaritiria gia tin antapántissi sas!
    2. Pós sas fainetai i idea DHMOSSIOY dialógou … «pygmaxias (!)» (public debate) mé tin ka. Psimouli ;
    3. Sé mellontiki ektypossi / ékdossi tou vivliou sas «Synostisménes …», thá synistoussa ná prosthéssete kai merikous aplous XARTES tón sxetikon perioxón (i.e. Souli, Ioánnina, Eptanissa klp), diagrámmata meta-kinisseon tón vassikón protagonistón, kai merikés EIKONES tous. Thá voithousse simantiká tous anagnóstes ná katalávoun kalitera tá gegonóta (i.e. XRONOS kai XOROS!) Thá anévaze tin axia tou vivliou!
    4. H Istoria einai poly simantiki giá ná tin afinoume stá xéria tón epaggelmatión istorikón, idios tón panepistimiakón — zito oi erassitéxnes!
    Me exairetiki ektimissi,
    «Ethno-la-ikistis» kai epistimon (mixanikos, kai erassitéxnis istorikós tis mixanikis)

  6. ΧΡΗΣΤΟΣ Β. ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ

    ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ -ΣΤΙΣ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΕΠΙΔΟΞΟΥΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΟΥ ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΗ -ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΑ- ΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΝ ΕΣΚΕΜΕΝΑ ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΑΓΝΩΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΗΓΗΣΗΣ..ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ . ΤΙ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΧΕΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ Γ. ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ ?ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΣΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΝΟΣ ΑΤΟΜΟΥ ?ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΜΠΕΡΔΕΥΟΥΝ ΑΥΤΑ ? ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΩ ΩΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΔΗΛΩΝΩ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΡΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΚΑ ΑΝΤΙΘΕΤΟΣ,ΑΛΛΑ ΤΑΥΤΟΣΗΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ.

    ΠΕΡΙΤΡΑΝΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ- ΠΑΛΑΙΑ ΄΄ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑΣ», ΣΤΙΣ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ- ΤΟ 1804 ΟΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΄΄ΠΡΟΔΟΤΕΣ΄΄ Μ Π Ο Τ Σ Α Ρ Α Ι Ο Ι ΕΓΡΑΨΑΝ ΤΟ ΠΙΟ ΕΝΔΟΞΟ ΑΙΜΑΤΗΡΟ ΕΠΙΛΟΓΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΟΥ. ΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΠΟ ΝΕΟΚΟΠΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΝΑ ΠΑΝΕ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΛΜΗΣΟΥΝ ΚΟΙΤΑΞΟΥΝ ΕΣΤΩ, ΤΟ » ΒΑΡΑΘΡΟ» ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ, ΤΟΝ »ΠΕΤΑΚΑ» ΒΑΘΟΥΣ 500 ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΜΗΤΙΚΟ ΧΕΙΜΑΡΟ ΤΗΣ ¨ΓΚΟΥΡΑΣ¨ ΟΠΟΥ 280 ΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ 280 ΓΥΝΑΙΚΟΠΑΙΔΑ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΑΛΗ «ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΤΗ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΥΝ ΤΟ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ»- ΟΠΩΣ ΓΡΑΦΕΙ ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΟΥΚΕΒΙΛ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ – ,ΑΛΛΑ ΡΙΦΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΦΩΝΑΖΟΝΤΑΣ «ΘΑΝΑΤΟΣ» ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΙΑΣΤΟΥΝ ΣΚΛΑΒΕΣ.ΝΑ ΡΩΤΗΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΛΙΠΟΨΥΧΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΣΤΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ 1.300 ΨΥΧΕΣ. ΝΑ ΡΩΤΗΣΟΥΝ ΤΙΣ «ΑΚΑΡΔΕΣ» ΜΗΤΕΡΕΣ ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ ΠΩΣ ΑΝΤΕΞΑΝ ΝΑ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑΤΟΥΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΑ ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΑ ΑΦΗΣΑΝ ΝΑ ΤΑ ΣΦΑΞΟΥΝ ΟΙ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΙ ΤΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΑ, Η ΝΑ ΤΑ ΠΑΝΕ ΠΕΣΚΕΣΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΟΥΝ ΣΚΛΑΒΕΣ Η ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ. ΝΑ ΡΩΤΗΣΟΥΝ ΤΗ ΛΕΝΙΩ ΤΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ ΓΙΑΤΙ ΡΙΦΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟ ΚΑΙ ΠΝΙΓΗΚΕ ΜΕ ΔΥΟ ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΟΥΣ ΑΝΤΑΜΑ ΠΟΥ ΠΑΡΕΣΥΡΕ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΑΦΕΘΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΗΣ ΝΑ ΤΗΝ ΒΙΑΣΟΥΝ,ΤΗΝ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ Η ΝΑ ΤΗΝ ΣΥΡΟΥΝ ΕΤΑΙΡΑ- ΠΑΛΑΚΙΔΑΣΤΟ ΧΑΡΕΜΙ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΟΥΣ ΟΠΩΣ ΠΡΟΣΤΑΞΕ..ΝΑ ΒΑΛΛΟΥΝ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΡΩΤΗΘΟΥΝ ΤΙ ΘΑ ΕΚΑΝΑΝ ΑΥΤΕΣ [Η ΑΥΤΟΙ]ΑΝ……. ΗΤΑΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΛΟΥΝ ΤΗΝ ΔΙΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ. ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΟΥΝ ΤΟ ΑΝΕΙΠΩΤΟ ΔΕΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ,ΝΑ ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ, ΝΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΤΟ ΓΟΕΡΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥΣ, ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΝ ΚΡΥΦΑ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ ΣΥΓΝΩΜΗΣ ΝΑ ΚΥΛΙΣΕΙ ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟΥ,ΜΗΠΩΣ ΚΑΙ «ΣΧΩΡΕΘΟΥΝ» ΟΠΩΣ ΘΑ΄ΛΕΓΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ. .. ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΤΟ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΟ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ . ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΕΝΑΝ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝ ΟΧΙ ΤΗΝ ΣΥΓΝΩΜΗ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ, ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥΣ .ΑΡΚΕΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΜΕΙΝΑΝ »ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ» ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΑΣ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΟΥΝ ΗΣΥΧΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΙΟ ΕΝΔΟΞΟ ΥΠΝΟ ΤΟΥΣ.

    ΣΤΟΥΣ ΕΥΛΑΒΙΚΟΥΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ΤΟΥΣ ΕΥΧΟΜΕΘΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΟΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΠΕΤΑΚΑ»ΚΑΙ ΝΑ ΝΟΙΩΣΟΥΝ ΟΤΙ ΕΠΕΤΕΛΕΣΑΝ ΚΑΘΗΚΟΝ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ .ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΕΤΡΙΝΟ ΦΥΛΑΚΑ ΦΡΟΥΡΟ ΚΑΙ ΑΓΝΑΝΤΕΥΟΝΤΑΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΝΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΤΟ ΧΑΛΑΣΜΟ.

    22/23-4-1804 ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΟ ΣΕΛΤΣΟ

    ΠΡΙΝ ΑΠΟ 207 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΙΣ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΤΟΥ 1804 ΕΠΕΣΕ ΤΟ ΣΕΛΤΣΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 4ΜΗΝΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗ ΠΑΣΣΑ.ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗ ΣΗΜΕΡΑ ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ ΕΥΛΑΒΙΚΑ ΤΟ ΓΟΝΥ ΑΠΟΤΙΟΝΤΑΣ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ Σ΄ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΑΝ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΑΡΑ ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΝ ΣΚΛΑΒΟΙ.ΔΕΝ ΛΙΠΟΨΥΧΗΣΑΝ, ΔΕΝ ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣΑΝ ΔΕΝ ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗΚΑΝ. ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΜΗΝ
    ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΝΕΙΠΩΤΗ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥΣ

    ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ – Ο ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ

    Η ΜΟΝΗ ΣΕΛΤΣΟΥ [1697] Άγνωστη μέχρι πριν λίγα χρόνια που βρίσκεται στις ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ [παλαιά ονομασία
    ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑ]- ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΔΡΑ – σήμερα- ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ Γ. ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ οφείλει τη φήμη της κυρίως στην ιστορική μάχη
    και τον χαλασμό που έγινε στην περιοχή της τον Απρίλιο του 1804 των Σουλιωτών[ Μποτσαραίων]
    Όπως είναι γνωστό, μετά την παράδοση του Σουλίου στον Αλη Πασά με τη συνθήκη της 12ης Δεκεμβρίου τον 1803 ένα
    τμήμα υπό την αρχηγία του Κίτσου και Νότη Μπότσαρη με 1148 Σουλιώτες άνδρες και γυναίκες περί τα τέλη Δεκέμβρη
    1803, έφθασε στην περιοχή της Ιεράς Μονής Σέλτσου όπου αποφάσισαν να εγκατασταθούν επειδή είδαν ότι ήταν φυσικά οχυρή και απρόσιτη γύρωθεν. Μαζί τους πήγαν και αρκετοί κάτοικοι της ΒΡΕΣΤΕΝΙΤΣΑΣ και της γύρω περιοχής που στάθηκαν στο πλάι τους πολεμώντας μέχρι τέλους.
    Στις 12 Γενάρη του 1804 οι οχυρωμένοι στη Μονή Σουλιώτες περικυκλώθηκαν από 800 Τουρκαλβανούς. Στις 15 Γενάρη έγινε η πρώτη επίθεση η οποία αποκρούσθηκε από τους οχυρωμένους Σουλιώτες με σοβαρές απώλειες των εχθρών. .Ολόκληρο το χειμώνα οι Σουλιώτες έμειναν στενά αποκλεισμένοι στο Μοναστήρι διαθέτοντας λιγοστά εφόδια που τους προμήθευαν κρυφά κυρίως Βρεστενιτσιώτες και Λιασκοβίτες.
    Στις 20 Απριλίου του 1804 ο Αλή Πασάς στέλνει νέες ενισχύσεις περίπου 7εως 8.000 Τουρκαλβανούς και παραγγέλλει
    οργισμένος στους στρατηγούς του να ξεπαστρέψουν μια «φούχτα κατσικοκλέφτες» όπως τους αποκαλούσε. Το μέλλον τους
    πλέον είχε κριθεί. Όμως παρέμειναν εκεί ,Στις 23 Απριλίου 1804 και μετά από τρίμηνη πολιορκία άσιτοι , καταπονημένοι, υπέκυψαν. Οι Τουρκαλβανοί με προδοσία, εξουδετέρωσαν την αντίσταση των φυλακίων «Προφήτης Ηλίας»
    και « Φράξος» εισβάλοντας στο χώρο τον Μοναστηρίου. Στη φονική και άνιση μάχη που επακολούθησε και γενικεύτηκε ,
    άλλοι Σουλιώτες σκοτώθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν , όπως ο τραυματισμένος Νότης Μπότσαρης, . Άλλοι, κυρίως
    γυναικόπαιδα , -250- κατά τον ιστορικό, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών έστησαν το νέο ΖΑΛΟΓΓΟ και
    γκρεμίσθηκαν σε βάραθρο 300 μέτρων, αφήνοντας τα κορμιά τους στον Αχελώο Σ’ αυτούς που προτίμησαν να πνιγούν
    παρά να αιχμαλωτιστούν ήταν και η όμορφη 19χρονη Λένω ΜΠΟΤΣΑΡΗ, Για τον ηρωισμό και την αυτοθυσία της οποίας,
    γράφτηκαν πολλά δημοτικά τραγούδια.
    Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ και 10 Σουλιώτες [40 κατά άλλους] μαζί με το 13χρονο-τότε- γιο του ΜΑΡΚΟ , γλίτωσαν σε μια σπηλιά γνωστή στην περιοχή ως «Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ» και μετά πολλές περιπέτειες έφθασαν στην Πάργα .
    ΜΙΑ ΘΥΣΙΑ- ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ που δεν μπόρεσε να χωρέσει ιστορικού νους και να κατανοήσει το μέγεθος της., αλλά και
    άγνωστη για πολλούς μέχρι σήμερα. Αρκεί μόνο να αναλογιστεί κανείς ότι σε μια μέρα χάθηκαν τρεις γενιές
    ΜΠΟΤΣΑΡΑΙΩΝ. Μια θυσία που η Τιμή και η Δόξα μένουν « άφωνες» μπροστά της και βαθιά υποκλίνονται. .
    ΕΤΣΙ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ ΕΜΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟΠΟΣ ΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΟΥΛΩΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ

    ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ

    « Η ΦΑΛΑΓΞ [1148] ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΚΙΤΣΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΗ ΜΠΟΤΣΑΡΗ -ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΩ- ΒΑΔΙΖΕΙ ΠΡΟΣ ΣΕΛΤΣΟ. ΑΠΙΣΤΙΑΝ ΑΛΗ ΤΡΙΜΗΝΟΝ ΑΝΙΣΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑΝ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΘΥΣΙΑ. ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΦΟΔΙΑ ΑΣΙΤΟΙ ΚΥΚΛΩΜΕΝΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΕΞΟΔΟΝ Η ΘΑΝΑΤΟΝ ΗΡΩΟΣ. ΞΙΦΗΡΕΙΣ 300 ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ ΣΑΡΩΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΝ ΠΛΗΝ ΓΕΦΥΡΑΣ ΚΟΡΑΚΟΥ. Ο ΝΟΤΗΣ ΠΙΠΤΕΙ ΜΕ 5 ΠΛΗΓΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΦΟΝΕΥΟΝΤΑΙ. ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΧΟΜΕΝΑΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΘΑΝΑΤΟΣ. ΥΠΕΡΔΙΑΚΟΣΙΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ ΠΗΔΟΥΝ ΚΑΙ ΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΧΕΛΩΟ. ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΜΟΝΟ 10 ΚΑΙ Ο ΚΙΤΣΟΣ ΣΩΖΟΝΤΑΙ» [ΠΟΥΚΕΒΙΛ 1824 Τ. Ι. ΣΕΛ. 207-212] ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΗΡΩΟ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ

    ΑΥΤΑ……….

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣ. ΚΑΠΕΡΩΝΗΣ
    ΠΗΓΕΣ ΑΡΤΑΣ 23- 4- 2012

  7. ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

    ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ «ΠΗΔΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΑΣ»: http://filonoi.gr/2012/12/20/f-to-phdhma-ths-kapetanissas/

  8. Ο Πουκεβίλ ( μτφρ ΖΥΓΟΥΡΑ , 1890) αναφέρει ( σελ 132) «Εξήκοντα γυναίκες»…..»τονίσαντες το επικήδειον αυτών άσμα κρημνίζονται εις το βάθος της αβύσσου ….». Είναι δυνατόν ο Πουκεβίλ σύγχρονος των γεγονότων που εκδίδει το βιβλίο του το 1824, να δημιουργεί μύθους προς εξυπηρέτηση του μετέπειτα ιδρυθέντος ελληνικού κράτους. Υπάρχουν σπουδαιότεροι Ρωμιοί – Έλληνες από τους Σουλιώτες; Τι σημασία έχει η γλώσσα, αν ήταν αλβανόφωνοι, ελληνόφωνοι ή δίγλωσσοι που μάλλον δίγλωσσοι ήταν; Δεν ανήκαν στο μιλιέτ των ορθοδόξων; Δεν καταφύγαν για να σωθούν στα Επτάνησα; Ανάμεσα σε ορθοδόξους Έλληνες κατοίκους και σε χριστιανικό κράτος έψαξαν και βρήκαν καταφύγιο. Δεν πολέμησαν τους Τούρκους στην Επανάσταση στο Μεσολλόγγι και αλλού; Οι Σουλιώτες είναι δικαίως όμως μύθος. Πως να τους φτάσουμε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*