Αρχική » Η RAF και ο ένοπλος αγώνας στη Γερμανία

Η RAF και ο ένοπλος αγώνας στη Γερμανία

από Άρδην - Ρήξη

του Βασίλη Στοϊλόπουλου

Χα­ρού­με­νες μέ­ρες του 1997
Τον Α­πρί­λιο του 1997, η τε­λευ­ταί­α γε­νιά της ε­πα­να­στα­τι­κής ορ­γά­νω­σης Φρά­ξια Ε­ρυ­θρός Στρα­τός (Rote Armee Fraktion, RAF) α­να­κοί­νω­σε την ο­ρι­στι­κή δια­κο­πή των έ­νο­πλων προ­σπα­θειών της που στό­χευαν στην α­να­τρο­πή των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων και στην α­νά­πτυ­ξη της α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κής συ­νεί­δη­σης. Με­τά α­πό μια 27χρο­νη με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με την ε­ξου­σί­α και έ­χο­ντας 27 θύ­μα­τα στις δι­κές της τά­ξεις και 11 α­περ­γί­ες πεί­νας στο ε­νερ­γη­τι­κό της, η RAF πα­ρα­δέ­χτη­κε ό­τι η με­τα­φο­ρά μέ­σα στην Μη­τρό­πο­λη του πο­λέ­μου που διε­ξά­γουν τα ι­μπε­ρια­λι­στι­κά κρά­τη έ­ξω α­πό τα κέ­ντρα ε­ξου­σί­ας δεν μπο­ρεί να έ­χει ι­σχύ στις “α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες του μέλ­λο­ντος”. Η ο­μο­λο­γί­α ό­τι οι προ­σπά­θειες προ­σαρ­μο­γής του α­ντάρ­τι­κου πό­λης στις συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’90 ή­ταν α­νέ­φι­κτες, κα­τέ­δει­ξε το πο­λι­τι­κό α­διέ­ξο­δο μιας α­πό και­ρό α­πο­μο­νω­μέ­νης ε­πα­να­στα­τι­κής ορ­γά­νω­σης, η ο­ποί­α πα­ρου­σί­α­ζε εκ­φυ­λι­στι­κά φαι­νό­με­να πο­λύ πριν το α­να­πό­φευ­κτο τέ­λος. Με την τε­λευ­ταί­α της δια­κή­ρυ­ξη η RAF α­να­γνώ­ρι­σε,  για πρώ­τη φο­ρά, λά­θη στρα­τη­γι­κής και κυ­ρί­ως ό­τι “δεν οι­κο­δο­μή­θη­κε, πα­ράλ­λη­λα με την πα­ρά­νο­μη έ­νο­πλη ορ­γά­νω­ση, και μια ορ­γά­νω­ση πο­λι­τι­κού-κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα”.
Η αυ­το­διά­λυ­ση ό­μως της RAF ε­πα­νέ­φε­ρε δυ­να­μι­κά στην ε­πι­και­ρό­τη­τα το ε­πί­μα­χο θέ­μα της ε­σω­τε­ρι­κής α­σφά­λειας, προ­κα­λώ­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρη α­μη­χα­νί­α και α­να­τα­ρα­χή α­πό ό­,τι η το­πο­θέ­τη­ση μιας βόμ­βας: Η α­ντι­τρο­μο­κρα­τι­κή υ­πη­ρε­σί­α της Γερ­μα­νί­ας και οι μυ­στι­κές της υ­πη­ρε­σί­ες θα έ­πρε­πε πλέ­ον να α­να­κα­λύ­πτουν νέ­α “α­τρά­ντα­χτα” στοι­χεί­α για να πει­σθεί η κοι­νή γνώ­μη ό­τι υ­πάρ­χει α­κό­μη α­πει­λή κα­τά της Δη­μο­κρα­τί­ας του Βε­ρο­λί­νου α­πό την εξ­τρε­μι­στι­κή Α­ρι­στε­ρά, η κα­θε­στω­τι­κή οι­κο­νο­μι­κο­πο­λι­τι­κή ε­λίτ θα δυ­σκο­λεύ­ο­νταν να ε­νο­χο­ποιεί κά­θε ά­πο­ψη που ξε­φεύ­γει α­πό το στε­νό πλαί­σιο της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ε­πι­τα­γής του κέρ­δους και της κα­τα­πί­ε­σης, η (νό­μι­μη) Α­ρι­στε­ρά θα έ­πρε­πε να χα­ρά­ξει νέ­ες δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές α­πό “πα­ρα­στρα­τη­μέ­νους” και “πα­ρά­φρο­νες” εξ­τρε­μι­στές, στους ο­ποί­ους θα μπο­ρεί να φορ­τώ­νει ό­λων των ει­δών τις α­πο­τυ­χί­ες της και, τέ­λος, οι συ­νω­μο­σιο­λό­γοι θα υ­πο­χρε­ώ­νο­νταν να ξα­να­ψά­ξουν στο έ­ρε­βος των μυ­στι­κών υ­πη­ρε­σιών για νέ­α φα­ντά­σμα­τα τρί­της γε­νιάς τρο­μο­κρα­τών.
Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, το φθι­νό­πω­ρο του 1997, η Γερ­μα­νί­α ξα­να­θυ­μή­θη­κε την ε­πο­χή που, για ν’ α­ντι­με­τω­πι­στεί “η θα­νά­σι­μη πρό­κλη­ση της συμ­μο­ρί­ας Μπά­α­ντερ-Μά­ιν­χοφ”, τέ­θη­κε σε ε­φαρ­μο­γή το “Γερ­μα­νι­κό Μο­ντέ­λο”, βα­σι­κή αρ­χή του ο­ποί­ου ή­ταν: “Δεν φυ­λα­κί­ζε­ται μό­νο ε­κεί­νος που δεν α­ντι­στέ­κε­ται”. Μέ­σα σ’ έ­να κα­ται­γι­σμό ε­νη­με­ρω­τι­κών εκ­πο­μπών, ει­δι­κών εκ­δό­σε­ων, τη­λε­ο­πτι­κών συ­ζη­τή­σε­ων, πο­λι­τι­κών ι­σο­λο­γι­σμών κλπ., “ε­ορ­τά­στη­καν” τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο”, τό­τε που η Γερ­μα­νί­α “για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α της ή­ταν κρά­τος με ό­λη τη ση­μα­σί­α της λέ­ξης”. Τό­τε που οι Υ­πη­ρε­σί­ες “Προ­στα­σί­ας του Συ­ντάγ­μα­τος” και οι διω­κτι­κές Αρ­χές λει­τουρ­γού­σαν συ­χνά πέ­ρα α­πό τα προ­βλε­πό­με­να στη νο­μο­θε­σί­α, η α­πα­γό­ρευ­ση ά­σκη­σης ε­παγ­γέλ­μα­τος στο Δη­μό­σιο και συ­νο­λι­κά ο νό­μος για τους εξ­τρε­μι­στές α­πο­τε­λού­σε μέ­τρο χει­ρα­γώ­γη­σης, πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμού και ε­λέγ­χου α­πό την πλευ­ρά του κρά­τους, τα δι­καιώ­μα­τα των συ­νη­γό­ρων υ­πε­ρά­σπι­σης κα­τα­στρα­τη­γού­νταν σε πο­λι­τι­κές δί­κες, α­πο­ε­νο­χο­ποι­η­τι­κά στοι­χεί­α δεν λαμ­βά­νο­νταν υ­πό­ψη α­πό το Δι­κα­στή­ριο, βα­σι­κά δι­καιώμα­τα ό­πως αυ­τό του α­σύ­λου πα­ρέ­μει­νε κε­νό γράμ­μα, οι διώ­ξεις α­κό­μη και η βιαιο­πρα­γί­α ε­να­ντί­ον ό­σων α­πέρ­ρι­πταν την κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή για την έ­νο­πλη πά­λη ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή, η λο­γο­κρι­σί­α α­φο­ρού­σε ό­λα τα κοι­νω­νι­κά ε­πί­πε­δα και ο χα­φιε­δι­σμός έ­γι­νε κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο. Τό­τε που σε δη­μό­σιες συ­ζη­τή­σεις ε­πα­νήλ­θε, α­πό πο­λι­τι­κούς, το θέ­μα της δη­μό­σιας ε­κτέ­λε­σης των τρο­μο­κρα­τών και η θέ­λη­ση για αυ­ταρ­χι­κές λύ­σεις και για μο­νο­πώ­λη­ση της βί­ας α­πό το κρά­τος α­να­δεί­χθη­κε σε ε­θνι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό.
Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, αυ­τό που φά­νη­κε στις η­μέ­ρες μνή­μης ε­κεί­νου του μο­λυ­βέ­νιου “Φθι­νο­πώ­ρου” ή­ταν πως η σύγ­χρο­νη ι­στο­ρί­α έ­χει ή­δη ξα­να­γρα­φεί και ό,­τι α­πέ­μει­νε στη συλ­λο­γι­κή μνή­μη του γερ­μα­νι­κού λα­ού ή­ταν θο­λά γε­γο­νό­τα και αρ­κε­τοί μύ­θοι: Κά­ποια μέ­λη μιας πε­ρι­θω­ρια­κής τρο­μο­κρα­τι­κής ο­μά­δας, που πριν πολ­λά χρό­νια έ­τυ­χαν δί­και­ης δί­κης και που βρί­σκο­νται α­κό­μη σε φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας, η α­πα­γω­γή και δο­λο­φο­νί­α ε­νός ση­μα­ντι­κού προ­σώ­που της οι­κο­νο­μί­ας σε συν­δυα­σμό με μια α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α όπου συμ­με­τεί­χαν και Άρα­βες τρο­μο­κρά­τες, μια μυ­στη­ριώ­δης ο­μα­δι­κή αυ­το­κτο­νί­α κρα­του­μέ­νων που α­πο­σα­φη­νί­στη­κε την ί­δια μέ­ρα που έ­γι­νε, μια ψυ­χο­πα­θής ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θο­δη­γή­τρια της συμ­μο­ρί­ας που αυ­το­κτό­νη­σε στο λευ­κό κε­λί της, έ­να φα­να­τι­κό μέ­λος που πριν α­πό χρό­νια πέ­θα­νε στη φυ­λα­κή α­πό α­περ­γί­α πεί­νας, κά­ποιοι δο­λο­φο­νη­μέ­νοι κρα­τι­κοί και οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες, σύμ­βο­λα του πο­λι­τι­κού κα­θε­στώ­τος, αλ­λά και α­θώ­οι πο­λί­τες που, ευ­τυ­χώς, σε ό­λα τα χρό­νια της τρο­μο­κρα­τί­ας δεν ξε­πέ­ρα­σαν τον α­ριθ­μό των θυ­μά­των α­πό τα τρο­χαί­α α­τυ­χή­μα­τα σ’ έ­να ελ­λη­νι­κό ε­ορ­τα­στι­κό τρι­ή­με­ρο και, τέ­λος, κά­ποιοι ε­λά­χι­στοι α­με­τα­νό­η­τοι συ­μπα­θού­ντες των τρο­μο­κρα­τών, που τε­λευ­ταί­α έ­χουν μπλέ­ξει με α­κραί­ες ι­σλα­μι­κές ορ­γα­νώ­σεις.
Α­πό τις εκ­δη­λώ­σεις της ι­στο­ρι­κής α­να­μό­χλευ­σης του γερ­μα­νι­κού έ­νο­πλου α­γώ­να δεν θα μπο­ρού­σαν να α­που­σιά­ζουν οι Πρά­σι­νοι, “τα νό­μι­μα παι­διά του Γερ­μα­νι­κού Φθι­νο­πώ­ρου”, που ο­μο­λο­γου­μέ­νως χρω­στούν σε αυ­τό το ο­δυ­νη­ρό “Φθι­νό­πω­ρο” την ση­με­ρι­νή τους πα­ρου­σί­α στις κο­ρυ­φές της ε­ξου­σί­ας. Ποιος α­λή­θεια μέ­σα σ’ έ­να τέ­τοιο “ε­ορ­τα­στι­κό” κλί­μα θα θυ­μό­ταν τη δή­λω­ση του σταρ-υ­πουρ­γού Γιό­σκα Φί­σερ, που ε­κεί­νη τη σκλη­ρή ε­πο­χή, ό­ντας εκ­πρό­σω­πος των αυ­τό­νο­μων, εί­χε δη­λώ­σει ό­τι “δεν μπο­ρού­με να α­πο­στα­σιο­ποι­η­θού­με τό­σο α­πλά α­πό τους συ­ντρό­φους του α­ντάρ­τι­κου πό­λης, για­τί τό­τε θα έ­πρε­πε να α­πο­στα­σιο­ποι­η­θού­με α­πό ε­μάς τους ί­διους, ε­πει­δή υ­πο­φέ­ρου­με κι ε­μείς α­πό την ί­δια α­ντί­φα­ση, με­τα­ξύ α­πελ­πι­σί­ας και τυ­φλού α­κτι­βι­σμού”. Βέ­βαια το μά­θη­μα του 1977 έ­γι­νε α­μέ­σως κα­τα­νο­η­τό α­πό αρ­κε­τούς ε­πα­να­στά­τες ε­κεί­νης της ε­πο­χής, που σή­με­ρα ε­παν­δρώ­νουν τον μη­χα­νι­σμό του γερ­μα­νι­κού κρά­τους και η α­πο­στα­σιο­ποί­η­ση συ­ντε­λέ­στη­κε, έ­στω με αρ­κε­τή κα­θυ­στέ­ρη­ση και πο­λύ κό­πο.

Οι ι­στο­ρι­κές συν­θή­κες γέν­νη­σης του α­ντάρ­τι­κου πό­λης στη Γερ­μα­νί­α
Η RAF ι­δρύ­θη­κε ό­ταν στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70 έ­να με­γά­λο μέ­ρος της α­ρι­στε­ρής “Ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Α­ντι­πο­λί­τευ­σης” (Α­ΡΟ) στη Γερ­μα­νί­α ή­ταν πε­πει­σμέ­νο ό­τι η κοι­νω­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο έ­πα­ψε να εί­ναι ου­το­πί­α. Μπο­ρεί η δυ­να­μι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής αμ­φι­σβή­τη­σης του φοι­τη­τι­κού κι­νή­μα­τος να εί­χε ή­δη ε­ξα­ντλη­θεί, η Α­ΡΟ να εί­χε α­ντι­λη­φθεί τα ό­ρια της α­νταρ­σί­ας της και η Α­ρι­στε­ρά να ει­σήλ­θε στη θλι­βε­ρή δια­δι­κα­σί­α της πο­λυ­διά­σπα­σης, ό­μως πολ­λοί άν­θρω­ποι πί­στευαν σο­βα­ρά στη δυ­να­τό­τη­τα δη­μιουρ­γί­ας υ­πο­κει­με­νι­κών και α­ντι­κει­με­νι­κών συν­θη­κών για την ε­πα­νά­στα­ση. Ο α­πό­η­χος της κι­νε­ζι­κής πο­λι­τι­στι­κής ε­πα­νά­στα­σης, η α­βυσ­σα­λέ­α α­ντί­θε­ση Βορ­ρά-Νό­του, ο Μαύ­ρος Σε­πτέμ­βρης των Πα­λαι­στι­νί­ων, η συ­νε­χι­ζό­με­νη α­γριό­τη­τα των Η­ΠΑ στο Βιετ­νάμ, η ε­πί­δρα­ση του Μά­η του ’68 και τα ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά και α­ντια­ποι­κια­κά κι­νή­μα­τα στον “Τρί­το Κό­σμο” δη­μιουρ­γού­σαν σε πολ­λούς ε­πα­να­στά­τες “ελ­πί­δες α­πε­λευ­θέ­ρω­σης” και για τους λα­ούς της Μη­τρό­πο­λης.
Στην ί­δια τη Γερ­μα­νί­α, το κρά­τος έ­θε­τε ή­δη σε ε­φαρ­μο­γή την “προ­λη­πτι­κή κα­τα­στο­λή” ε­κεί­νης της Α­ρι­στε­ράς που δεν ή­θε­λε να εν­σω­μα­τω­θεί στο α­στι­κό πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα. Η α­πο­να­ζι­στι­κο­ποί­η­ση του κρά­τους δεν εί­χε α­κό­μη συ­ντε­λε­στεί, α­φού για πα­ρά­δειγ­μα τό­σο ο Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας Λιούπ­κε, ό­σο και ο Κα­γκε­λά­ριος Κί­ζιν­κγερ, εί­χαν στα­διο­δρο­μή­σει στο να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς. Η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας, με τις 127 α­με­ρι­κα­νι­κές βά­σεις και τους 300.000 Αμε­ρι­κα­νούς στρα­τιώ­τες στο έ­δα­φός της, ή­ταν ου­σια­στι­κά χώ­ρα υ­πό κα­το­χή, γε­γο­νός που προ­κα­λού­σε δυ­σφο­ρί­α σε τμή­μα­τα του γερ­μα­νι­κού λα­ού. Η οι­κο­νο­μι­κή ύ­φε­ση και τα υ­ψη­λά πο­σο­στά α­νερ­γί­ας (ι­διαί­τε­ρα της νε­ο­λαί­ας), προς τα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, προ­κα­λού­σαν ρωγ­μές στο με­τα­πο­λε­μι­κό “Γερ­μα­νι­κό Θαύ­μα” κι ε­πι­τά­χυ­ναν την αυ­ταρ­χι­κή ε­ξέ­λι­ξη των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων.
Το Μάρ­τιο του ’71, πριν α­κό­μα αρ­χί­σει η ο­λο­κλη­ρω­τι­κή και ο­λο­μέ­τω­πη σύ­γκρου­ση κρά­τους-α­ντάρ­τι­κου πό­λης, έ­να πο­σο­στό πε­ρί­που 18% των Γερ­μα­νών πί­στευαν ό­τι οι ε­νέρ­γειες της RAF έ­χουν πο­λι­τι­κά κί­νη­τρα και έ­να άλ­λο 13% έ­δει­χνε να μην έ­χει ξε­κά­θα­ρη ά­πο­ψη. Στο τέ­λος της ί­διας χρο­νιάς τα πο­σο­στά αυ­τά ή­ταν 40% και 17% α­ντι­στοί­χως. Ο κύ­κλος των συ­μπα­θού­ντων της RAF ή­ταν με­γά­λος, κα­θώς έ­νας στους πέ­ντε πο­λί­τες δή­λω­ναν ό­τι θα “α­νέ­χο­νταν την προ­στα­σί­α των α­ναρ­χι­κών α­πό την κα­τα­δί­ω­ξη και την σύλ­λη­ψη”, ε­νώ έ­να 6% δή­λω­νε ό­τι “μπο­ρεί να εί­ναι εν δυ­νά­μει συ­νερ­γός των α­ναρ­χι­κών”.
Η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φί­α της γερ­μα­νι­κής κοι­νω­νί­ας ή­ταν ό­μως α­νέ­τοι­μη να κα­τα­νο­ή­σει και να ε­πε­ξερ­γα­στεί ε­πα­να­στα­τι­κά φαι­νό­με­να ό­πως το α­ντάρ­τι­κο πό­λης και να πα­ρα­κο­λου­θή­σει “πε­φω­τι­σμέ­νες πρω­το­πο­ρί­ες”, α­πο­κομ­μέ­νες πλή­ρως α­πό την κοι­νω­νί­α. Πο­λύ γρή­γο­ρα και χω­ρίς δυ­σκο­λί­α α­πο­δέ­χτη­κε την ε­νί­σχυ­ση του κρά­τους σε βά­ρος της κοι­νω­νί­ας και πλή­ρω­σε την τι­μή της ε­σω­τε­ρι­κής α­σφά­λειας με τις ί­διες του τις ε­λευ­θε­ρί­ες. Ε­πι­πλέ­ον, ο ι­σχυ­ρι­σμός της RAF ό­τι η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας ή­ταν “νε­ο­φα­σι­στι­κό κρά­τος”, γε­γο­νός που έ­κα­νε τον α­γώ­να ε­να­ντί­ον του “α­να­γκαιό­τη­τα και ι­στο­ρι­κή ευ­θύ­νη”, δεν έ­πει­σε την κοι­νή γνώ­μη γι’ αυ­τό και ο­δη­γή­θη­κε πο­λύ γρή­γο­ρα στο α­διέ­ξο­δο και υ­πέ­στη πολ­λές ήτ­τες, που ξε­κί­νη­σαν με συλ­λή­ψεις με­λών της RAF ή­δη α­πό τους πρώ­τους μή­νες της ί­δρυ­σής της.
Η πρώ­τη δια­κή­ρυ­ξη της ι­δρυ­τι­κής ο­μά­δας της RAF με τί­τλο “Ί­δρυ­ση του Ε­ρυ­θρού Στρα­τού” δη­μο­σιεύ­τη­κε τον Α­πρί­λη του 1970, μό­λις μια ε­βδο­μά­δα με­τά το πέ­ρα­σμα της Μά­ιν­χοφ στην πα­ρα­νο­μί­α, λό­γω της συμ­με­το­χής της στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του Μπά­α­ντερ. Στο διά­στη­μα που α­κο­λού­θη­σε την στρα­τιω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση των με­λών της RAF στο Λί­βα­νο ως την έκ­δο­ση του πρώ­του κει­μέ­νου με τις θέ­σεις της RAF (“Σχέ­διο α­ντάρ­τι­κο πό­λης”) τον Α­πρί­λιο του 1971, δια­πρά­χθη­καν με­ρι­κές λη­στεί­ες τρα­πε­ζών για την “στα­θε­ρο­ποί­η­ση των δο­μών της ορ­γά­νω­σης”. Α­κο­λού­θη­σε πο­λύ σύ­ντο­μα έ­να κεί­με­νο για τον “Έ­νο­πλο α­γώ­να στη Δ. Ευ­ρώ­πη” και έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε η α­να­λυ­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη: “Στην υ­πη­ρε­σί­α του λα­ού. Α­ντάρ­τι­κο πό­λης και τα­ξι­κός α­γώ­νας”.
Η α­νά­λυ­ση της κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κής κα­τά­στα­σης στη Γερ­μα­νί­α α­πο­τε­λού­σε πά­ντα το ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος αυ­τών των δια­κη­ρύ­ξε­ων, ε­νώ το κύ­ριο βά­ρος δί­νο­νταν στην διε­ξα­γω­γή του α­ντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κού α­γώ­να. Η RAF αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νταν σαν τμή­μα ε­νός πα­γκό­σμιου κι­νή­μα­τος “προ­λε­τα­ρια­κού διε­θνι­σμού”, δη­λα­δή έ­να πλέγ­μα μαρ­ξι­στι­κής κοι­νω­νι­κής α­νά­λυ­σης και ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, ε­νό­τη­τας των δια­φο­ρε­τι­κής μορ­φής α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κών και α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών κι­νη­μά­των, ε­θνι­κών α­γώ­νων ε­νά­ντια στην αλ­λο­τρί­ω­ση και την εκ­με­τάλ­λευ­ση α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό και το πο­λυε­θνι­κό κε­φά­λαιο, ε­πα­να­στα­τι­κών ε­νερ­γειών κά­θε μορ­φής α­πό α­κρο­α­ρι­στε­ρές ορ­γα­νώ­σεις στις Μη­τρο­πό­λεις, δια­μαρ­τυ­ριών α­πό τις χώ­ρες της Πε­ρι­φέ­ρειας, πο­λι­τι­κών των κομ­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των και συ­γκυ­ρια­κών συμ­μα­χιών. Θε­ω­ρη­τι­κή βά­ση των α­να­λύ­σε­ων α­πο­τε­λού­σαν, ε­κτός του μαρ­ξι­σμού-λε­νι­νι­σμού, τα κεί­με­να του Μά­ο για την κι­νε­ζι­κή ε­πα­νά­στα­ση και ο υ­παρ­ξι­σμός.

Η α­ντί­δρα­ση του κρά­τους και το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο” του 1977
Με­τά το μπα­ράζ τρο­μο­κρα­τι­κών ε­πι­θέ­σε­ων τον Μά­ιο του ’72, το κρά­τος ε­νερ­γο­ποί­η­σε έ­ναν γι­γα­ντιαί­ο μη­χα­νι­σμό κα­τα­στο­λής κα­τά της εξ­τρε­μι­στι­κής Α­ρι­στε­ράς και των “συ­μπα­θού­ντων της RAF”, δεί­χνο­ντας κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γί­α μια α­πί­στευ­τα σκλη­ρή ό­σο και ά­κα­μπτη στά­ση. Οι τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γειες λει­τούρ­γη­σαν σαν κα­τα­λύ­τες στη φυ­σιο­γνω­μί­α του γερ­μα­νι­κού κρά­τους που ε­πα­νήλ­θε άρ­δην στην πρω­σι­κή πα­ρά­δο­ση του αυ­ταρ­χι­κού κι ε­πι­θε­τι­κού κρά­τους: “α­πα­γο­ρεύ­ο­νται τα πά­ντα, ε­κτός α­πό ε­κεί­να που ρη­τώς ε­πι­τρέ­πο­νται”.
Η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση της Γερ­μα­νί­ας στη δε­κα­ε­τί­α του ’70 ση­μα­δεύ­τη­κε με μια ε­πι­τα­χυ­νό­με­νη πο­ρεί­α προς το λε­γό­με­νο “κρά­τος α­σφά­λειας” με κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό την ε­νορ­χη­στρω­μέ­νη ε­πι­χεί­ρη­ση ι­δε­ο­λο­γι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας σε κά­θε αμ­φι­σβή­τη­ση του α­στι­κού κρά­τους. Πά­νω α­πό 100 νο­μο­θε­τή­μα­τα για την ε­σω­τε­ρι­κή α­σφά­λεια στό­χευαν πρω­τί­στως σε ό­σους “συ­μπα­θούν την τρο­μο­κρα­τί­α”. Α­πο­κλει­σμοί ε­θνι­κών ο­δών, μα­ζι­κές έ­ρευ­νες σε σπί­τια “υ­πό­πτων”, μα­ζι­κές συλ­λή­ψεις για α­νά­κρι­ση, κλεί­σι­μο αυ­το­διοι­κού­με­νων κέ­ντρων νε­ό­τη­τας κ.ά ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Οι α­περ­γί­ες πεί­νας των κρα­του­μέ­νων α­ντι­με­τω­πί­ζο­νταν με πα­ρελ­κυ­στι­κή πο­λι­τι­κή χω­ρίς ου­σια­στι­κά να υ­πάρ­χει υ­πο­χώ­ρη­ση του κρά­τους ως προς τη βελ­τί­ω­ση των συν­θη­κών κρά­τη­σής τους. Κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες κρά­τη­σης μπο­ρού­σαν να α­να­μέ­νουν μό­νο ό­σοι α­πο­κή­ρυτ­ταν την τρο­μο­κρα­τί­α ή συ­νερ­γά­ζο­νταν με τις διω­κτι­κές Αρ­χές.
Πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση για τις κοι­νω­νι­κές αι­τί­ες των τρο­μο­κρα­τι­κών φαι­νο­μέ­νων ή­ταν εξ ο­ρι­σμού α­δύ­να­τη. Κά­θε προ­σπά­θεια α­ντι­πα­ρά­θε­σης, ε­κτός α­πό την ξε­κά­θα­ρη α­πόρ­ρι­ψη της τρο­μο­κρα­τί­ας και την κα­τα­συ­κο­φά­ντη­ση των τρο­μο­κρα­τών, ε­κλαμ­βά­νο­νταν α­πό τις διω­κτι­κές Αρ­χές σαν έν­δει­ξη συ­μπά­θειας προς την RAF και εί­χε τις σχε­τι­κές συ­νέ­πειες. Το κλί­μα τρο­μο­λα­γνεί­ας υ­πο­δαυ­λί­ζο­νταν και α­πό τα ΜΜΕ α­κό­μα και με ψεύ­τι­κες ει­δή­σεις ό­τι δή­θεν η RAF α­πει­λεί να “α­να­τι­νά­ξει σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς σταθ­μούς” ή να “δη­λη­τη­ριά­σει υ­δρα­γω­γεί­α με­γά­λων πό­λε­ων”.
Οι μα­ζι­κές συλ­λή­ψεις με­λών της RAF και το κα­θε­στώς α­πό­λυ­της α­πο­μό­νω­σης σε κε­λιά υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας α­νά­γκα­σαν τα μέ­λη της ορ­γά­νω­σης που δρού­σαν α­κό­μη στην πα­ρα­νο­μί­α να δώ­σουν ό­λη τους την ε­νέρ­γεια σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των κρα­του­μέ­νων, που “κιν­δύ­νευαν με φυ­σι­κό α­φα­νι­σμό”. Ο “αυ­θόρ­μη­τος α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός α­γώ­νας” πε­ριο­ρί­στη­κε σ’ έ­να ε­σω­τε­ρι­κό θέ­μα της Γερ­μα­νί­ας, με α­πο­τέ­λε­σμα, σε συν­θή­κες α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, να χά­σει γρή­γο­ρα την κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κή του διά­στα­ση. Κε­ντρι­κό ση­μεί­ο πλέ­ον της πο­λι­τι­κής της RAF ή­ταν οι θέ­σεις α­να­λυ­τι­κού και προ­γραμ­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα των κρα­του­μέ­νων που α­κού­γο­νταν κα­τά τη διάρ­κεια της α­κρο­α­μα­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας. Ο α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κός α­γώ­νας πέ­ρα­σε σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα και η ι­στο­ρί­α της RAF α­κο­λού­θη­σε φθί­νου­σα πο­ρεί­α, κα­θώς η ορ­γά­νω­ση “έ­πε­σε στην πα­γί­δα” των διω­κτι­κών Αρ­χών και πε­ριο­ρί­στη­κε σε μια λυσ­σα­λέ­α σύ­γκρου­ση με το κρά­τος για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των κρα­του­μέ­νων. Ο θά­να­τος στα κε­λιά τεσ­σά­ρων με­λών της RAF –πριν α­πό τα γε­γο­νό­τα στις φυ­λα­κές του Στάμ­χα­ϊμ το 1977– χρε­ώ­θη­κε στην ά­κα­μπτη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Γε­νι­κού Ει­σαγ­γε­λέ­α Μπού­μπακ, ο ο­ποί­ος και ε­κτε­λέ­στη­κε α­πό τη RAF.
Οι συ­νή­γο­ροι υ­πε­ρά­σπι­σης των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων πα­ρε­μπο­δί­ζο­νταν με κά­θε τρό­πο στο έρ­γο τους, λοι­δο­ρού­νταν α­πό τα ΜΜΕ σαν “υ­πο­κι­νη­τές της συμ­μο­ρί­ας Μπά­α­ντερ-Μά­ιν­χοφ” και α­να­γκά­ζο­νταν να υ­πο­στούν προ­σω­πι­κές τα­πει­νώ­σεις στις αί­θου­σες των δι­κα­στη­ρί­ων, που έ­μοια­ζαν με “φρού­ρια”. Οι προ­σπά­θειες της υ­πε­ρά­σπι­σης να συν­δέ­σει το α­ντάρ­τι­κο πό­λης με τα ε­γκλή­μα­τα πο­λέ­μου των Η­ΠΑ στο Βιετ­νάμ –με την α­νο­χή και βο­ή­θεια της Γερ­μα­νί­ας– α­πορ­ρί­πτο­νταν α­πό το Δι­κα­στή­ριο μ’ έ­να τρό­πο που προ­κα­λού­σε με­γά­λα ε­ρω­τη­μα­τι­κά για την α­με­ρο­λη­ψί­α του. Η υ­πε­ρά­σπι­ση, θε­ω­ρώ­ντας ό­τι το κρά­τος παίρ­νει την εκ­δί­κη­σή του για τον έ­νο­πλο α­γώ­να α­φαι­ρώ­ντας, με διά­φο­ρους τρό­πους, τις ζω­ές των κρα­του­μέ­νων, προ­σπά­θη­σε –α­νε­πι­τυ­χώς– να δώ­σει άλ­λη τρο­πή στη δί­κη, προ­σεγ­γί­ζο­ντας πο­λι­τι­κά τις συν­θή­κες κρά­τη­σης των υ­πο­δί­κων με στό­χο να α­να­γο­ρευ­τούν οι κρα­τού­με­νοι του έ­νο­πλου α­γώ­να σε “πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους”, στη βά­ση διε­θνών συν­θη­κών.
Τον Α­πρί­λιο του 1977 κα­τα­δι­κά­ζο­νται, ύ­στε­ρα α­πό α­κρο­α­μα­τι­κή δια­δι­κα­σί­α δύ­ο χρό­νων, τρί­α μέ­λη της ορ­γά­νω­σης, α­νά­με­σά τους και ο Μπά­α­ντερ, σε ι­σό­βια κά­θειρ­ξη. Σε ό­λες τις κα­τα­δί­κες ί­σχυε πλέ­ον η “συλ­λο­γι­κή ευ­θύ­νη των με­λών”, α­κό­μη κι αν για κά­ποια α­ξιό­ποι­νη πρά­ξη δεν υ­πήρ­χαν α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεί­α για τον κά­θε κα­τη­γο­ρού­με­νο. Το γε­γο­νός αυ­τό εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα ο­ρι­σμέ­νες ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως η κε­ντρο­α­ρι­στε­ρή Frankfurter Rundschau, ν’ α­πο­δε­χθούν την ά­πο­ψη τής υ­πε­ρά­σπι­σης και ν’ αμ­φι­σβη­τή­σουν την ε­γκυ­ρό­τη­τα της δί­κης. Με­ρι­κές η­μέ­ρες πριν την α­να­κοί­νω­ση της δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης δο­λο­φο­νή­θη­κε ο Γε­νι­κός Ει­σαγ­γε­λέ­ας Μπού­μπακ και τον Αύ­γου­στο της ί­διας χρο­νιάς ο τρα­πε­ζί­της Πό­ντο, με­τά α­πό μια α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια α­πα­γω­γής του. Λί­γες βδο­μά­δες αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε α­πό την RAF η α­πα­γω­γή του πρό­ε­δρου των Γερ­μα­νών Βιο­μη­χά­νων Σλέ­γερ και δο­λο­φο­νή­θη­καν οι τρεις συ­νο­δοί του.
Το κρά­τος α­ντέ­δρα­σε με την ε­πι­βο­λή κα­τά­στα­σης έ­κτα­κτης α­νά­γκης και την δη­μιουρ­γί­α ε­νός ε­πι­τε­λεί­ου α­ντι­με­τώ­πι­σης κρί­σε­ων υ­πό τον Κα­γκε­λά­ριο Σμιτ (“Kommando Schmidt”), που θε­ω­ρή­θη­κε σαν “ε­φά­μιλ­λο του να­ζι­στι­κού κα­θε­στώ­τος”, κα­θώς, σύμ­φω­να με πολ­λούς πα­ρα­τη­ρη­τές, η κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή στό­χευε πλέ­ον στην α­φο­σί­ω­ση των πο­λι­τών στο κρά­τος της έ­κτα­κτης α­νά­γκης και της κα­τα­στο­λής. Α­μέ­σως α­πα­γο­ρεύ­τη­κε κά­θε μορ­φή ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τον κα­θέ­να α­πό τους 72 κρα­του­μέ­νους, πα­ρό­τι το σχε­τι­κό νο­μο­θέ­τη­μα ψη­φί­στη­κε με τη δια­δι­κα­σί­α του ε­πεί­γο­ντος έ­να μή­να αρ­γό­τε­ρα.
Σ’ έ­να μή­να α­κο­λού­θη­σε η α­νε­πι­τυ­χής α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α της Lufthansa, με αί­τη­μα την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση 11 κρα­του­μέ­νων της RAF, στην ο­ποί­α συμ­με­τεί­χαν και Άρα­βες τρο­μο­κρά­τες. Λί­γες ώ­ρες με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των ο­μή­ρων και το θά­να­το των α­ε­ρο­πει­ρα­τών, βρί­σκο­νται νε­κροί στα κε­λιά τους ο Μπά­α­ντερ, ο Ρά­σπε και η Έσ­σλιν και βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νη η Μόλ­λερ, ε­νώ την ε­πο­μέ­νη βρέ­θη­κε δο­λο­φο­νη­μέ­νος ο Σλέϋερ. Η ε­πί­ση­μη εκ­δο­χή πε­ρί αυ­το­κτο­νί­ας των κρα­του­μέ­νων αμ­φι­σβη­τή­θη­κε έ­ντο­να, κα­θώς προ­έ­κυ­ψαν πολ­λά στοι­χεί­α κα­τά της εκ­δο­χής της αυ­το­κτο­νί­ας που πα­ρου­σί­α­σε σε συ­νέ­ντευ­ξη τύ­που ο συ­νή­γο­ρος υ­πε­ρά­σπι­σης Ότ­το Σίλ­λυ (ση­με­ρι­νός σο­σιαλ­δη­μο­κρά­της υ­πουρ­γός Ε­σω­τε­ρι­κών της Γερ­μα­νί­ας).
Με­τά τα γε­γο­νό­τα του 1977, η RAF σιώ­πη­σε για τρί­α σχε­δόν χρό­νια. Τα μέ­τρα κα­τά της α­πα­γό­ρευ­σης ε­πι­κοι­νω­νί­ας των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων α­να­κλή­θη­καν λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ό­μως οι συν­θή­κες αυ­στη­ρής α­πο­μό­νω­σης για ό­λους σχε­δόν τους κρα­τού­με­νους συ­νε­χί­στη­καν.

Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση της RAF με την Α­ρι­στε­ρά

Οι διά­φο­ρες μαρ­ξι­στι­κές-λε­νι­νι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις της Γερ­μα­νί­ας αλ­λά και οι αυ­τό­νο­μες ο­μά­δες μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που συμ­φω­νού­σαν με τη RAF στην α­νά­λυ­ση του ι­μπε­ρια­λι­σμού, δια­φω­νού­σαν ό­μως με την τα­ξι­κή-κοι­νω­νι­κή α­νά­λυ­ση των σχέ­σε­ων μέ­σα στη Γερ­μα­νί­α και θε­ω­ρού­σαν την έ­ναρ­ξη του έ­νο­πλου α­γώ­να ε­κεί­νη την πε­ρί­ο­δο ως “πρώ­ι­μη” – κυ­ρί­ως για­τί α­πέρ­ρι­πταν τον ό­ρο της “ε­πα­να­στα­τι­κής πρω­το­πο­ρί­ας” που υ­ιο­θε­τού­σε η RAF και για­τί διεκ­δι­κού­σαν για τον ε­αυ­τό τους την α­πο­κλει­στι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70, υ­πήρ­χε ό­μως α­νο­χή ή α­κό­μη και συ­μπά­θεια προς τη RAF και το “σχέ­διο α­ντάρ­τι­κο πό­λης” ή­ταν έ­να πο­λι­τι­κό θέ­μα που α­πα­σχο­λού­σε σο­βα­ρά τη λε­γό­με­νη “Νέ­α Α­ρι­στε­ρά”.
Με την έ­ναρ­ξη των μα­ζι­κών βομ­βι­στι­κών ε­πι­θέ­σε­ων της RAF κα­τά του κρά­τους και των α­με­ρι­κα­νι­κών βά­σε­ων στη Γερ­μα­νί­α, τον Μά­ιο του 1972, η RAF α­παί­τη­σε απ’ ό­λες τις α­ρι­στε­ρές ο­μά­δες –ό­χι μό­νο μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που– “να γί­νουν ε­πα­να­στά­τες και ν’ α­να­λά­βουν τον πο­λι­τι­κό α­γώ­να κα­τά των α­με­ρι­κα­νών ι­μπε­ρια­λι­στών και να ε­πι­τε­θούν σε ό­λες τις α­με­ρι­κα­νι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις”, προ­τρέ­πο­ντάς τις πα­ράλ­λη­λα να μη κρύ­βο­νται πί­σω α­πό τις μά­ζες. Ο α­πό­λυ­τος τρό­πος με τον ο­ποί­ο η RAF α­να­ζη­τού­σε τη στή­ρι­ξη α­πό την ευ­ρύ­τε­ρη Α­ρι­στε­ρά και την ά­νευ ό­ρων α­πο­δο­χή των πο­λι­τι­κών της ε­πι­λο­γών εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοί άν­θρω­ποι να α­δρα­νο­ποι­η­θούν φτά­νο­ντας α­κό­μη και στην α­πό­γνω­ση. Η συμ­με­το­χή τρί­των στη σύ­γκρου­ση κρά­τους-RAF πε­ριο­ρί­ζο­νταν α­πλά στην έν­δει­ξη κά­ποιας συ­μπά­θειας με τη μί­α ή την άλ­λη πλευ­ρά, χω­ρίς να υ­πάρ­χει η ε­λά­χι­στη δυ­να­τό­τη­τα να κα­τα­στούν οι ί­διοι μέ­ρος αυ­τής της σύ­γκρου­σης. Κά­τω α­πό αυ­τές τις συν­θή­κες, κά­θε μορ­φή δια­λό­γου α­τό­νη­σε και έ­τσι άρ­χι­σε να θε­με­λιώ­νε­ται η πο­λι­τι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση της RAF με ό­λη σχε­δόν την Α­ρι­στε­ρά, α­κό­μη και με άλ­λες μι­λι­τα­ρι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις που δρού­σαν ή­δη στη Γερ­μα­νί­α, ό­πως η “Κί­νη­ση 2 Ιού­νη” και οι “Ε­πα­να­στα­τι­κοί Πυ­ρή­νες”.
Ση­μα­ντι­κό ση­μεί­ο α­ντι­πα­ρά­θε­σης ή­ταν ε­πί­σης το γε­γο­νός ό­τι η ευ­ρύ­τε­ρη Α­ρι­στε­ρά δεν α­πο­δέ­χτη­κε πο­τέ τη θέ­ση της RAF πε­ρί “νε­ο­φα­σι­στι­κού” γερ­μα­νι­κού κρά­τους, που προ­σέ­φε­ρε το α­να­γκαί­ο η­θι­κό πλαί­σιο και την ι­στο­ρι­κή α­να­γκαιό­τη­τα για μια “δί­και­η α­νταρ­σί­α”. Α­ντι­θέ­τως, έ­κα­νε λό­γο για μια πο­ρεί­α της Γερ­μα­νί­ας προς την “Αυ­ταρ­χι­κή Δη­μο­κρα­τί­α”, τις α­ντι­φά­σεις της ο­ποί­ας έ­πρε­πε κα­νείς να α­να­γνω­ρί­σει και να εκ­με­ταλ­λευ­τεί, α­πορ­ρί­πτο­ντας κά­θε­τα τη στρα­τη­γι­κή του έ­νο­πλου α­γώ­να σαν “πα­ρά­λο­γη, πο­λι­τι­κά λαν­θα­σμέ­νη και η­θι­κά α­δι­καιο­λό­γη­τη”.
Η πό­λω­ση ε­ντά­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά τα γε­γο­νό­τα της Ο­λυ­μπιά­δας του Μο­νά­χου, τον Σε­πτέμ­βριο του 1972, ό­ταν η RAF υ­πο­στή­ρι­ξε, με σχε­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη, τις ε­νέρ­γειες των Πα­λαι­στι­νί­ων κα­τά των Ισ­ρα­η­λι­νών α­θλη­τών και την α­παί­τη­σή τους ν’ α­πε­λευ­θε­ρω­θούν πά­νω α­πό 200 Ά­ρα­βες κρα­τού­με­νοι στις φυ­λα­κές του Ισ­ρα­ήλ. Σχε­δόν ό­λες οι ορ­γα­νώ­σεις της Α­ρι­στε­ράς κα­τα­δί­κα­σαν την ε­νέρ­γεια αυ­τή, πα­ρό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­με­ρί­ζο­νταν την αι­τιο­λό­γη­ση του α­ντι­σιω­νι­σμού, που αι­τιο­λο­γού­νταν στη σχε­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη της RAF.
Η α­πο­μό­νω­ση της RAF ή­ταν πλέ­ον γε­γο­νός και η ό­ποια υ­πο­στή­ρι­ξη σε ε­πό­με­νες φά­σεις του έ­νο­πλου α­γώ­να σχε­τί­ζο­νταν μό­νο με αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, ε­ξαι­τί­ας των συν­θη­κών αυ­στη­ρής α­πο­μό­νω­σης των κρα­του­μέ­νων. Η ρή­ξη της ρε­φορ­μι­στι­κής Α­ρι­στε­ράς με την RAF ο­ρι­στι­κο­ποι­ή­θη­κε με το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο”. Για τη νό­μι­μη Α­ρι­στε­ρά το α­ντάρ­τι­κο πό­λης α­πο­τε­λού­νταν πλέ­ον α­πό ντε­σπε­ρά­ντος της δεύ­τε­ρης γε­νιάς, που α­πο­κό­πη­καν πλή­ρως α­πό την α­νταρ­σί­α του ’68.

Ουρ­λί­κε Μά­ιν­χοφ: Προ­σω­πο­ποί­η­ση του κα­κού, Ει­κό­να και Πα­τριώ­τισ­σα

Για την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ε­λίτ της Γερ­μα­νί­ας, η Ουρ­λί­κε Μά­ιν­χοφ ή­ταν η “προ­σω­πο­ποί­η­ση του κα­κού”, πο­λύ πριν το πέ­ρα­σμά της στην πα­ρα­νο­μί­α. Για έ­να με­γά­λο διά­στη­μα ο Τύ­πος και ό­λο το πο­λι­τι­κό φά­σμα της Γερ­μα­νί­ας ε­πι­δί­ω­ξαν την προ­σω­πο­ποί­η­ση της RAF με την Μά­ιν­χοφ, πι­στεύ­ο­ντας ό­τι αν την “ε­ξου­δε­τέ­ρω­ναν”, θα κα­τέρ­ρε­ε σύ­ντο­μα και η RAF. Οι διω­κτι­κές Αρ­χές την α­να­γό­ρευ­σαν σε υπ’ α­ριθ­μόν 1 δη­μό­σιο κίν­δυ­νο και προ­σπά­θη­σαν α­μέ­σως με­τά τη σύλ­λη­ψή της, ύ­στε­ρα α­πό προ­δο­σί­α τον Ιού­νιο του ’72, να την με­τα­τρέ­ψουν α­πό υπ’ α­ριθ­μόν 1 ε­χθρό σε εν δυ­νά­μει ψυ­χο­πα­θή. Η ά­με­ση α­ντί­δρα­ση, κυ­ρί­ως ια­τρι­κών συλ­λό­γων, πα­ρε­μπό­δι­σαν τη διε­νέρ­γεια υ­πο­χρε­ω­τι­κών “ψυ­χια­τρι­κών  ε­ξε­τά­σε­ων”, που θα γί­νο­νταν με ει­σαγ­γε­λι­κή ε­ντο­λή. Βέ­βαια οι προ­σπά­θειες του Γε­νι­κού Ει­σαγ­γε­λέ­α δεν έ­πε­σαν ε­ντε­λώς στο κε­νό. Τα ΜΜΕ, που ο­μό­θυ­μα συ­μπα­ρα­τά­χθη­καν με το κρά­τος κα­τά της RAF, δεν α­πέ­κλειαν πλέ­ον το εν­δε­χό­με­νο η Μά­ιν­χοφ να υ­πο­φέ­ρει α­πό “ό­γκο στον ε­γκέ­φα­λο”.
Αυ­τό που διέ­κρι­νε την Μά­ιν­χοφ δεν ή­ταν ό­μως μό­νο ο ε­πα­να­στα­τι­κός της λό­γος, το υ­ψη­λό δια­νο­η­τι­κό ε­πί­πε­δο, η ι­δε­ο­λο­γι­κή της κα­τάρ­τι­ση ή οι κοι­νω­νι­κές της ευαι­σθη­σί­ες, που έ­κα­νε τους συ­ντρό­φους της να τη θε­ω­ρούν “η­θι­κό πό­λο” και “ση­μεί­ο ι­δε­ο­λο­γι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού”. Ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α πρέ­πει να δο­θεί και σε μια άλ­λη πλευ­ρά των α­πό­ψε­ών της, που πέ­ρα­σε διε­θνώς σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Ή­ταν το “πα­τριω­τι­κό στοι­χεί­ο” στην πο­λι­τι­κή σκέ­ψη της Μά­ιν­χοφ, που ε­νο­χλού­σε τη ρε­φορ­μι­στι­κή Α­ρι­στε­ρά, η ο­ποί­α την κα­τη­γο­ρού­σε ό­τι “ε­πι­διώ­κει την προ­βο­λή της κα­λύ­τε­ρης πα­τριώ­τισ­σας, α­κο­λου­θώ­ντας το ε­θνι­κο-κομ­μου­νι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα”, ό­ντας μέ­λος του πα­ρά­νο­μου Κ.Κ. της Γερ­μα­νί­ας (KPD), στο ο­ποί­ο και πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής της.
Το βα­σι­κό­τε­ρο θέ­μα της α­να­γνω­ρι­σμέ­νης α­πό ε­χθρούς και φί­λους 15ε­τούς δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κα­ριέ­ρας της Μά­ιν­χοφ στο α­ρι­στε­ρό πε­ριο­δι­κό ΚΟΝ­ΚRΕΤ ή­ταν η ά­κα­μπτη θέ­ση της στο ζή­τη­μα της γερ­μα­νι­κής ε­πα­νέ­νω­σης, που θα ξε­κι­νού­σε με την κρα­τι­κή α­να­γνώ­ρι­ση της Α­να­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας και θα κα­τέ­λη­γε στη δη­μιουρ­γί­α της α­δέ­σμευ­της και α­νε­ξάρ­τη­της Γερ­μα­νί­ας. Σε άρ­θρα της, ή­δη τo 1963 κι ε­νώ ο ψυ­χρός πό­λε­μος βρί­σκο­νταν σε πλή­ρη ε­ξέ­λι­ξη, η Μά­ιν­χοφ υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “έ­χει ε­πέλ­θει ο χρό­νος η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας, ο­χτώ χρό­νια  με­τά την α­νε­ξαρ­τη­το­ποί­η­σή της, να κά­νει χρή­ση της ε­θνι­κής της κυ­ριαρ­χί­ας” και ό­τι “η διαί­ρε­ση του έ­θνους εί­ναι για τους Γερ­μα­νούς το πιο α­νυ­πό­φο­ρο πράγ­μα”.
Η πρό­τα­σή της για την προ­ά­σπι­ση της “ε­θνι­κής κυ­ριαρ­χί­ας” δεν α­πευ­θύ­νο­νταν βέ­βαια μό­νο στη δυ­τι­κο­γερ­μα­νι­κή πο­λι­τι­κή η­γε­σί­α αλ­λά και στην α­να­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κή, α­παι­τώ­ντας α­πό την τε­λευ­ταί­α να πά­ρει ό­λα τα μέ­τρα για τον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της, ώ­στε ν΄ α­πο­τε­λέ­σει “πα­ρά­δειγ­μα δη­μο­κρα­τι­κού σο­σια­λι­σμού”. Αρ­γό­τε­ρα, στα χρό­νια των φοι­τη­τι­κών ε­ξε­γέρ­σε­ων, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “το λε­γό­με­νο γερ­μα­νι­κό ζή­τη­μα πρέ­πει να γί­νει θέ­μα και πε­ριε­χό­με­νο της ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης”. Η ά­πο­ψή της ό­τι η κα­τα­στρο­φή της Δρέσ­δης α­πό τους δυ­τι­κούς συμ­μά­χους μπο­ρεί ι­στο­ρι­κά να στα­θεί δί­πλα στο Ά­ου­σβιτ­ς ξε­σή­κω­σε ε­να­ντί­ον της ό­χι μό­νο την ε­βρα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα αλ­λά και ό­λο το πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο της Γερ­μα­νί­ας. Μια θέ­ση που ε­πα­νήλ­θε αρ­γό­τε­ρα και στις δια­κη­ρύ­ξεις της RAF, προ­κα­λώ­ντας την ορ­γή, κυ­ρί­ως ε­κεί­νης της Α­ρι­στε­ράς που δια­κρί­νο­νταν για τις φι­λοϊσ­ρα­η­λι­νές της θέ­σεις.
Η ε­πί­μο­νη στά­ση της σ’ έ­να ε­θνι­κό θέ­μα που κα­νείς Γερ­μα­νός α­ρι­στε­ρός δια­νο­ού­με­νος δεν τολ­μού­σε να α­κου­μπή­σει δεν της συγ­χω­ρή­θη­κε πο­τέ α­πό την Α­ρι­στε­ρά. Γι ’αυ­τό και στα χρό­νια της πα­ρα­νο­μί­ας της Μά­ιν­χοφ, το ί­διο το KONKRET ξι­φουλ­κού­σε ε­να­ντί­ον της, ταυ­τί­ζο­ντάς την πλέ­ον με τη Δε­ξιά. Σε άρ­θρο με τί­τλο “Ο Ε­ρυ­θρός Στρα­τός της Ουρ­λί­κε” γρά­φτη­κε ό­τι “οι α­ναρ­χι­κοί στρα­τιώ­τες βρί­σκο­νται ε­κτός του πλαι­σί­ου της α­ρι­στε­ρής πα­ρά­δο­σης και εί­ναι πιο κο­ντά στις α­ντι-ου­μα­νι­στι­κές τρο­μο­κρα­τι­κές ο­μά­δες της Δε­ξιάς”. Η κα­τα­συ­κο­φά­ντη­ση της Μά­ιν­χοφ έ­φτα­σε στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά της ό­ταν, με­τά α­πό ε­πί­θε­ση της RAF στο εκ­δο­τι­κό-δη­μο­σιο­γρα­φι­κό συ­γκρό­τη­μα “Springer” (Bild Zeitung), που ε­ξέ­φρα­ζε παν­θο­μο­λο­γου­μέ­νως ό­,τι πιο κί­τρι­νο και α­ντι­δρα­στι­κό υ­πήρ­χε στα γερ­μα­νι­κά ΜΜΕ, κυ­κλο­φό­ρη­σαν άρ­θρα με τί­τλο : “Φρά­ξια Δε­ξιού Στρα­τού” και “Η RAF ε­πι­διώ­κει τον μο­ντέρ­νο φα­σι­σμό”.
Η δη­μιουρ­γί­α του α­ντάρ­τι­κου πό­λης έ­φε­ρε πολ­λούς Γερ­μα­νούς α­ρι­στε­ρούς δια­νο­ού­με­νους σε δύ­σκο­λη θέ­ση, κα­θώς έ­να ε­πι­φα­νές στέ­λε­χος της Ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Α­ντι­πο­λί­τευ­σης, η Μά­ιν­χοφ, τόλ­μη­σε την υ­πέρ­βα­ση, σε μια ε­πο­χή μά­λι­στα που οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους α­κου­μπού­σαν α­κό­μη και τις πα­ρυ­φές της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας. Για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς τους αν­θρώ­πους η Μά­ιν­χοφ πα­ρέ­μει­νε πά­ντα μια “ει­κό­να” που εί­χε την ι­κα­νό­τη­τα με τον πο­λι­τι­κό της λό­γο “να δια­μορ­φώ­νει τις πο­λι­τι­κές συ­νει­δή­σεις μιας ο­λό­κλη­ρης γε­νιάς, α­πό την ο­ποί­α προ­έ­κυ­ψαν προ­σω­πι­κό­τη­τες που θα προ­ω­θού­σαν αρ­γό­τε­ρα πο­λι­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις”. Γι’ αυ­τό και οι δια­νο­η­τές αυ­τοί θε­ω­ρούν α­κό­μη σαν “ι­στο­ρι­κά θλι­βε­ρό γε­γο­νός ότι διά­λε­ξε τον δρό­μο προς την πο­λι­τι­κή φρε­νο­βλά­βεια”.
Οι συν­θή­κες του θα­νά­του της μέ­σα στο κε­λί της προ­κα­λούν α­κό­μη και σή­με­ρα ε­ντά­σεις και α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, κα­θώς πα­ρα­μέ­νουν α­νε­ξι­χνί­α­στες. Αρ­κε­τοί ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι δο­λο­φο­νή­θη­κε, άλ­λοι πά­λι ό­τι την ο­δή­γη­σε στο θά­να­το η μα­κρό­χρο­νη και ε­ξου­θε­νω­τι­κή –για έ­να ε­ξά­μη­νο α­κό­μη και α­κου­στι­κή– α­πο­μό­νω­ση στα λευ­κά κε­λιά και πολ­λοί ό­τι αυ­το­κτό­νη­σε ό­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε το πο­λι­τι­κό α­διέ­ξο­δο στο ο­ποί­ο βρέ­θη­κε το πο­λι­τι­κό της δη­μιούρ­γη­μα. Γε­γο­νός εί­ναι ό­τι, πριν α­κό­μα γί­νει η γνω­μά­τευ­ση του ια­τρο­δι­κα­στή, α­να­κοι­νώ­θη­κε ε­πι­σή­μως α­πό το υ­πουρ­γεί­ο Ε­σω­τε­ρι­κών της Βά­δης-Βυρ­τεμ­βέρ­γης ό­τι “η Μά­ιν­χοφ αυ­το­κτό­νη­σε δι’ α­παγ­χο­νι­σμού”. Μια σει­ρά α­πό εν­δεί­ξεις, που συλ­λέ­χθη­καν α­πό διε­θνή ε­πι­τρο­πή, α­πο­δυ­να­μώ­νουν ό­μως τον ι­σχυ­ρι­σμό του κρά­τους. Οι έ­ρευ­νες της ε­πι­τρο­πής κα­τέ­λη­ξαν στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι ο θά­να­τός της δεν προ­ήλ­θε α­πό α­παγ­χο­νι­σμό αλ­λά α­πό “συ­μπί­ε­ση της βα­σι­κής αρ­τη­ρί­ας που εί­χε σαν ε­πα­κό­λου­θο την α­να­κο­πή της καρ­διάς”. Ε­πί­σης, βρέ­θη­καν μώ­λω­πες και τραυ­μα­τι­σμοί σε διά­φο­ρα μέ­ρη του σώ­μα­τός της, ό­πως και σπερ­μα­το­ζω­ά­ρια στα γεν­νη­τι­κά της όρ­γα­να. Το ό­τι δεν ά­φη­σε α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια α­πο­στο­λή και ό­τι, μια μέ­ρα πριν τον θά­να­τό της, ερ­γά­ζο­νταν με ι­διαί­τε­ρο ζή­λο για θέ­μα­τα της δί­κης της, θε­ω­ρή­θη­καν και αυ­τά εν­δεί­ξεις κα­τά της ε­πί­ση­μης εκ­δο­χής της αυ­το­κτο­νί­ας.
Με την εί­δη­ση του θα­νά­του της έ­γι­ναν σε πολ­λές πό­λεις της Γερ­μα­νί­ας ά­γριες ο­δο­μα­χί­ες με­τα­ξύ α­στυ­νο­μί­ας και αυ­τό­νο­μων ο­μά­δων μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που. Σύμ­φω­να με τον Γιό­σκα Φί­σερ, η σύ­γκρου­ση της Φραν­κφούρ­της κα­τέ­δει­ξε τα ό­ρια των αυ­τό­νο­μων που έ­φτα­σαν πλέ­ον κο­ντά στη διά­λυ­ση. Η δια­πί­στω­ση αυ­τή άλ­λα­ξε άρ­δην την μελ­λο­ντι­κή πο­ρεί­α των αυ­τό­νο­μων, που βρή­καν α­σφα­λή διέ­ξο­δο στους υ­πό εκ­κό­λα­ψη Πρά­σι­νους-Ε­ναλ­λα­κτι­κούς.


Τα χρό­νια του ε­πι­θα­νά­τιου ρόγ­χου

Το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο” του 1977, με τις α­πα­γω­γές και τις δο­λο­φο­νί­ες, τις α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­ες, τους θα­νά­τους κρα­του­μέ­νων, τις πολ­λές συλ­λή­ψεις και την κα­τα­στο­λή των “συ­μπα­θού­ντων”, α­πο­τέ­λε­σε μια κα­θο­ρι­στι­κή νί­κη των διω­κτι­κών Αρ­χών και ε­πέ­φε­ρε νέ­α αλ­λα­γή στην πο­λι­τι­κή της RAF.
Τον Μά­ιο του ’82, με­τά α­πό δέ­κα χρό­νια, η RAF ε­ξέ­δω­σε και πά­λι μια δια­κή­ρυ­ξη που έ­θε­τε, με­τά τις σκλη­ρές ε­μπει­ρί­ες του ’77, ξα­νά τον α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κό α­γώ­να στο ε­πί­κε­ντρο της πο­λι­τι­κής της και α­να­λάμ­βα­νε την ευ­θύ­νη για μια σει­ρά ε­πι­θέ­σε­ων σε α­με­ρι­κα­νι­κές και να­το­ϊ­κές ε­γκα­τα­στά­σεις, σε πο­λε­μι­κές βιο­μη­χα­νί­ες και σε ε­γκα­τα­στά­σεις της α­στυ­νο­μί­ας και του γερ­μα­νι­κού στρα­τού. Οι ε­νέρ­γειες αυ­τές προ­κά­λε­σαν έ­να νέ­ο κύ­μα συλ­λή­ψε­ων και κα­τα­δι­κών, πα­ρό­τι συ­χνά το κα­τη­γο­ρη­τή­ριο πα­ρου­σί­α­ζε ση­μα­ντι­κά κε­νά.
Η νέ­α προ­σπά­θεια της RAF να βρει συ­μπα­ρά­στα­ση και υ­πο­στή­ρι­ξη α­πό τις διά­φο­ρες εξ­τρε­μι­στι­κές α­ρι­στε­ρές ο­μά­δες μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που στη Γερ­μα­νί­α δεν ευο­δώ­θη­κε, λό­γω της δια­φο­ρε­τι­κής πο­λι­τι­κής που α­κο­λου­θού­σαν, πα­ρό­τι οι εκ­δη­λώ­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης εκ μέ­ρους των ορ­γα­νώ­σε­ων αυ­τών προς τους κρα­τού­με­νους που έ­κα­ναν α­περ­γί­α πεί­νας συ­νε­χί­στη­καν με α­μεί­ω­τη έ­ντα­ση. Η δο­λο­φο­νί­α ε­νός Α­με­ρι­κα­νού στρα­τιώ­τη προ­κά­λε­σε την αυ­στη­ρή κρι­τι­κή για το ρό­λο της RAF που συ­νέ­χι­ζε την πο­λι­τι­κή της δράση και τις δο­λο­φο­νί­ες οι­κο­νο­μι­κών πα­ρα­γό­ντων σε συν­θή­κες πλή­ρους α­πο­μό­νω­σης.
Χω­ρίς συ­νέ­χεια υ­πήρ­ξε και η προ­σπά­θεια της RAF για τη δη­μιουρ­γί­α μιας ευ­ρω­πα­ϊ­κής έ­νο­πλης α­ντί­στα­σης, ό­ταν συ­νερ­γά­στη­κε για έ­να διά­στη­μα με τη γαλ­λι­κή ε­πα­να­στα­τι­κή ορ­γά­νω­ση “Action Directe”, ε­πι­λέ­γο­ντας σαν στό­χους πρό­σω­πα α­πό το βιο­μη­χα­νι­κό-στρα­τιω­τι­κό το­μέ­α.
Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια της ορ­γά­νω­σης κα­θο­ρί­στη­καν α­πό τη διά­λυ­ση του α­να­το­λι­κού συ­να­σπι­σμού και τη γερ­μα­νι­κή ε­πα­νέ­νω­ση, σε μια ε­πο­χή μά­λι­στα που γε­νι­κά η Α­ρι­στε­ρά πέ­ρα­σε στο πε­ρι­θώ­ριο των ε­ξε­λί­ξε­ων και πολ­λοί α­ρι­στε­ροί δια­νο­ού­με­νοι έ­φτα­σαν στο ση­μεί­ο να υ­πο­στη­ρί­ξουν α­νε­πι­φύ­λα­κτα τον πό­λε­μο των Η­ΠΑ κα­τά του Ι­ράκ. Ε­νώ στη δε­κα­ε­τί­α του ’80, τα πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά και, κυ­ρί­ως, τα θέ­μα­τα της ε­γκα­τά­στα­σης νέ­ων συ­στη­μά­των ε­ξο­πλι­σμού στη Γερ­μα­νί­α προ­κα­λού­σαν α­κό­μη έ­ντο­νες κοι­νω­νι­κές α­να­τα­ρά­ξεις και συ­γκρού­σεις που περ­νού­σαν μέ­σα και α­πό τους Πρά­σι­νους, η δε­κα­ε­τί­α του ’90 ε­πι­σφρά­γι­σε τον ε­πι­θα­νά­τιο ρόγ­χο της RAF και των αυ­τό­νο­μων κι­νή­σε­ων στη Γερ­μα­νί­α και κα­θό­ρι­σε την πο­ρεί­α των Πρα­σί­νων προς την ε­ξου­σί­α. Με­τά τη σύλ­λη­ψη πολ­λών στε­λε­χών της που βρή­καν, ή­δη α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’80 κα­τα­φύ­γιο στην Α­να­το­λι­κή Γερ­μα­νί­α, η RAF ε­ξέ­δω­σε τον Α­πρί­λιο και τον Αύ­γου­στο του ’92 δύ­ο δια­κη­ρύ­ξεις στις ο­ποί­ες α­ντι­με­τώ­πι­ζε κρι­τι­κά την ι­στο­ρί­α της. Α­να­κοί­νω­σε δε ό­τι δεν πρό­κει­ται πλέ­ον να χτυ­πή­σει αν­θρώ­πι­νους στό­χους. Πολ­λοί α­να­λυ­τές, απ’ ό­λο το πο­λι­τι­κό φά­σμα, μί­λη­σαν για μια α­να­με­νό­με­νη “πα­ρά­δο­ση ά­νευ ό­ρων”, πα­ρό­τι η α­να­τί­να­ξη, λί­γο πριν τα ε­γκαί­νια, μιας νέ­ας φυ­λα­κής α­πέ­δει­ξε εκ νέ­ου την ε­πι­χει­ρη­σια­κή ε­τοι­μό­τη­τα της RAF.
Το 1993 ήλ­θε η διά­σπα­ση στους κόλ­πους των κρα­τουμέ­νων για την πο­λι­τι­κή που θα έ­πρε­πε να α­κο­λου­θή­σουν σε σχέ­ση με την “πρω­το­βου­λί­α Κίν­κελ”, που τε­λι­κά α­πο­κα­λύ­φθη­κε σαν τα­κτι­κή κί­νη­ση του κρά­τους για την στρα­τιω­τι­κή ε­ξου­δε­τέ­ρω­ση της RAF. Μέ­χρι την δια­κή­ρυ­ξη της αυ­το­διά­λυ­σης της ορ­γά­νω­σης το 1997, κά­ποια μέ­λη της α­πο­λύ­θη­καν ή­δη α­πό τις φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας, α­φού ε­ξέ­τι­σαν πο­λύ­χρο­νες φυ­λα­κί­σεις ή κρί­θη­καν α­νί­κα­νοι (για λό­γους υ­γεί­ας) να πα­ρα­μεί­νουν άλ­λο στη φυ­λα­κή. Δεν υ­πέ­γρα­ψαν πο­τέ “δη­λώ­σεις με­τά­νοιας”, ό­μως πα­ρα­δέ­χτη­καν ό­λοι ό­τι “η φά­ση του έ­νο­πλου α­γώ­να στη Γερ­μα­νί­α α­πο­τε­λεί πα­ρελ­θόν”. Κά­ποιοι βρί­σκο­νται α­κό­μη στις φυ­λα­κές και κά­ποιοι άλ­λοι α­κό­μη κα­τα­ζη­τού­νται, με τον ί­διο πά­ντα ζή­λο, α­πό τις διω­κτι­κές Αρ­χές, κα­θώς στη Γερ­μα­νί­α οι δο­λο­φο­νί­ες δεν πα­ρα­γρά­φο­νται πο­τέ.
Η ά­κα­μπτη στά­ση του γερ­μα­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει α­κό­μη α­μεί­ω­τη, πα­ρό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να φα­ντα­στεί ό­τι μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και πά­λι α­ντάρ­τι­κο πό­λης στη Γερ­μα­νί­α. Με­τά το πέ­ρα­σμα της RAF στην ι­στο­ρί­α, αυ­τό που ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει είναι πολ­λά α­πό τα (α­να­πά­ντη­τα) πο­λι­τι­κά ε­ρω­τή­μα­τα που τέ­θη­καν τον και­ρό της με­τω­πι­κής σύ­γκρου­σης κρά­τους-α­νταρ­τών πό­λης, τα ο­ποί­α α­φο­ρούν –με­τα­ξύ άλ­λων– και στη γέν­νη­ση του κοι­νω­νι­κού φαι­νο­μέ­νου της α­το­μι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας. Σ’ αυ­τά τα ε­ρω­τή­μα­τα έ­χουν προ­στε­θεί βε­βαί­ως και νέ­α, που σχε­τί­ζο­νται με την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και την α­με­ρι­κα­νο­κρα­τί­α, την προ­χω­ρη­μέ­νη κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος και την ε­ξα­θλί­ω­ση-φτώ­χεια του με­γα­λύ­τε­ρου τμή­μα­τος του πλα­νή­τη, τη δια­φθο­ρά και τη δια­πλο­κή της οι­κο­νο­μι­κής ο­λι­γαρ­χί­ας με το κρά­τος, την ε­πί­θε­ση της Νέ­ας Τά­ξης κα­τά του έ­θνους-κρά­τους και της ταυ­τό­τη­τας, τη δρα­μα­τι­κή συρ­ρί­κνω­ση της δη­μο­κρα­τί­ας και τον α­χα­λί­νω­το νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό με την α­κό­ρε­στη δί­ψα για κέρ­δος κ.ά. Πα­γκό­σμια ε­ρω­τή­μα­τα που, αν δεν α­πα­ντη­θούν, θ’ α­πο­τε­λέ­σουν πι­θα­νό­τα­τα την αι­τί­α ε­πανό­δου στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο μιας α­κό­μη, πο­λύ πιο βί­αι­ης, πε­ριό­δου α­το­μι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ