του Τάσου Χατζηαναστασίου
Ας πω λοιπόν τη γνώμη μου κι εγώ για την παράσταση της Αντιγόνης στην Επίδαυρο. Στην ολικής άγνοιας ερώτηση εάν μου άρεσε το έργο, απαντώ αρνητικά κυρίως γιατί με κούρασε αν και εδώ θα ταίριαζε η κυπριακή έκφραση: επόφκαλλεν με, που ίσως αποδίδεται με το κοινό ελληνικό: με πέθανε. Ε, δεν υποφέρεται να ακούς την ίδια από όλους, χορό και ηθοποιούς, εκνευριστικά και αφύσικα αργή εκφορά λόγου επί δύο ώρες κι ένα τέταρτο.
Για να έχετε μία εικόνα, τα πρώτα λόγια της Αντιγόνης που της αφαιρέθηκε ολόκληρος ο Πρόλογος, δηλαδή η συνάντηση με την Ισμήνη που εξαφανίστηκε εντελώς από το έργο στην ερώτηση του Κρέοντα εάν δέχεται την ενοχή της ήταν: “ΝΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙ”, Το – παύση – έ – παύση – κα- παύση – να”.
Άντε να δεχτούμε μία τόσο τελετουργικά ίσως, αργή εκφορά στον χορό ή στον πρώτο, τον “προγραμματικό”, λόγο του Κρέοντα που ανακοινώνει το “μανιφέστο” του. Αυτό ήταν ένα σκέτο μαρτύριο.
Κουραστικό επίσης ότι για όλη αυτήν την ώρα βλέπαμε μία σκηνή υποφωτισμένη με θεοσκότεινες φιγούρες που ακριβώς επειδή μιλούσαν με τον ίδιο τρόπο, κάποιες φορές δύσκολα καταλαβαίναμε ποιο πρόσωπο έπαιρνε τον λόγο, πότε σταματούσε το χορικό κι άρχιζε το στάσιμο αφού σκηνοθετική αδεία δεν ξεχώριζαν. Αν παιζόταν έτσι και το 441π.Χ. ο Σοφοκλής, όχι βραβείο ούτε χειροκρότημα δε θα έπαιρνε κι ίσως να μη γλίτωνε και το κράξιμο, πολύ συνηθισμένο και τότε.
Κατά τα άλλα, η πρόσληψη του έργου εκκινούσε από μία ενδιαφέρουσα και σωστή ιδέα: ότι η πρόσληψη μίας Αντιγόνης, σύγχρονης επαναστάτριας, είναι μονόπλευρη, ανήκει στη νεοτερικότητα και εν τέλει εκτός της αντίληψης του Σοφοκλή και της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα. Αντιθέτως, μία ισορροπημένη και πιο κοντά στις τότε πεποιθήσεις, και άρα πιο κοντά στο πνεύμα του κειμένου, προσέγγιση θα επεσήμανε ότι ο Κρέων είχε επίσης δίκιο σε ό,τι τουλάχιστον αφορά την υπεράσπιση του νόμου και της πόλεως.
Πράγματι, τότε ο προδότης δεν είχε θέση ούτε ανάμεσα στους νεκρούς του κράτους. Όμως, αυτή η ισορροπία διαταράχθηκε από την άλλη μεριά και το έργο έγειρε πάλι μονόπαντα σε σημείο που ένας πιο έντιμος τίτλος θα ήταν: “Κρέων του Rasche” και όχι “Αντιγόνη του Σοφοκλή”. Γιατί είδαμε πολύ Κρέοντα, τον καταλάβαμε και μπράβο στον σκηνοθέτη και τον Γάλλο που τον υποδύθηκε ηρωικά αφού έπρεπε επί δύο ώρες να …περπατά ασταμάτητα και να μιλά σε τέτοιο κουραστικό ρυθμό, αλλά ελάχιστη Αντιγόνη υπήρχε στο έργο κι όση υπήρχε ήταν κι αυτή λειψή με κάκιστη απόδοση. Αντίθετα, τη μόνη αυθεντική συγκίνηση, ένταση και δραματική αγωνία πρόσφερε ο σύντομος αλλά μεστός λόγος του Τειρεσία από τη Φιλαρέτη Κομνηνού.
Με την ακατανόητη έξωση της Ισμήνης αλλά και της Ευρυδίκης, την κατάργηση χορικών, αρκετών άλλων στίχων και ειδικά του τέλους όπου τονίζεται ο ρόλος της φρόνησης εμφατικά, την προσθήκη όμως τουλάχιστον ενός αποσπάσματος, σε άσχετο σημείο, από τους Επτά επί Θήβας κι ίσως και άλλων στίχων που δε θυμάμαι να υπάρχουν στο κείμενο του Σοφοκλή, (σε μία μετάφραση με πολλές αστοχίες και παρανοήσεις) παρακολουθήσαμε για άλλη μια φορά μία διασκευή με πολλές αυθαιρεσίες που σώζεται ίσως μόνο από τις… καλές προθέσεις. Όμως το έργο, μόνο σαν σεμινάριο για θεατρολόγους (γιατί δεν το συστήνω να το δει κανείς άλλος, και με βρίζει μετά για το μαρτύριο που τον υπέβαλα), μπορεί να σταθεί. Είναι ίσως μία ενδιαφέρουσα δραματική εκδοχή, ένα … μεταπτυχιακό πείραμα, αλλά εμείς τι φταίμε!
Το έργο δεν είχε στο μεγαλύτερο μέρος του καμία συγκίνηση, δεν είχε ψυχή, ήταν ένα ψυχρό εγκεφαλικό, ακαδημαϊκό κατασκεύασμα, καθαρά… γερμανικό. Αντί να συγκλονιστούμε, παρακαλούσαμε να τελειώσει το μαρτύριο. Για να επιβεβαιωθεί άλλη μια φορά ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Επιτέλους μια σωστή άποψη για την “Αντιγόνη” του Rasche.
To θέμα όμως είναι να μην επαναλαμβάνονται τέτοιες παραστάσεις.