Αρχική » Ο Θουκυδίδης, η Ηθική στη Διεθνή Πολιτική και ο Ρωσοουκρανικός Πόλεμος

Ο Θουκυδίδης, η Ηθική στη Διεθνή Πολιτική και ο Ρωσοουκρανικός Πόλεμος

από Άρδην - Ρήξη

Gino Severini, «Ακοντιστές», 1915

του Σπύρου Ν. Λίτσα* δημοσιεύτηκε στο Άρδην τ. 136 με αφιέρωμα “Θουκυδίδης & Πούτιν“.

Στη Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, επομένως και στην εφαρμοσμένη διεθνή πολιτική, η αντιδιαστολή μεταξύ ηθικού και ανήθικου υφίσταται και διαμορφώνει δεδομένα, αλλά όχι ως η αποτύπωση μιας αξιακής συνθήκης που στον πυρήνα της φέρει το μεταφυσικό και συνάμα κανονιστικό «Ου», όπως η ηθική στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων. Το ηθικό και το ανήθικο στο άναρχο και ανταγωνιστικό διεθνές σύστημα μεταβάλλεται σε «έξυπνο» ή μη, αλλά και σε αναθεωρητικό ή υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης συστημικής κατανομής ισχύος [status quo biased], ως προς τις κεντρικές μεταβλητές που επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Ενώ λοιπόν, στο πρώτο επίπεδο ανάλυσης, σύμφωνα με τη θεωρία του Kenneth Waltz, είναι διαφορετικοί οι ηθικοί κανόνες που διαπερνούν την οντολογία του ατόμου, όπως αυτό ζει και παράγει στο εσωτερικό ενός απολύτως ρυθμισμένου δικαϊκά και διοικητικά περιβάλλοντος, στο δεύτερο και στο τρίτο επίπεδο η διάσταση της ηθικής εξελίσσεται ως επιτυχία επιβίωσης ή όχι και ως δυνατότητα του κράτους να προσφέρει στους πολίτες του τα διαρκή νάματα του Κοινωνικού Συμβολαίου, Ισονομία και Ισοπολιτεία, μέσα σε καθεστώς εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.
Ένα κράτος είναι ανήθικο όταν δεν προνοεί για την ασφάλεια των πολιτών του. Κι αυτό αποτυπώνεται είτε στα κράτη που επιλέγουν τον αναθεωρητισμό, είτε σε αυτά που επιλέγουν τον κατευνασμό. Η συγκεκριμένη διάσταση του ανήθικου εμφανίζεται είτε ως απόδειξη της Ύβρεως που καταφθάνει για ένα κράτος που είναι αναθεωρητικό και δεν έχει αντιληφθεί τους περιορισμούς που η έννοια και η χρήση της Ισχύος επιβάλλει σε διεθνές επίπεδο, είτε ως κατάληξη της αποδοχής της αδυναμίας και της τιμωρίας που έρχεται για κράτη που επιλέγουν την υποχωρητικότητα ως μέσο διασφάλισης της πρόσκαιρης και ντροπιαστικής ειρήνης, ενεργώντας με την αφέλεια του στρουθοκαμηλισμού. Τα κάτωθι παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Αυτό της Ναζιστικής Γερμανίας ως απόδειξη των δεινών της Ύβρεως του αναθεωρητισμού, από τη μία, και της σημερινής Αρμενίας, από την άλλη, που, μέσω ενός συνδυασμού άρνησης περί της αναγκαιότητας της αυτοβοήθειας και εφαρμογής του κατευνασμού προς το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, επέτυχε να είναι μαριονέτα στα χέρια αυτών που οδήγησαν τον αρμενικό λαό πριν από έναν αιώνα σε Γενοκτονία. Το ανήθικο υφίσταται και στις δυο περιπτώσεις και οδηγεί στην ήττα και στην αποδόμηση.
Η διεθνής πολιτική δεν είναι ένα πεδίο όπου η ανορθολογική επιθετικότητα ή η δειλία επιβραβεύεται. Κι αυτό γιατί τις σχέσεις των κρατών τις διαπερνά η αναγκαιότητα του θουκυδίδειου ορθολογισμού. Κάποιοι, μια ηχηρή μειοψηφία, εντός της Ελλάδας, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, αποδίδουν στον Θουκυδίδη τον απλουστευτικό ψόγο του ανήθικου, παρουσιάζοντάς τον ως κήρυκα της σκληρής ισχύος εις βάρος του δικαίου. Ο ψόγος είναι τόσο άκαιρος όσο και ασαφής, αφού ουδέποτε ο Θουκυδίδης με το έργο του δεν ξεπερνά το ρεαλιστικό ώστε να εισέλθει στο ουτοπικό της δεοντολογίας που καταστρατηγείται στη διεθνή σκηνή από την αναγκαιότητα της επιβίωσης.
Ανήθικος δεν είναι αυτός που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για να προειδοποιήσει το κράτος που εκπροσωπεί για το ότι η επιβίωση επιτυγχάνεται με Αρετή, Τόλμη και Προγραμματισμό σε επίπεδο έξυπνης ισχύος. Ανήθικος είναι αυτός που λειτουργεί ως ηχείο μιας αισιοδοξίας που οδηγεί στην ψευδαίσθηση πως η επιβίωση είναι δώρο που «οι άλλοι» σου το χαρίζουν, είναι αποτέλεσμα της παρέμβασης του Από Μηχανής Θεού και πως το Δίκαιο έρχεται να περιορίσει τον Άρπαγα της διεθνούς σκηνής. Αν ο Θουκυδίδης είναι ο Άγγελος ρεαλιστικών ειδήσεων, ο φορέας των ιδεαλιστικών εμμονών είναι ο Άγγελος Εξάγγελος που φέρνει μόνο καλά νέα είτε γιατί επιθυμεί την πρόσκαιρη υποστήριξη των συμπολιτών του, είτε γιατί πολύ απλά δεν γνωρίζει πώς λειτουργεί η διεθνής σκηνή. Η τιμωρία, όπως πάντα, έρχεται και σε πολλές των περιπτώσεων δεν επιμερίζεται δικαίως και σύμφωνα με την ευθύνη των πράξεων του καθενός, αλλά ως δαμόκλειος σπάθη επί υπεύθυνων και ιδιωτών, υπό τον αριστοτέλειο όρο.
Υπάρχει ένα ερώτημα που διαρκώς διαπερνά τα αμφιθέατρα των Πολιτικών Επιστημών από γενιά σε γενιά, στο εκκολαπτήριο δηλαδή της κριτικής σκέψης και της κραταιάς μεθοδολογίας των Κοινωνικών Επιστημών. Είναι ο Θουκυδίδης επίκαιρος ακόμη και σήμερα; Με άλλα λόγια, μπορεί η κορυφαία ανάλυσή του στον Πελοποννησιακό Πόλεμο να αποτυπωθεί σε υπερβατικές χωροχρονικές αναλογίες και να αποδώσει ratio, εξήγηση του αιτίου και του αιτιατού στα σύγχρονα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής; Η απάντηση είναι ασφαλώς ναι! Από τις μεγάλες διπολικές αντιπαραθέσεις του προηγούμενου αιώνα, στις διακρατικές τριβές υψηλών εντάσεων και απωλειών Ύλης, ή στην ανάδυση μιας νέας μορφής διπολισμού, η θουκυδίδειος προσέγγιση είναι σε θέση να οδηγεί τον αναλυτή με σίγουρο τρόπο σε μονοπάτια ορθολογικής αποτίμησης των δεδομένων.
Ένα από τα πλέον πρόσφατα επεισόδια στη διεθνή αρένα είναι ο ρωσοουκρανικός πόλεμος. Έχει ενδιαφέρον πως, και στα διάφορα εξελικτικά στάδια του πολέμου αυτού, μια αστραπιαία επιχείρηση εκ μέρους της Μόσχας, που μετεξελίχθηκε σε πόλεμο φθοράς λόγω της οργανωμένης και σθεναρής αντίστασης του Κιέβου, η θουκυδίδειος θεωρία έχει σημεία εφαρμογής. Για παράδειγμα, η σημασία που δίδεται στο κύρος και το γόητρο της πόλης μέσα από τον «Επιτάφιο» μπορεί να ανιχνευθεί στις διαδικασίες επικοινωνιακής προβολής των ουκρανικών θέσεων σε όλο τον δυτικό κόσμο. Αλλά το σημαντικότερο ίσως σημείο εφαρμογής, όπως σχεδόν σε κάθε επεισόδιο της διεθνούς πολιτικής σκηνής, είναι το πώς ο διάλογος των Μηλίων μπορεί να βρει αναφορά στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται ο ρωσοουκρανικός πόλεμος. Ο ισχυρός επιβάλλει τη βούλησή του και ο ανίσχυρος υποχωρεί στο μέτρο που του επιβάλλει η αδυναμία του συγκριτικά με αυτήν του αντιπάλου. Αυτή η διαχρονική διαδικασία άσκησης εξωτερικής πολιτικής δεν εμπεριέχει μια δεοντολογική αποθέωση της επιβολής του ισχυρότερου, αλλά την παρατήρηση της εξέλιξης των πραγμάτων μέσω μιας ρεαλιστικής ματιάς αποτίμησης.
Ασφαλώς και οφείλουμε να εξετάσουμε τους λόγους για τους οποίους ένα κράτος είναι λιγότερο ισχυρό. Διεφθαρμένες κυβερνήσεις, αναποτελεσματικό αναπτυξιακό μοντέλο, διαβρωμένη εθνική ενότητα, παρίας ή έστω γελωτοποιός στις συμμαχικές συμπράξεις, είναι μερικά μόνο από τα κύρια αίτια που τα κράτη καταλήγουν στη Λέσχη των Ανυπόληπτων Αδύναμων Κρατών. Ο Θουκυδίδης δεν επικροτεί την επιβολή του ισχυρού. Επισημαίνει εμμέσως στον πλέον αδύνατο ότι είναι απαραίτητη η διαδικασία της ενδυνάμωσης ώστε να ενισχυθούν οι προοπτικές της επιβίωσής του.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας έχουμε τα ακόλουθα δεδομένα: Η Ουκρανία όχι μόνο δεν έχει ηττηθεί από τη Ρωσία, αλλά είναι ο κύριος λόγος που η Ρωσία, για τα πολλά επόμενα χρόνια, θα είναι ο δεξιός βραχίονας της Κίνας αντί να ρυθμίζει τις υποθέσεις του δικού της πόλου. Στο νέο διπολικό σύστημα που πλέον κυριαρχεί στη διεθνή κατανομή ισχύος και που σε διάφορες μελέτες μου, εντός και εκτός της χώρας, το έχω χαρακτηρίσει ως πολυμερικό, η Ρωσία αποτελεί μια δεύτερη τη τάξει δύναμη, όπως και η Βρετανία μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ρωσία έχει παύσει να είναι μια πυρηνική δύναμη.
Τι ακριβώς αυτό σημαίνει; Ότι η πίεση, αλλά και η υποστήριξη του Ελεύθερου Πόλου, έχει ένα σημείο που δεν μπορεί να πάει πέρα από εκεί. Ότι κανείς δεν θα οδηγήσει τον πλανήτη σε πυρηνικό πόλεμο για να υπερασπίσει η Ουκρανία τα συμφέροντά της και πως, στο τέλος της ημέρας, όταν ΗΠΑ και Ρωσία θα καθίσουν για άλλη μια φορά να συζητήσουν για το μέλλον των ρωσοουκρανικών σχέσεων, το κυρίαρχο ζητούμενο αλλά και σοβαρός μοχλός πίεσης για την εξαγωγή δεδομένων θα είναι πως η Ρωσία είναι πυρηνική δύναμη και η Ουκρανία όχι.
Ο κίνδυνος για την Ουκρανία, στην παρούσα φάση και αφού οι δυνατότητες της αυτοβοήθειας περιορίζονται στο συμβατικό επίπεδο, δεν είναι άλλος παρά άλλη μια υπόμνηση της θουκυδίδειας προσέγγισης στον διάλογο των Μηλίων. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών μεταξύ της αθηναϊκής και της μηλιακής πλευράς, οι Μήλιοι θεωρούν πως, με το να προτείνουν στους Αθηναίους την ουδετερότητά τους αντί της ένταξής τους στη Δηλιακή Συμμαχία, θα πείσουν τους πρώτους περί της αποφυγής μιας μάταιης σύγκρουσης. Τότε ο αθηναϊκός παράγοντας, σε μια έξοχη επίδειξη της πολυεπίπεδης σκέψης που η ρεαλιστική στρατηγική απαιτεί, απαντά πως δεν είναι αναγκαστικά προς το συμφέρον της Αθήνας η αποφυγή της πολεμικής σύγκρουσης αν τελικώς η Μήλος δεν υποκύψει στο ultimatum της πόλης της Παλλάδος. Αντιθέτως, μπορεί να χρησιμοποιήσει τη Μήλο ως παράδειγμα προς αποφυγή για όλο το υπόλοιπο διεθνές σύστημα της εποχής, υπογραμμίζοντας την κατάληξη όσων δυνάμεων δεν αποδέχονται την αθηναϊκή υπεροχή, ενώ αν συναινέσουν με την αντιπρόταση της Μήλου στέλνουν στο υπόλοιπο διεθνές σύστημα, κυρίως στους συμμάχους τους, σημάδι αδυναμίας.
Η Ουκρανία φτάνει αργά και σταδιακά σε αυτό το σημείο που η Ρωσία είτε θα επιβάλει σκληρούς όρους, είτε θα τη χρησιμοποιήσει ως παράδειγμα προς αποφυγή για το υπόλοιπο του διεθνούς συστήματος. Τα ρωσικά σχέδια θα μπορούσαν να αποτύχουν ασφαλώς αν οι δυτικοί σύμμαχοι, με πρώτη τις ΗΠΑ, δεν θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο, αλλά ουδείς πλέον μπορεί να είναι σίγουρος για τα στρατηγικά δεδομένα προηγούμενων ετών. Ο Θουκυδίδης δείχνει, ανάμεσα σε όλα τα άλλα, και την αξία της χρονικής συγκυρίας προς όφελος της εξυπηρέτησης των εθνικών στόχων και σκοπών.

*Ο Σπύρος Λίτσας είναι Καθηγητής Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος στις Διεθνείς Σπουδές στο ίδιο ακαδημαϊκό ίδρυμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ