Αρχική » Ο Μισέλ Φουκώ για την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν

Ο Μισέλ Φουκώ για την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν

από Άρδην - Ρήξη

Απόσπασμα από κείμενο του Γκιγιόμ Περώ* που δημοσιεύτηκε στον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 30

 μετάφραση-επίμετρο: Γιώργος Καραμπελιάς

Από τις πρώτες εβδομάδες μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του αγιατολάχ Χομεϊνί στην Τεχεράνη (1η Φεβρουαρίου 1979), άρχισαν οι βιαιοπραγίες, οι συνοπτικές εκτελέσεις και οι ανθρωποκτονίες. Αρχικά εναντίον των πληροφοριοδοτών της πρώην μυστικής αστυνομίας του Σάχη, των στρατηγών, των υπουργών και των προσωπικοτήτων του καθεστώτος που είχε ανατραπεί. Η δημοσιογράφος Κλερ Μπριέρ (Claire Brière), που βρισκόταν στην Τεχεράνη μετά την επιστροφή του Χομεϊνί, μαρτυρά ότι είδε λιντσαρίσματα και ακρωτηριασμούς πτωμάτων με ανείπωτη βία. Στη συνέχεια, σιγά-σιγά, οι ισλαμιστές άρχισαν να στρέφονται εναντίον όλων των χθεσινών συμμάχων τους, από τους μετριοπαθείς έως τις ένοπλες ομάδες της αριστεράς και ακροαριστεράς, για να τους εξοντώσουν.

Οι γυναίκες χάνουν τη νομική χειραφέτηση που είχαν κατακτήσει υπό το καθεστώς Παχλαβί. Οι ομοφυλόφιλοι κινδυνεύουν με θανατική ποινή. Μια ισλαμιστική, σκοταδιστική και εξαιρετικά βίαιη θεοκρατία κατακλύζει το Ιράν. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πώς εξηγείται η εκπληκτική εύνοια που κάποιοι διανοούμενοι και ένα μεγάλο μέρος των γαλλικών μέσων ενημέρωσης είχαν, μέχρι τότε, δείξει στον Χομεϊνί και στους μουλάδες; [  ]

Ο Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault), ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής του, έδειξε ενθουσιασμό για την ισλαμική επανάσταση ήδη από το φθινόπωρο του 1978. Η περίπτωσή του είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η επιρροή αυτού του συγγραφέα παραμένει σημαντική μέχρι και σήμερα.

Εκείνη την εποχή, ο Φουκώ, 51 ετών, απολάμβανε μεγάλο κύρος στο Saint-Germain-des-Prés, ειδικά μεταξύ των νεοτέρων. Ήταν λοιπόν φυσικό για έναν φοιτητή να διαβάζει, ή τουλάχιστον να παραθέτει, την Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή (1963) και, ακόμη περισσότερο, το Επιτήρηση και τιμωρία (1975), που χαρακτηρίζει την προσέγγιση του στοχαστή με την ακροαριστερά στο κλίμα της περιόδου μετά το ’68.

Ωστόσο, ο συγγραφέας αυτός δείχνει συχνά κουρασμένος από τις δικές του ιδέες, αναζητώντας νέες συγκινήσεις, νέους δρόμους. Την άνοιξη του 1978, κατόπιν αιτήματος του Ιταλού εκδότη Rizzoli, μετόχου της εφημερίδας Corriere della Sera, ο Φουκώ δέχτηκε να συνεργαστεί τακτικά με την έγκριτη καθημερινή εφημερίδα του Μιλάνου. Θέλει να συγκροτήσει μια ομάδα διανοουμένων που θα πραγματοποιούν μεγάλα ρεπορτάζ. Έτσι, ο καθηγητής του Collège de France επισκέπτεται δύο φορές το Ιράν, από τις 16 έως τις 24 Σεπτεμβρίου και από τις 9 έως τις 15 Νοεμβρίου 1978. Δημοσιεύει επτά ρεπορτάζ στην εφημερίδα Corriere della Sera και στη συνέχεια ένα μακροσκελές ρεπορτάζ στο περιοδικό Le Nouvel Observateur.

Ο Φουκώ αντιλαμβάνεται αμέσως τον θρησκευτικό χαρακτήρα της επανάστασης που μαίνεται στο Ιράν, και αυτό είναι που τον συναρπάζει. Η εξαιρετική σαφήνεια της γλώσσας του (δεν χρησιμοποιεί καθόλου αργκό) και το βάθος πολλών παρατηρήσεών του προσδίδουν στα κείμενά του μεγάλη γοητεία. Το πρώτο άρθρο (28 Σεπτεμβρίου 1978), επικεντρωμένο στον ιρανικό στρατό, περιλαμβάνει περιγραφές της κατάστασης και πληροφορίες, αληθινές ή ανακριβείς, αλλά σε καμία περίπτωση παράλογες, καθώς και εκτιμήσεις που είναι θέμα προσωπικής άποψης.

Το δεύτερο κείμενο (1 Οκτωβρίου) είναι πιο προσωπικό και κατηγορηματικό. Ο τίτλος του, «Ο Σάχης έχει καθυστερήσει εκατό χρόνια», επιλέχθηκε από τη συντακτική ομάδα, σύμφωνα με τον εκδότη των απάντων του Φουκώ (Dits et Écrits, Gallimard). Ο ίδιος είχε προτείνει ως τίτλο «Το νεκρό βάρος του εκσυγχρονισμού». Ο Φουκώ περιγράφει μια επίσκεψη στο παζάρι της Τεχεράνης, όπου είδε απαρχαιωμένες ραπτομηχανές με το λογότυπο «made in South Corea». Ο διανοούμενος γράφει: «Τότε κατάλαβα ότι τα πρόσφατα γεγονότα δεν σήμαιναν την απομάκρυνση των πιο καθυστερημένων ομάδων από έναν υπερβολικά βίαιο εκσυγχρονισμό, αλλά την απόρριψη, από μια ολόκληρη κουλτούρα και έναν ολόκληρο λαό, ενός εκσυγχρονισμού που είναι από μόνος του ένας αρχαϊσμός» [δύο λέξεις της φράσης υπογραμμισμένες από τον Φουκώ].

Αφού απορρίπτει μια φιλελεύθερη ανάγνωση της ισλαμικής επανάστασης, ο διανοούμενος περιγράφει την πολιτική του βασιλιά ως ένα τεχνητό δυτικό μόσχευμα που απορρίφθηκε από τον λαό (κάτι που δεν είναι απαραίτητα λάθος) και τον εμπνευστή του, τον Σάχη, που πιστεύει ότι είναι καινοτόμος, ως ένα παθητικό has been. Αυτός είναι ο αρχαϊκός και το ισλάμ είναι το μέλλον του Ιράν, υποστηρίζει ο συγγραφέας. Ιρανοί αντιπολιτευόμενοι μεταφράζουν το άρθρο στα φαρσί και το αναρτούν στους τοίχους του πανεπιστημίου της Τεχεράνης κατά την επαναλειτουργία του, στα τέλη Οκτωβρίου.

Το τρίτο άρθρο του Φουκώ (8 Οκτωβρίου 1978) τιτλοφορήθηκε από τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας Corriere della Sera «Τεχεράνη: η πίστη ενάντια στον Σάχη». Ο ίδιος είχε προτείνει ως τίτλο «Σε αναμονή του ιμάμη», αναφορά στον δωδέκατο ιμάμη, που είναι κρυμμένος ή κρυφός στο σιιτικό ισλάμ και θα επιστρέψει στο τέλος των καιρών (γι’ αυτό οι ειδικοί μιλούν για «δωδεκαδικό» σιιτισμό, από το λατινικό duodecimus, που σημαίνει «δωδέκατος»). Περιγράφοντας την απόρριψη, από ένα μέρος των Ιρανών, του εκσυγχρονισμού που ήρθε από τη Δύση, ο Φουκώ γράφει: «Πού να αναζητήσουμε προστασία, πώς να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, αν όχι σε αυτό το ισλάμ που, εδώ και αιώνες, ρυθμίζει με τόση προσοχή την καθημερινή ζωή, τους οικογενειακούς δεσμούς, τις κοινωνικές σχέσεις; Η αυστηρότητα και η ακινησία του δεν αποτέλεσαν άραγε και την ευκαιρία του;»

Ένα επιχείρημα που, για άλλη μια φορά, έχει τη λογική του, αλλά ο Φουκώ φαίνεται γοητευμένος από τη δύναμη των μουλάδων και την εντύπωση ισχύος που εκπέμπουν οι μάζες που ακούνε τα βίαια κηρύγματά τους κατά του Σάχη και της Δύσης. Έχει την εντύπωση ότι επικοινωνεί με το πλήθος, ότι αισθάνεται τη ζεστασιά της κοινότητας που έχει συμφιλιωθεί ενάντια σε έναν κοινό εχθρό: τη Δύση: «Όταν τα τζαμιά ήταν πολύ μικρά για το πλήθος, τοποθετούσαν μεγάφωνα στον δρόμο: και σε  όλο το χωριό, σε όλη η γειτονιά αντηχούσαν αυτές οι φωνές, τρομερές όπως θα ακούγονταν στη Φλωρεντία οι φωνές του Σαβονάρολα, των αναβαπτιστών στο Μύνστερ ή των πρεσβυτεριανών στην εποχή του Κρόμγουελ».

Μήπως ο Φουκώ, με αυτές τις συγκρίσεις, θέλει να προειδοποιήσει για τον κίνδυνο του θρησκευτικού φανατισμού στην Τεχεράνη; Κάθε άλλο. «Ξέρετε ποια φράση κάνει τους Ιρανούς να γελάνε περισσότερο αυτές τις μέρες; Αυτή που τους φαίνεται η πιο ανόητη, η πιο επίπεδη, η πιο δυτική; ‘‘Η θρησκεία, όπιο του λαού”», δηλώνει ο ακαδημαϊκός. Αφού ο μαρξισμός προέρχεται από την Ευρώπη, όπως και ο φιλελευθερισμός, και οι δύο δικαίως απορρίπτονται από τους Ιρανούς που αντιπροσωπεύουν το μέλλον, επιχαίρει ο Φουκώ.

Το ακόλουθο άρθρο στην Corriere (22 Οκτωβρίου 1978) δημοσιεύθηκε επίσης στο Le Nouvel Observateur (16-22 Οκτωβρίου 1978) με τον τίτλο «Τι ονειρεύονται οι Ιρανοί;». Το κείμενο που δημοσιεύθηκε στη Γαλλία συμπληρώνεται με δύο αποσπάσματα από προηγούμενα άρθρα του Φουκώ στην εφημερίδα του Μιλάνου. Εκείνη την εποχή, ο Χομεϊνί είχε μόλις φτάσει στη Γαλλία και είχε εγκατασταθεί στο Neauphle-le-Château (Yvelines). «Η κατάσταση στο Ιράν φαίνεται να εξαρτάται από μια μεγάλη μάχη μεταξύ δύο παραδοσιακών μορφών: του βασιλιά και του αγίου, του ένοπλου ηγεμόνα και του πτωχού εξόριστου. Ο δεσπότης απέναντι στον άνδρα που στέκεται με γυμνά χέρια, επευφημούμενος από τον λαό», γράφει ενθουσιασμένος ο Φουκώ.

Και προσθέτει: «Αυτή η εικόνα έχει τη δική της κινητήρια δύναμη, αλλά καλύπτει μια πραγματικότητα στην οποία εκατομμύρια νεκροί (sic) μόλις έβαλαν την υπογραφή τους». Η πρώτη αντίδραση του αναγνώστη είναι να θεωρήσει τις λέξεις «εκατομμύρια νεκροί» ως ένα δυσάρεστο τυπογραφικό λάθος. Κανένας ξένος δημοσιογράφος που βρισκόταν στο Ιράν, σε μια εποχή που δεν έλειπαν οι αβέβαιες εκτιμήσεις, δεν πρότεινε έναν τόσο εξωφρενικό αριθμό για να εκτιμήσει τον απολογισμό της καταστολής των διαδηλωτών από τον στρατό του Σάχη. Αλλά θα δούμε παρακάτω ότι ο Φουκώ έχει μια πολύ σχετικοποιημένη σχέση με τα γεγονότα, έτσι ώστε δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι αυτές οι λέξεις, «εκατομμύρια νεκροί», γράφτηκαν πράγματι από τον συγγραφέα σε μια στιγμή μυστικισμού ή επιλέχθηκαν από αυτόν ως ρητορικό τέχνασμα. Προφανώς, σε αυτή την περίπτωση, ο επιμελητής της σύνταξης, ο υπεύθυνος για την επανεξέταση του κειμένου αλλά και φοβισμένος από την αύρα του συγγραφέα εκείνη την εποχή, δεν θα ένιωθε το δικαίωμα να κάνει κάποια παρατήρηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι, από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει κανένα διορθωτικό σημείωμα που να επανορθώνει αυτόν τον παράλογο αριθμό στις επόμενες εκδόσεις του εβδομαδιαίου περιοδικού.

«Γέροντας άγιος σε εξορία στο Παρίσι» (Φουκώ για τον Χομεϊνί)

Πάντως, ο Φουκώ προφητεύει στη συνέχεια ότι ο Αγιατολάχ θα επιστρέψει στο Ιράν και θα υπερισχύσει των άλλων αντιπάλων του. Ο διανοούμενος δεν ανησυχεί καθόλου για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το οποίο, αντίθετα, του φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Μετά από μια εισαγωγή στο σιιτισμό, αποτέλεσμα των αναγνώσεων διακεκριμένων Γάλλων συγγραφέων, ο καθηγητής του Collège de France καταλήγει: « Ένα γεγονός πρέπει να είναι σαφές: με τον όρο ‘‘ισλαμική κυβέρνηση”, κανείς στο Ιράν δεν εννοεί ένα πολιτικό καθεστώς στο οποίο ο κλήρος θα διαδραματίζει ηγετικό και εποπτικό ρόλο».

Ο στοχαστής περιγράφει στη συνέχεια τι πρέπει να εννοούμε και να ελπίζουμε από μια ισλαμική κυβέρνηση, και έχουμε την εντύπωση ότι διαβάζουμε την περιγραφή της αυτοδιαχείρισης που επιχείρησαν οι εργάτες του εργοστασίου Lip κατά τη διάρκεια μιας απεργίας επί προεδρίας Πομπιντού, μια υπόθεση που έγινε τότε διάσημη. Ο Φουκώ, ο οποίος πιστεύει ότι διακρίνει στη Γαλλία της εποχής του μια απίστευτη και καμουφλαρισμένη βία, βλέπει στην ισλαμική επανάσταση έναν ανθρωπισμό σε εξέλιξη. Ο σιιτισμός, εξηγεί, «δεν έπαψε, μέσα στους αιώνες, να παρέχει ένα ακλόνητο θεμέλιο σε ό,τι, από τα βάθη ενός λαού, μπορεί να αντιταχθεί στην εξουσία του κράτους».

Στη συνέχεια, στο κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στις 19 Νοεμβρίου, ο Φουκώ χαρακτηρίζει τον Χομεϊνί ως «γέροντα άγιο, εξόριστο στο Παρίσι» (sic). «Κανένας αρχηγός κράτους, κανένας πολιτικός ηγέτης, ακόμη και αν έχει την υποστήριξη όλων των μέσων ενημέρωσης της χώρας του, δεν μπορεί σήμερα να καυχηθεί ότι είναι αντικείμενο τόσο προσωπικής και βαθιάς αφοσίωσης», γράφει. Η διαπίστωση, για άλλη μια φορά, δεν είναι απαραίτητα λανθασμένη, αλλά όλα τα γεγονότα που θα έπρεπε να οδηγήσουν σε δυσπιστία απέναντι στον Αγιατολάχ παραλείπονται εδώ. Για να εξηγήσει τις αιτίες της δημοτικότητας του μουλά, ο ακαδημαϊκός κάνει την ακόλουθη πρόβλεψη: «Ο Χομεϊνί δεν είναι πολιτικός [αυτές οι λέξεις υπογραμμίζονται από τον Φουκώ]: δεν θα υπάρξει κόμμα του Χομεϊνί, δεν θα υπάρξει κυβέρνηση Χομεϊνί».

Σε έναν Φουκώ ενθουσιασμένο από την εχθρότητα προς τη Δύση και τις αξίες της, την οποία διαπιστώνει στο Ιράν, η ισλαμική κυβέρνηση εμφανίζεται ως μια υπόσχεση: «να εισαγάγει στην πολιτική ζωή μια πνευματική διάσταση: να κάνει αυτή την πολιτική ζωή να μην είναι, όπως πάντα, εμπόδιο στην πνευματικότητα, αλλά το σκεύος της, η ευκαιρία της, το φυτώριό της». Και ο ακαδημαϊκός καταλήγει: «Ακούω ήδη τους Γάλλους να γελάνε, αλλά ξέρω ότι έχουν άδικο».

Πρόσωπο που αγαπά να μεταμορφώνεται συνεχώς, να μεθάει με ισχυρό πνευματικό αλκοόλ, να αποστασιοποιείται τελικά από όσα έχει εκθέσει εκτενώς, προκειμένου να παραλύσει κάθε επίκριση εναντίον του: αυτός είναι ο Μισέλ Φουκώ.

Ωστόσο, όσο και αν λατρεύει τα χειροκροτήματα, ο άνθρωπος δεν εκτιμά ιδιαίτερα την κριτική και απαντά με μεγάλη νευρικότητα, στο Nouvel Observateur (13-19 Νοεμβρίου 1978), σε μια Ιρανή αναγνώστρια που ζει εξόριστη στη Γαλλία και τόλμησε να τον αντικρούσει.

Η τελευταία έγραψε στην αλληλογραφία των αναγνωστών ότι, αν και θεωρεί το καθεστώς του Σάχη δικτατορικό και διεφθαρμένο, δεν προτιμά τη θεοκρατία των μουλάδων, υπόθεση η οποία αντιμετωπίζεται τόσο ευνοϊκά από τον Φουκώ. Προσβεβλημένος, ο καθηγητής του Collège de France διαστρέφει τα επιχειρήματα της Ιρανής, ώστε να τα παρουσιάσει ως «απαράδεκτα», γεγονός που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να τα εξετάσει. Ο Φουκώ την κατηγορεί ότι εισάγει το «μίσος» στην εξέταση του «προβλήματος του ισλάμ ως πολιτικής δύναμης», μια ρητορική τεχνική με λαμπρό μέλλον.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ