Αρχική » Η ανάδυση της τεχνοολιγαρχίας και η επιστροφή της Μεγαμηχανής

Η ανάδυση της τεχνοολιγαρχίας και η επιστροφή της Μεγαμηχανής

από Γιώργος Ρακκάς

Η ψηφιοποίηση και τα μεγαδεδομένα φέρνουν στο προσκήνιο έναν νέο τύπο επιχείρησης, την «ψηφιακή πλατφόρμα», όπως η Alphabet [Google], η Meta [Facebook], η Amazon, η Paypal κ.λπ.

του Γιώργου Ρακκά

Η Λίντα Χαν, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, έχει αναλύσει εκτενώς την «κυριαρχία της πλατφόρμας» και θήτευσε ως πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου επί κυβέρνησης Μπάιντεν, όπου αποπειράθηκε να εισαγάγει μια καινοτόμο αντιμονοπωλιακή πρακτική εναντίον των τεχνολογικών τιτάνων. Την υλοποίησή της θα προλάβει ο Τραμπ, που με τη δεύτερη θητεία του θα θέσει τέλος σε αυτήν την προσπάθεια. Σύμφωνα με τη Χαν, η κυριαρχία της ψηφιακής πλατφόρμας στηρίζεται σε τρία στοιχεία που κάνουν την ισχύ της ακαταμάχητη.

Το πρώτο είναι αυτό που ονομάζει «εξουσία του θυρωρού» –το γεγονός ότι οι εταιρείες αυτές λειτουργούν ουσιαστικά ως υποδομή, είναι «οι αρτηρίες του εμπορίου». Είναι ιδιότυπες επιχειρήσεις – έχουν περισσότερο θεσμική λειτουργία, με την έννοια ότι προσφέρουν τον δίαυλο διαμεσολάβησης μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών. Δεν δρουν απλώς εντός της ψηφιακής αγοράς, είναι η ψηφιακή αγορά.

Το δεύτερο, ότι εκμεταλλεύονται το πλασάρισμά τους σε αυτό το πεδίο για να μοχλεύσουν τη θέση τους σε ένα άλλο. «Οι πλατφόρμες όχι μόνο λειτουργούν ως κρίσιμη υποδομή, αλλά είναι επίσης ενσωματωμένες σε πολλαπλές αγορές. Αυτό επιτρέπει σε μια πλατφόρμα να αξιοποιεί την κυριαρχία της σε μια αγορά προκειμένου να εδραιώσει μια ευνοϊκή θέση σε μια ξεχωριστή ή συμπληρωματική αγορά».

Το τρίτο, φυσικά, είναι τα μεγαδεδομένα, η ανάλυση των οποίων τους δίνει προβάδισμα στην επίγνωση/πρόβλεψη των τάσεων της αγοράς[1]. Ως συνέπεια, η ισχύς που συσσωρεύουν είναι τεράστια, οι οικονομίες κλίμακας που πετυχαίνουν είναι ασύγκριτες, με αποτέλεσμα τη μονοπωλιακή τους εδραίωση.

Γράφει η Χαν, το 2017, για την Amazon: «Εκτός από τη λιανική πώληση, αποτελεί μια πλατφόρμα μάρκετινγκ, ένα δίκτυο διανομής και εφοδιαστικής αλυσίδας, μια υπηρεσία πληρωμών, έναν πάροχο πιστώσεων, έναν οίκο δημοπρασιών, έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο βιβλίων, έναν παραγωγό τηλεοπτικών σειρών και ταινιών, έναν σχεδιαστή μόδας, έναν κατασκευαστή υλισμικού (hardware) και έναν από τους κορυφαίους παρόχους υποδομής cloud (“νέφους”) και υπολογιστικής ισχύος»[2].

Η επιδραστικότητα τής ψηφιακής πλατφόρμας είναι τόσο σημαντική, που ο Νικ Σέρνιτσκ ισχυρίζεται ότι μεταβαίνουμε σε μια νέα εποχή, τον καπιταλισμό της πλατφόρμας[3]. Σύμφωνα με εκτιμήσεις για τα τέλη του 2025, το συνολικό άθροισμα κεφαλαιοποίησης των «Υπέροχων Επτά», που είναι οι πιο επιτυχημένοι τεχνολογικοί κολοσσοί (Apple, Microsoft, Alphabet [Google], Amazon, Meta [Facebook], Nvidia, Tesla), έφτασε περίπου στα 20,9 τρισ.$. Για να έχουμε εικόνα της τάξεως μεγέθους, το ΑΕΠ της Κίνας για την ίδια χρονιά –που είναι η 2η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ– έφτασε τα 19,4 τρισ.$.

Συναντάμε εκ νέου τις απόψεις του Πήτερ Τηλ, ο οποίος αποθεώνει τα μονοπώλια (και τη δικτατορική τους διοίκηση), επιτίθεται στην εμμονή με τη γρήγορη και εύκολη κερδοφορία και θεωρεί τον ελεύθερο ανταγωνισμό «μιμητική πανούκλα». Όντως, η Amazon έκανε 7 χρόνια ώσπου να πετύχει κέρδη, επιλέγοντας αντί αυτών, και ξοδεύοντας δισεκατομμύρια, να διεκδικήσει ολοένα και μεγαλύτερη κλίμακα, αλλά και να εξασφαλίσει τη στρατηγική της τοποθέτηση στην αγορά. Η δε Palantir των Τηλ και Άλεξ Καρπ έκανε 20 χρόνια να καταγράψει ετήσια κέρδη. Βρισκόμαστε ήδη στο μεταίχμιο του καπιταλισμού.

Χαρακτηριστική είναι η ανάλυση του Τζόελ Κότκιν για το πώς οι τεχνολογικοί κολοσσοί αποπειρώνται να διαφύγουν από τον «κανόνα» της σουμπετεριανής δημιουργικής καταστροφής, προβαίνοντας σε καταιγιστικές εξαγορές, κυρίως νεοφυών επιχειρήσεων, ώστε να ελέγξουν την έρευνα και την καινοτομία και έτσι να αποφύγουν τυχόν ανατροπές από τα στρατηγικά υψώματα των υψηλών τεχνολογιών[4].

Όπως οι ρωσικές κούκλες ματριόσκα που περικλείονται η μία μέσα από την άλλη, έτσι και η επιτάχυνση μιας ψηφιοποίησης διάχυτης και «κοινωνικοποιημένης» προκάλεσε την ανάδυση τάσεων ισχυρής συγκεντροποίησης, οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα της υπερφιλελεύθερης ιδεολογίας που την πυροδότησε. Το παράδοξο αυτό δεν είναι σύμπτωση. Αποτελεί εγγενή δυναμική της ψηφιοποίησης, διότι, όπως είδαμε, οι πλατφόρμες λειτουργούν με ισχυρό δικτυακό πλεονέκτημα και οικονομίες κλίμακας, τείνοντας έτσι φυσιολογικά προς τη συγκέντρωση. Έτσι, ένα οικοσύστημα το οποίο υποτίθεται ότι ήταν προσηλωμένο στις αρχές της αποκέντρωσης ή της ενίσχυσης της ατομικής αυτονομίας, κατέληξε να παράγει εταιρικούς κολοσσούς και μια ολιγοπωλιακή δομή ισχύος.

Από την ελευθεριακότητα στην απολυταρχία

Υπάρχουν και αντίστοιχες ιδεολογικές πορείες. Ο Νικ Λαντ είναι ο στοχαστής που λάνσαρε τον όρο «σκοτεινός διαφωτισμός», εμπνεόμενος από τις αναλύσεις του Κέρτις Γιάρβιν υπέρ ενός απολυταρχισμού που απελευθερώνει την τεχνική πρόοδο από τα δεσμά της δημοκρατίας και του εξισωτισμού, συμπράττοντας μαζί του στο λεγόμενο νεοαντιδραστικό ρεύμα.

Ιδεολογική του αφετηρία, ωστόσο, θα είναι ο προερχόμενος από την ιταλική αυτονομία μεταμαρξισμός, οι Ντελέζ και Γκουαταρί, οι αναφορές στη Ρέιβ κουλτούρα και, γενικώς, ένας ελευθεριακός αντιεξουσιασμός. Ευαγγελιζόμενος την απελευθερωτική διάσταση της τεχνολογικής επιτάχυνσης, ο Λαντ μετασχηματίζει μια ομάδα για τον κυβερνοφεμινισμό του πανεπιστημίου του Γουόργουικ στην ερευνητική κολεκτίβα υπό τον τίτλο Ερευνητικό Εργαστήρι Κυβερνοκουλτούρας και επιδίδεται, όπως σχολιάζει ο Μάικλ Φίσερ που συμμετέχει σε αυτήν: «Σε ένα είδος πληθωρικής αντιπολιτικής, μια “τεχνομηδενιστική” αποθέωση της ασημαντότητας της ανθρώπινης βούλησης, εν μέρει εμπνευσμένη από το φιλικό προς την αγορά, αλλά αντικαπιταλιστικό, ρεύμα σκέψης [ ] που αντλεί από τον Μπρωντέλ, καθώς και από εκείνα τα κομμάτια του Αντι-Οιδίποδα [των Ντελέζ και Γκουαταρί] που προσεγγίζουν την εμπορευματοποίηση σαν επαναστατικό δρόμο»[5].

Η αναφορά στον Αντι-Οιδίποδα παραπέμπει συγκεκριμένα στο περίφημο απόσπασμα των δύο Γάλλων φιλοσόφων, όπου τα ρητορικά τους ερωτήματα στοιχειοθετούν, επί της ουσίας, την άποψή τους για την επαναστατική δυναμική της τεχνολογικής επιτάχυνσης: «ποιος είναι ο επαναστατικός δρόμος; Υπάρχει άραγε; Να αποσυρθεί κανείς από την παγκόσμια αγορά, όπως συμβουλεύει ο Σαμίρ Αμίν τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, σε μια παράξενη αναβίωση της φασιστικής “οικονομικής λύσης”; Ή μήπως πρέπει να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση; Να προχωρήσει ακόμη περισσότερο, δηλαδή, στην κίνηση της αγοράς, στην αποκωδικοποίηση και την απο-εδαφικοποίηση; Διότι ίσως οι ροές δεν έχουν ακόμη απο-εδαφικοποιηθεί αρκετά, δεν έχουν ακόμη αποκωδικοποιηθεί αρκετά [ ] Όχι να αποσυρθούμε από τη διαδικασία, αλλά να προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα, να “επιταχύνουμε τη διαδικασία”, όπως το έθεσε ο Νίτσε· γιατί, σε αυτό το ζήτημα, η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε δει ακόμη τίποτα»[6].

Ο Λαντ όντως προχώρησε ακόμα πιο πέρα. Αλλά δεν κατέληξε στον ελευθεριακό κομμουνισμό. Μέσα στη δεκαετία του 2000, και έπειτα από τα ταξίδια του στη Σιγκαπούρη και την Κίνα, όπου θαυμάζει τον αρμονικό συντονισμό απολυταρχικών μορφών διακυβέρνησης με την τεχνική πρόοδο και την οικοδόμηση σχεδόν φουτουριστικών κοινωνιών, διαγράφει μια στροφή 180ο μοιρών.

Πλέον, στη συλλογή δοκιμίων του που φέρει τον τίτλο Σκοτεινός Διαφωτισμός, ισχυρίζεται πως ο δρόμος ανοίγει για την τεχνολογική επιτάχυνση καθώς το κράτος θεραπεύεται από τη δημοκρατία. Σε αυτό το πλαίσιο, ομονοεί με τον Κέρτις Γιάρβιν ότι «το κράτος είναι απλώς μια επιχείρηση που της ανήκει η χώρα» και ότι «θα πρέπει να διοικείται, όπως κάθε άλλη μεγάλη επιχείρηση, διαιρώντας τη λογική ιδιοκτησία του σε διαπραγματεύσιμες μετοχές, καθεμία από τις οποίες αποδίδει ένα ακριβές κλάσμα των κερδών του κράτους».

Κρίσιμο για τον ίδιον τον Λαντ σε αυτήν την απόπειρα «θεραπείας» της κρατικής εξουσίας από τον «ιό της δημοκρατίας» –όπως τον ονομάζει– είναι «να συντριβεί ο δημοκρατικός μύθος ότι το κράτος “ανήκει” στους πολίτες. Το νόημα του νεο-καμεραλισμού είναι να εξαγοραστούν οι πραγματικοί μέτοχοι της κυρίαρχης εξουσίας, όχι να διαιωνίζονται συναισθηματικά ψεύδη περί μαζικής πολιτικής συμμετοχής»[7].

«Ο Καίσαρας πλησιάζει»

Η απογείωση των τεχνολογικών κολοσσών ήλθε μετά την οικονομική κρίση του 2008 και κυρίως μέσα στη δεκαετία του 2010. Το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο συντελέστηκε ήταν απείρως σκοτεινότερο από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όπου οι προσδοκίες για την έλευση μιας εποχής διαρκούς οικονομικής ανόδου, παρασυρμένης από την επιτυχία των επιχειρήσεων τεχνολογίας της εποχής, δενόταν στενά με άλλες, εξίσου απατηλές, βεβαιότητες περί «διαρκούς ειρήνης» και οριστικής κατίσχυσης της ελεύθερης αγοράς, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας.

Tο τεχνολογικό ολιγοπώλιο στερεώνεται σε μια εποχή πολυκρίσεων. Όταν αρχίζει και κατισχύει διεθνώς η εντύπωση για την υποχώρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, την άνοδο της πολυπολικότητας και την όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, την ίδια στιγμή που, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, και της Δύσης ευρύτερα, κλιμακώνονται οι πολιτιστικοί πόλεμοι, αλλά και σκληρές κοινωνικές διαιρέσεις.

Έτσι, η αναταραχή εγγράφεται τρόπον τινά και μέσα του. Και ως προς αυτό δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγιστάνες των τεχνολογιών είναι ως επί το πλείστον «doomers» και πάσχουν από έναν έντονο αποκαλυψιακό ιδεασμό. Μια εμμονή που έχει ωθήσει τους περισσότερους από αυτούς να σπαταλήσουν εκατομμύρια δολάρια για να χτίσουν υπερπολυτελή, απομονωμένα και για αρκετό καιρό αυτάρκη καταφύγια[8].

Οι «φαντασιώσεις διαφυγής» των μεγιστάνων της υψηλής τεχνολογίας μπορούν να αναγνωστούν ποικιλοτρόπως. Είναι κατ’ αρχάς έκφραση ενός έντονου ελιτισμού που τους διακατέχει, όπου η αίσθηση ισχύος του χρήματος διαπλέκεται με εκείνην της υπεροχής της ευφυίας και των αποσχιστικών διαθέσεων που καλλιεργούν έναντι της υπόλοιπης κοινωνίας[9]. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν πρόκειται μόνο για εξατομικευμένες φαντασιώσεις, αλλά για μια απαισιοδοξία που τους συγκροτεί σε κύκλο με συνείδηση ιδιαίτερης αποστολής και συμφέροντος.

Ανάμεσα στους υποστηρικτές του Τραμπ, μάλιστα όχι όψιμος, είναι και ο άλλοτε στενός συνεργάτης του Αντρέισεν, Μπαλατζί Σρινιβασάν. Ο Σρινιβασάν, με πάνω από 1 εκατομμύριο ακόλουθους στο X, πρεσβεύει ένα είδος «τεχνο-σιωνισμού», όπως τον αποκαλεί, και οραματίζεται την ίδρυση διασυνδεδεμένων, αυτόνομων πόλεων-κρατών από τις τεχνολογικές ελίτ, τις οποίες ονομάζει «δικτυακά κράτη». Οι ηγέτες της τεχνολογίας, σύμφωνα με το πρόταγμά του, μπορούν να συγκροτήσουν τη δική τους ηγετική, «τεχνολογική κάστα», τους «Γκρι», και να αναλάβουν απευθείας τη διακυβέρνηση των αυτόνομων αυτών πόλεων. Η Σιγκαπούρη, που είναι ό,τι εγγύτερο σε τεχνο-απολυταρχία, αρκετά ήπια μάλιστα ώστε να μη δημιουργεί παρεξηγήσεις, συνιστά γι’ αυτού του είδους τις πολιτικές απόψεις ένα σταθερό σημείο αναφοράς

Ο ίδιος κύκλος τεχνολόγων, θεωρητικών του νεοαντιδραστικού ρεύματος και επενδυτών χρηματοδοτεί με εκατομμύρια δολάρια τη νεοφυή επιχείρηση «Praxis Nation». Στο μοντέλο του «πολιτικού επιχειρείν», που έχει καθιερώσει ο Πήτερ Τηλ, στόχος της Praxis είναι να δώσει σάρκα και οστά σε μια τέτοια πόλη-κράτος. Σε κάποιο νησί της Μεσογείου, ή καλύτερα στη Γροιλανδία, μιας και το κλίμα της είναι ιδανικό και για επενδύσεις σε data centers[10]. Για να δούμε και την πρακτική πλευρά της πολιτικής Τραμπ, αξίζει να σημειωθεί ότι η διαμάχη του με τη Δανία γύρω από την απόσπαση της Γροιλανδίας δεν είναι άσχετη με αυτούς τους κύκλους. Εξ άλλου, o πρέσβης που διόρισε ο Τραμπ στη Δανία για λογαριασμό των ΗΠΑ, Κεν Χάουρι, συνδέεται στενά με τον Τηλ από την εποχή που ήταν φοιτητής στο Στάνφορντ. Αποτέλεσε επίσης μέλος της «Paypal Mafia», και ίδρυσε μαζί με τον Τηλ το Founders Fund, το οποίο με τη σειρά του χρηματοδοτεί πρωτοβουλίες όπως και το Praxis Nation[11].

Η απαισιοδοξία όμως δεν προκαλεί μόνον «φαντασιώσεις διαφυγής», όπως θα αναλύσει λεπτομερώς ο πολιτικός επιστήμονας Μαρκ Λίλα, τροφοδοτεί και μια συγκεκριμένη νεοαντιδραστική ιδιοσυγκρασία[12].

Στο βιβλίο του Τεχνολογική Δημοκρατία, ο Άλεξ Καρπ, διευθύνων σύμβουλος της Palantir και φίλος του Τηλ από τα φοιτητικά τους χρόνια, ασκεί μια καταιγιστική κριτική στις υπερφιλελεύθερες στάσεις έτσι όπως κυριάρχησαν για ορισμένες δεκαετίες στη Σίλικον Βάλεϊ. Εκφράζει την απέχθειά του για τις προτεραιότητες του «οικοσυστήματος», όπου «λεγεώνες νεοφυών επιχειρήσεων επενδύουν σε ρηχές και ευτελείς καινοτομίες –στο πώς θα πλύνουν τα ρούχα, θα φέρουν φαγητό ή θα μας αποσπάσουν την προσοχή με μια ακόμη εφαρμογή».

Αυτές, συνεχίζει, διαμορφώνουν ένα ήθος επενδυτή, τεχνολόγου και μηχανικού που καλεί σε αποστασιοποίηση από οποιαδήποτε εθνική, ή ευρύτερα πολιτιστική, ένταξη, αν δεν της εναντιώνεται κιόλας, σαν έκφραση «λευκής κυριαρχίας» και δυτικοκεντρισμού. Υπ’ αυτή την έννοια, όμως, το να τεθεί η υψηλή τεχνολογία στην υπηρεσία των αμερικανικών αξιών, ή ευρύτερα της Δύσης, έφτασε να θεωρείται ως κάτι το ηθικά και πολιτικά αδιανόητο, αν όχι εγκληματικό. Παρ’ όλο που είναι αυτές ακριβώς οι αξίες που τώρα στοχοποιούνται και απορρίπτονται, οι οποίες επέτρεψαν την ανάδυση της πρόσφατης τεχνολογικής επανάστασης, ενώ σε αυτές οφείλει την ύπαρξή του και ο υπερφιλελευθερισμός που τώρα στρέφεται εναντίον τους[13].

Για τον διευθύνοντα σύμβουλο της Palantir, λοιπόν, η στροφή των υψηλών τεχνολογιών από τη διεκδίκηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στην κατανάλωση καταλήγει εν τέλει σε εσωτερική υπονόμευση της Αμερικής – και κατ’ επέκταση της Δύσης. Και αυτό διότι της στερεί τη δυνατότητα να υλοποιήσει την τεχνολογική της υπεροχή στο πεδίο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, τώρα που η θέση της στον κόσμο αμφισβητείται μέσα σε συνθήκες ανάδυσης της πολυπολικότητας.

Βέβαια, πίσω από αυτή την «υψηλής στρατηγικής» θέση κρύβονται και αρκετά πιο υστερόβουλα κίνητρα. Για τον Καρπ, η επιτομή των όσων στηλιτεύει είναι η Google, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, θα συγκρουστεί αρκετές φορές με την Palantir στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010, διεκδικώντας τα ίδια συμβόλαια με τον αμερικανικό στρατό. Η ιδεολογική αντιπαράθεση, επομένως, γειώνεται και σε μια «κλασική» επιχειρηματική αντιπαράθεση.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, ο Καρπ δήλωνε φιλελεύθερος και απογοητευμένος υποστηρικτής των Δημοκρατικών. Επενδύει και αυτός στο προφίλ του αντισυστημικού – οι επιθέσεις του στις κατεστημένες στάσεις και αντιλήψεις, ιδίως των επενδυτών της Σίλικον Βάλεϊ, είναι παροιμιώδεις και συχνά τροφοδοτούν τον Τύπο με δημοσιεύματα. Η αποστασιοποίησή του από τους Δημοκρατικούς, όπως αναλύει εκτενώς στο βιβλίο του, οφείλεται στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας της αφύπνισης, τις διαστάσεις σταυροφορίας που έλαβε η «πολιτική των ταυτοτήτων» και το καταφανές αδιέξοδο ιδεολογημάτων όπως αυτό περί «ανοιχτών συνόρων» και υποστήριξης της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης.

Από τον Τραμπ θα τηρεί κάποιες αποστάσεις, έστω ρητορικά, μέχρι πολύ πρόσφατα. Ωστόσο, όντας κατά το ήμισυ Εβραίος (και Αφροαμερικανός – μια ταυτότητα που άλλοτε ο ίδιος διεκδικούσε), θα αποξενωθεί εντελώς από τους Δημοκρατικούς μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως αξιακή χρεοκοπία των Δημοκρατικών, οι οποίοι εγκαταλείπουν τον δημοκρατικό σιωνισμό υπέρ ενός έξαλλου «ισλαμοαριστερισμού» που αναδύεται στην αριστερή του πτέρυγα[14].

Στον φιλελευθερισμό του Καρπ, όμως, υπάρχει σημαντική απόκλιση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Διακηρυγμένος στόχος της εταιρείας που συνδημιούργησαν με τον Τηλ είναι το να συμβάλουν οι υψηλές τεχνολογίες στον αγώνα υπέρ της Δύσης και των αξιών της. Ωστόσο, στην πράξη, η Palantir συμβάλλεται πολύ συχνότερα με το κράτος ή ακόμα και με ιδιώτες στο μέτωπο του «εσωτερικού πολέμου». Τροφοδοτεί με το λογισμικό της τη διαβόητη υπηρεσία ICE, που, κυρίως στη δεύτερη θητεία Τραμπ, μεταβάλλεται από συνοριοφυλακή σε σώμα πραιτωριανών, που με τη βοήθεια της Palantir παρακολουθεί, καταγράφει και καταστέλλει τη διαμαρτυρία των πολιτών. Αποκορύφωμα της δράσης του, βέβαια, οι δολοφονίες διαδηλωτών στη Μινεάπολη.

Τις εφαρμογές της Palantir, όμως, τις αγοράζουν και στον ιδιωτικό τομέα. Από μεγάλες εταιρείες οι οποίες προβαίνουν σε κάθε λογής ανάλυση δεδομένων για κάθε λογής χρήση, από το να προσομοιώνουν τη μελλοντική συμπεριφορά της αγοράς μέχρι να… παρακολουθούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης των υπαλλήλων τους.

Εδώ ακριβώς έγκειται η περίφημη «ετερογονία των σκοπών» που χαρακτηρίζει τον Άλεξ Καρπ. Ένα εγχείρημα, το οποίο ο ίδιος παρουσιάζει ως «φιλοσοφικό-τεχνολογικό» για την υπεράσπιση της Δύσης και των αξιών της, καταλήγει να υπηρετεί, σαν το μακρύ χέρι επιτήρησης, έναν απολυταρχικό τύπο διακυβέρνησης, που εκτροχιάζεται από τη Δημοκρατία και «κινεζοποιεί» τις ΗΠΑ, καθώς ακολουθεί την Κίνα κατά πόδας στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος επιτήρησης.

Για τον Πήτερ Τηλ βέβαια δεν υφίσταται καμία «ετερογονία των σκοπών». Στο δοκίμιό του, Η Στραουσσιανή στιγμή, ο πιο συνεπής και συστηματικός υποστηρικτής του Τραμπ –από την εποχή που ο νυν Αμερικανός πρόεδρος πάλευε να επιβάλει την υποψηφιότητά του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα– θεωρητικοποιεί την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας σιδηράς ηγεσίας. Με τρόπο, μάλιστα, που προαναγγέλλει τον Τραμπ αυτής της 2ης, ριζοσπαστικής του θητείας.

Στην ανάλυσή του ο Τηλ αναρωτιέται για τη στρατηγική που θα πρέπει να ακολουθήσει η Δύση – και συγκεκριμένα οι Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να απαντήσουν στην αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Για τις ανάγκες της, συνθέτει τις επιρροές του από τον Λέο Στράους, τον Καρλ Σμιτ και τον Ρενέ Ζιράρ.

Από τον Λέο Στράους δανείζεται την ιδέα ότι οι δύο άλλοτε κραταιοί πυλώνες της δυτικής παράδοσης, ο αρχαιοελληνικός και ο ιουδαιοχριστιανικός, βουλιάζουν μέσα στον σχετικισμό που έχει επικρατήσει στον σύγχρονο κόσμο, καθώς η αναζήτηση της αρετής και του δέοντος έχει μεταβληθεί σε ζήτημα ατομικής επιλογής και αυτοδιάθεσης. Τη θέση του, επίσης, ότι για να προστατευτεί η αλήθεια, και εκείνοι που την υπερασπίζονται, θα πρέπει να τη διατυπώνει ελλειπτικά, αν όχι κρυπτικά, προκειμένου να μην έχει τη μοίρα του Σωκράτη στην κλασική Αθήνα. Τέλος, τη θέση ότι, ενώπιον υπαρξιακών απειλών, οι Δημοκρατίες οφείλουν να τις αντιμετωπίζουν με κάθε δυνατό μέσο, ρίχνοντας ένα πέπλο σιωπής γύρω από τα μέσα που έρχονται σε καταφανή αντίθεση με τις αξίες τους.

Από τον Καρλ Σμιτ, ο Τηλ δανείζεται τη διάκριση φίλου και εχθρού ως την ουσία του πολιτικού, και την απόφανση του Γερμανού φιλοσόφου ότι σε αυτήν τη βάση δεν μπορεί να υπάρξει «οικουμενική πολιτική». Ότι η έλευση της οικουμενικότητας συνεπάγεται αναγκαστικά το τέλος της πολιτικής και αποτελεί μια μορφή «κίβδηλης ενότητας», η υποταγή στην οποία παρομοιάζεται με τον Αντίχριστο. Ένα μοτίβο που στη σκέψη του Τηλ επανέρχεται ξανά και ξανά.

Από τον Ρενέ Ζιράρ, τέλος, ο Τηλ επικαλείται τον μιμητισμό για να ερμηνεύσει τη γεωπολιτική όξυνση, και άρα την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς δυνάμεις όπως η Κίνα φιλοδοξούν να κατακτήσουν τη θέση τους. Και τη θυσιαστική θεωρία, που τη χρησιμοποιεί για να περιγράψει τον μείζονα κίνδυνο που αντιμετωπίζει σήμερα η Δύση, να εγκαταλείψει μπροστά στον σχετικισμό της την ανάληψη κάθε πρωτοβουλίας για την αντιμετώπιση της υπαρξιακής της απειλής, βυθιζόμενη σε ένα ατελείωτο κυνήγι αποδιοπομπαίων τράγων. Όπως δηλαδή κάνει η ιδεολογία της αφύπνισης με τις σταυροφορίες του Woke κινήματος.

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς πού το πάει ο Τηλ με τη συγκεκριμένη σύνθεση αυτών των επιρροών: η Αμερική βρίσκεται σε παρακμή εξαιτίας του φιλελεύθερου σχετικισμού της και των αυτοθυσιαστικών μηχανισμών που έχουν πυροδοτήσει οι πολιτικές της ταυτότητας. Την ίδια στιγμή απειλείται από δυνάμεις που, αν και υπολείπονται οικονομικά και τεχνικά, είναι ηθικά και πνευματικά ανώτερες, διότι δεν έχουν εξοβελίσει από το σύστημα αξιών τους τη συλλογική αναζήτηση της αρετής, την έννοια του καθήκοντος και της αυτοθυσίας για την υπεράσπισή τους.

Η λύση, για τον Τηλ, επέρχεται μέσω της αναβίωσης ενός «σταυροφορικού κράτους», δηλαδή με την επιστροφή στην πολιτική ως διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού, μακριά από τις οικουμενικές αυταπάτες της παγκοσμιοποίησης. Διότι ο Τηλ, στα χνάρια της προσέγγισής του στον Λέο Στράους, δεν επιθυμεί σαφήνεια στην αιχμή των πραγμάτων, εκεί όπου βρίσκονται αλήθειες που θα ακουστούν άβολες στα αυτιά των πολλών, οι οποίοι θα εναντιωθούν σε «αυτόν που δείχνει». Επιλέγει τον Ερνστ Γιούνγκερ να μιλήσει για τις άμεσες πολιτικές επιπτώσεις της ανάλυσής του και το δέον γενέσθαι, παραθέτοντας μάλιστα το απόσπασμα στα γερμανικά:

Για εμάς όμως, που μια μοίρα μας τοποθέτησε μέσα σε αυτόν τον πολιτισμό και σε αυτή τη στιγμή της γένεσής του –τη στιγμή κατά την οποία το χρήμα γιορτάζει τις τελευταίες του νίκες και ο διάδοχός του, ο καισαρισμός, πλησιάζει σιωπηλά και αναπόδραστα–, έχει ήδη καθοριστεί, μέσα σε έναν στενά οριοθετημένο κύκλο, η κατεύθυνση του θέλειν και του πρέπει, δίχως την οποία δεν αξίζει να ζει κανείς. Δεν έχουμε την ελευθερία να επιτύχουμε αυτό ή εκείνο, αλλά μόνο την ελευθερία να πράξουμε το αναγκαίο – ή τίποτε. Και ένα καθήκον που έχει θέσει η αναγκαιότητα της Ιστορίας θα εκπληρωθεί, είτε με το άτομο είτε εναντίον του. Ducunt fata volentem, nolentem trahunt. («Η μοίρα οδηγεί τον πρόθυμο και σέρνει τον απρόθυμο»)[15].

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απομάκρυνση του ιδίου από τον Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία οφείλεται στο γεγονός πως θεώρησε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος συνθηκολόγησε με τη γραφειοκρατία και διάλεξε τη μέση οδό. Εξ άλλου, μεταξύ 2016-2020, ο Τηλ είχε συμμαχήσει με τον Στηβ Μπάνον, το «τρομερό παιδί» του MAGA. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνον ο Τραμπ, αλλά εκείνος ο Τραμπ που θα διευκολύνει την υλοποίηση της ατζέντας του νεοαντιδραστικού ρεύματος. «Ο καισαρισμός», λοιπόν, «πλησιάζει σιωπηλά και αναπόδραστα». Και η απολυταρχική εκτροπή της 2ης θητείας Τραμπ βρίσκει στον Τηλ τη θεωρητική της ολοκλήρωση.

Το ζήτημα, όμως, είναι να δούμε και πέραν αυτής. Στη μεγάλη διάψευση του λεγόμενου «ψηφιακού φιλελευθερισμού», ο οποίος καταλήγει στο αντίθετό του. Επίσης στο μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό βάθος που διατηρεί αυτή η τεχνο-ολιγαρχική στροφή. Από το γεγονός ότι η ανάπτυξη των εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης και ιδίως της Γενικής Τεχνικής Νοημοσύνης φαίνεται να πλήττει κυρίως τις «ενδιάμεσες», μορφωμένες τάξεις· μέχρι το ότι η κλίμακα πόρων, δεδομένων, ενέργειας που κινητοποιούν πλέον αυτοί οι κολοσσοί εκφεουδαλίζουν τρόπον τινά την οικονομία. Μεγάλη σημασία έχει επίσης και το γεγονός ότι αυτή η εποποιία έχει αρκετά «αμερικανική» ιδιοσυγκρασία, στο ότι αναβιώνει και προτάσσει τις αξίες και τα ιδεώδη της «κατάκτησης της Δύσης». Και αυτό το στοιχείο των τεχνολογικών κολοσσών αποτελεί ακόμα ένα κοινό σημείο με τον Τραμπ, γιατί και ο ίδιος, με την επιθετικότητά του στο Μεξικό, τον Καναδά, τη Γροιλανδία, ή τις δηλώσεις του για την προσάρτηση της Λωρίδας της Γάζας, φαίνεται ότι επανέρχεται σε έναν ιμπεριαλισμό του τέλους του 19ου αιώνα – ωμό και απροκάλυπτο.

Σημεία των καιρών; Την ιδιοσυγκρασιακή διάσταση θα πρέπει να την προσέξουμε, γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση όπου, αναφορικά με τις μεγάλες δυνάμεις –την Αμερική, την Κίνα ή τη Ρωσία–, βλέπουμε ότι οι κατευθύνσεις που λαμβάνει η ανάπτυξη των υψηλών τεχνολογιών σχετίζεται με την πολιτιστική και την πολιτική τους ιδιοσυγκρασία. Έτσι, για παράδειγμα, στην Κίνα γιγαντώνονται οι τεχνολογίες της επιτήρησης, της πρόληψης των εγκλημάτων, της κοινωνικής αξιολόγησης. Η Ρωσία πρωτοστατεί στις τεχνολογίες της προπαγάνδας, των στρεβλών ειδήσεων και του «υβριδικού πολέμου». Ενώ οι ΗΠΑ μας επανασυστήνονται ως Άγρια Δύση. Διότι, εν τέλει, φαίνεται πως οι Νταρόν Ατζέμογλου και Σάιμον Τζόνσον επαληθεύονται όταν ισχυρίζονται ότι το εκάστοτε «τεχνολογικό καθεστώς» κρίνεται από τα πολιτιστικά και τα πολιτικά χαρακτηριστικά της εκάστοτε κοινωνίας όπου οργανώνεται[16]. Υπ’ αυτήν την έννοια, ίσως επαφίεται στην Ευρώπη, με τις ισχυρότερες δημοκρατικές και ουμανιστικές παραδόσεις, να διαμορφώσει μια πιο ήπια και ανθρωποκεντρική εκδοχή τεχνολογικής εξέλιξης.

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.


[1] Lina M. Khan, «Sources of Tech Platform Power», Georgetown Law Technology Review, 2018, n. 325, σσ. 225–234.

[2] Lina M. Khan, «Amazon’s Antitrust Paradox», The Yale Law Journal, vol. 128, Ιανουάριος 2017.

[3] Νικ Σέρνιτσκ, Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας, μετάφραση-επίμετρο: Γιώργος Μαριάς, Αλέξανδρος Μινωτάκης, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2024.

[4] Joel Kotkin, The Coming of Neo-Feudalism: A Warning to the Global Middle Class, Encounter Books, Νέα Υόρκη 2020.

[5] Gilles Deleuze – Félix Guattari, Anti-Oedipus, μτφρ. Robert Hurley, Mark Seem, Helen R. Lane, University of Minnesota Press, Μινεάπολη 1983, σσ.239-40.

[6] Mark Fisher, «They Can Be Different in the Future Too: Mark Fisher Interviewed», συνέντευξη στον Rowan Wilson, Verso Blog, 16 Ιανουαρίου 2017, https://www.versobooks.com/blogs/news/3051-they-can-be-different-in-the-future-too-mark-fisher-interviewed.

[7] Nick Land, The Dark Enlightenment, Imperium Press, Λονδίνο 2022, σσ. 56-66.

[8] Claudia Cohen, «Οι δισεκατομμυριούχοι της Silicon Valley προετοιμάζονται για την Αποκάλυψη», Άρδην, τ. 132, Οκτώβριος-Νοέμβριος 2024.

[9] Douglas Rushkoff, Survival of the Richest: Escape Fantasies of the Tech Billionaires, W. W. Norton & Company, Νέα Υόρκη 2022.

[10] Roberto J. González, «The Rise of the Techno-Tyrants: Silicon Valley’s right-wing past, present and future…», ό.π.

[11] Rachael Levy – Alexandra Ulmer, «Greenland ‘Freedom City’? Rich donors push Trump for a tech hub up north», Reuters, 10 Απριλίου 2025, https://www.reuters.com/world/europe/greenland-freedom-city-rich-donors-push-trump-tech-hub-up-north-2025-04-10/.

[12] Mark Lilla, Ο Ναυαγισμένος νους. Σχετικά με την πολιτική αντίδραση, Εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα 2020.

[13] Alex Karp and Nicholas W. Zamiska, The Technological Republic: Hard Power, Soft Belief, and the Future of the West, Crown Currency, Νέα Υόρκη 2024. Ιδίως την 2η ενότητα «The Hollowing Out of the American Mind».

[14] Michael Steinberger, The Philosopher in the Valley: Alex Karp, Palantir, and the Rise of the Surveillance State, Avid Reader Press / Simon & Schuster, Νέα Υόρκη 2025.

[15] Peter Thiel, «The Straussian Moment», Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου του Στάνφορντ, προσπελάστηκε 5/03/2026. www.scribd.com/document/431359952/Peter-Thiel-The-Straussian-Moment.

[16] Daron Acemoglu – Simon Johnson, Power and Progress: Our Thousand-Year Struggle over Technology and Prosperity, Public Affairs, Νέα Υόρκη 2023.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ