Της Ευαγγελίας Μπίφη από το liberal.gr
Το μομέντουμ βρίσκεται στην Αριστερά, αλλά οι ψήφοι που θα κρίνουν τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο «σταθμεύουν» στο Κέντρο. Οι τελευταίες προκριματικές αναμετρήσεις επιβεβαιώνουν την άνοδο, αλλά και αποτυπώνουν τα όρια της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών, οι οποίοι έχουν εγκλωβιστεί σε μία αέναη κρίση ταυτότητας που κινδυνεύει να τους κοστίσει βαριά στην κρισιμότερη μάχη επί δεύτερης προεδρίας Τραμπ.
Η προοδευτική πτέρυγα διαθέτει την ενέργεια, τους νεότερους ψηφοφόρους, την κινητοποίηση και υποψηφίους που μπορούν να μετατρέψουν την κοινωνική δυσαρέσκεια σε πολιτικό ενθουσιασμό. Το κεντρώο κατεστημένο του κόμματος αντιτείνει ότι οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο με τη βάση (grassroot), αλλά κρίνονται στις αμφίρροπες πολιτείες, στα προάστια και τις αγροτικές ζώνες, και μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων που δεν συμμερίζονται κατ’ ανάγκη το εύρος της αριστερής ατζέντας και επιζητούν πραγματισμό, πρακτικές λύσεις, δημοσιονομική και θεσμική υπευθυνότητα.
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα κρίνουν και τις 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, 33 από τις 100 έδρες της Γερουσίας και 36 θέσεις κυβερνητών και πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Πάνω απ’ όλα, όμως, θα κρίνουν εάν ο Ντόναλντ Τραμπ θα διατηρήσει για άλλα δύο χρόνια τον έλεγχο του Κογκρέσου ή εάν θα βρεθεί απέναντι σε ένα ισχυρό κοινοβουλευτικό και θεσμικό «ανάχωμα» στις όποιες κινήσεις του.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων παραμένει το πιο ευάλωτο σημείο για τους Ρεπουμπλικανούς, με το αποτέλεσμα να αναμένεται να κριθεί σε μερικές δεκάδες αμφίρροπες περιφέρειες και στις μετακινήσεις των ανεξάρτητων ψηφοφόρων. Η Γερουσία είναι σαφώς δυσκολότερη εξίσωση. Οι Δημοκρατικοί χρειάζεται να αποσπάσουν τέσσερις έδρες από τους Ρεπουμπλικανούς για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία και ο ήδη δυσμενής για εκείνους εκλογικός χάρτης δείχνει ότι δύο από αυτές θα πρέπει να έλθουν από πολιτείες στις οποίες ο Ντόναλντ Τραμπ επικράτησε με διψήφια διαφορά στις προεδρικές κάλπες του 2024.
Μία λανθασμένη επιλογή υποψηφίου, επομένως, μπορεί να αποβεί καθοριστική. Ακριβώς εδώ η χρόνια κρίση ταυτότητας των Δημοκρατικών παύει να αποτελεί «αφηρημένη» ιδεολογική συζήτηση και μετατρέπεται σε άμεσο εκλογικό κίνδυνο: το κόμμα μπορεί να χάσει μία οριακή μάχη για το Κογκρέσο επειδή δεν έχει αποφασίσει ακόμη προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί – εάν προτεραιότητά του είναι να κινητοποιήσει εντονότερα τη βάση ή να διευρύνει την απήχησή του προς το Κέντρο.
Οι Ρεπουμπλικανοί από πλευρας τους, ακόμη και όταν αποκλίνουν στις επιμέρους επιλογές προσώπων, εισέρχονται στην τελική ευθεία των ενδιάμεσων εκλογών με σαφή πολιτική ταυτότητα -χτισμένη εξ ολοκλήρου πλέον γύρω από τον Τραμπ-, με επίκεντρο τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την πολιτισμική αντιπαράθεση. Οι Δημοκρατικοί διαθέτουν ευνοϊκό πολιτικό άνεμο λόγω της φθοράς της κυβέρνησης, αλλά εξακολουθούν να διαπραγματεύονται δημοσίως ποιοι είναι, σε ποιους απευθύνονται και ποια από τις δύο πτέρυγές τους μπορεί να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια προς τον Τραμπ σε νικηφόρα εκλογική συμμαχία.
Ο Φαρίντ Ζακάρια συνόψισε το δίλημμα στο CNN: Η Αριστερά έχει το πάθος, αλλά το Κέντρο εξακολουθεί να έχει τις ψήφους που χρειάζονται οι Δημοκρατικοί για να κερδίσουν στις εκλογές. Κατά την ανάλυσή του, το πρόβλημα του κόμματος δεν είναι ότι εμφανίζεται υπερβολικά μετριοπαθές στην οικονομία. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν πλεονέκτημα σε ζητήματα όπως η υγειονομική περίθαλψη και το κόστος ζωής, όμως υποχωρούν στη μετανάστευση, την εγκληματικότητα, την ασφάλεια των συνόρων και συνολικά στα κοινωνικά και πολιτισμικά ζητήματα.
Η προοδευτική απάντηση είναι ότι ένας καθαρότερος οικονομικός λαϊκισμός, με επίθεση στους δισεκατομμυριούχους, ενίσχυση των κοινωνικών παροχών και επαναφορά της εργατικής τάξης στο επίκεντρο, μπορεί να ανασυγκροτήσει την εκλογική συμμαχία των Δημοκρατικών. Ο Ζακάρια αντιτείνει ότι η απαιτούμενη μετακίνηση δεν είναι προς τα αριστερά στην οικονομία, αλλά προς το Κέντρο στα κοινωνικά και πολιτισμικά ζητήματα. Τα αποτελέσματα των τελευταίων προκριματικών εκλογών δεν επιλύουν τη διαφωνία· αντιθέτως, η κάθε πλευρά μπορεί να τα «διαβάσει» όπως την εξυπηρετεί.
Το Ουισκόνσιν και τα όρια του αριστερού κύματος
Στο Ουισκόνσιν, ο μετριοπαθής επικεφαλής της κομητείας Μιλγουόκι, Ντέιβιντ Κρόουλι, ανέτρεψε τις προβλέψεις και επικράτησε της δημοκρατικής σοσιαλίστριας και πολιτειακής βουλευτού Φραντσέσκα Χονγκ με 39,8% έναντι 39,4% -διαφορά περίπου 3.000 ψήφων- για το χρίσμα του κυβερνήτη. Η Χονγκ προηγείτο σε ορισμένες δημοσκοπήσεις ακόμη και με περισσότερες από 20 μονάδες, είχε κινητοποιήσει χιλιάδες εθελοντές και, ύστερα από μήνες οργάνωσης στη βάση με αιχμή την καθολική υγειονομική περίθαλψη και τη φορολόγηση των πλουσίων, έφθασε μία ανάσα από το χρίσμα για τη θέση του κυβερνήτη σε μία από τις κατεξοχήν αμφίρροπες πολιτείες της Αμερικής.
Η οριακή της ήττα αποτυπώνει ταυτόχρονα την άνοδο και τα όρια της Αριστεράς. Οι Δημοκρατικοί σοσιαλιστές είχαν ήδη εξασφαλίσει φέτος το χρίσμα για τη δημαρχία της Ουάσινγκτον και επικρατήσει σε προκριματικές εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων στη Νέα Υόρκη, το Ντιτρόιτ, τη Φιλαδέλφεια και το Ντένβερ. Στο Ουισκόνσιν, όμως, η δυναμική αυτή δεν κατόρθωσε να εξαπλωθεί πέραν των μεγάλων αστικών κέντρων και να μετατραπεί σε νίκη σε επίπεδο αμφίρροπης πολιτείας. Για το κομματικό κατεστημένο, η επικράτηση του Κρόουλι, όσο οριακή και αν υπήρξε, προσέφερε την πρώτη ισχυρή απάντηση σε ένα αριστερό κύμα που έως τώρα έμοιαζε να φουσκώνει διαρκώς σχεδόν χωρίς αντίσταση.
Παλαιότερες θέσεις της Χονγκ όπως η κατάργηση της Ημέρας των Ευχαριστιών, υποστηρίζοντας ότι η γιορτή εξωραΐζει μία ιστορία αποικιοκρατίας και βίας σε βάρος των αυτοχθόνων πληθυσμών, ενίσχυσαν τις ανησυχίες σχετικά με την εκλόγιμότητά της και ας είχε, εν τω μεταξύ, αποστασιοποιηθεί από αυτές. Ο απερχόμενος κυβερνήτης Τόνι Έβερς κινητοποιήθηκε τις τελευταίες ημέρες υπέρ του Κρόουλι, προβάλλοντάς τον ως την ασφαλέστερη επιλογή απέναντι στον υποστηριζόμενο από τον Τραμπ Ρεπουμπλικανό Τομ Τίφανι.
Ο Μπέρνι Σάντερς και η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ δεν στήριξαν την Χονγκ, επιλέγοντας να επικεντρωθούν σε άλλες αναμετρήσεις. Η αποχή τους δεν αναιρεί τη δυναμική που ανέπτυξε η υποψηφιότητά της, δείχνει όμως ότι ακόμη και οι πλέον αναγνωρίσιμοι εκπρόσωποι της προοδευτικής πτέρυγας διέκριναν το ρίσκο σε μία πολιτεία που θα μπορούσε να περάσει στους Ρεπουμπλικανούς.
Η ίδια η Φραντσέσκα Χονγκ κάλεσε μετά την ήττα της σε ενότητα απέναντι στον Τομ Τίφανι, εν όψει μίας αναμέτρησης που θα έχει και ιστορική διάσταση. Εάν επικρατήσει, ο Τίφανι θα γίνει ο πρώτος αρνητής της εκλογικής νίκης του Τζο Μπάιντεν το 2020 -είχε ψηφίσει στο Κογκρέσο κατά της επικύρωσης του αποτελέσματος- που θα αναλάβει τη διακυβέρνηση μίας από τις κρισιμότερες αμφίρροπες πολιτείες των ΗΠΑ. Εάν κερδίσει ο Κρόουλι, θα γίνει ο πρώτος Αφροαμερικανός κυβερνήτης στην ιστορία του Ουισκόνσιν.
Η Μινεσότα έδειξε τον άλλο δρόμο
Η διαφορετική όψη του ίδιου ιδεολογικού ανταγωνισμού αποτυπώθηκε στη γειτονική Μινεσότα. Η αντικυβερνήτης της πολιτείας Πέγκι Φλάναγκαν επικράτησε με σχεδόν 20 μονάδες της μετριοπαθούς βουλευτού Άντζι Κρεγκ, εξασφαλίζοντας το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη διεκδίκηση της έδρας της Μινεσότα στη Γερουσία, παρά τη συντριπτική οικονομική υπεροχή της αντιπάλου της. Η Φλάναγκαν υποστηρίχθηκε από τον Σάντερς και την Ελίζαμπεθ Γουόρεν· «κατέβηκε» με πλατφόρμα που περιλαμβάνει καθολική υγειονομική κάλυψη και αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού και διεξήγαγε μία περισσότερο λαϊκιστική εκστρατεία, στρεφόμενη κατά της επιρροής των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Δεν αυτοπροσδιορίζεται, όμως, η Πέγκι Φλάναγκαν ως Δημοκρατική σοσιαλίστρια και κατόρθωσε να συγκροτήσει μία ευρύτερη συμμαχία, χωρίς να προκαλέσει τις ίδιες ανησυχίες που συνόδευσαν τη υποψηφιότητα της Χονγκ. Στην κάλπη του Νοεμβρίου θα αντιμετωπίσει την πρώην αθλητικογράφο Μισέλ Ταφόια, η οποία κέρδισε το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, σε μία πολιτεία που κλίνει προς τους Δημοκρατικούς, αλλά όπου η Κάμαλα Χάρις είχε επικρατήσει το 2024 με διαφορά μόλις τεσσάρων μονάδων.
Η αναμέτρηση διεξήχθη στη βαριά σκιά της ομοσπονδιακής επιχείρησης «Metro Surge», που έφερε χιλιάδες πράκτορες της ICE και της Συνοριοφυλακής στη Μινεσότα και σημαδεύτηκε από τους θανάσιμους πυροβολισμούς δύο Αμερικανών πολιτών, της Ρενέ Γκουντ και του Άλεξ Πρέτι, εν μέσω των κινητοποιήσεων κατά των μαζικών απελάσεων. Είχε προηγηθεί η πολιτική δολοφονία της πολιτειακής βουλευτού και πρώην προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων της Μινεσότα Μελίσα Χόρτμαν και του συζύγου της στην κατοίκία τους.
Η Κρεγκ είχε επενδύσει στην εμπειρία, στα πρακτικά αποτελέσματα και στο επιχείρημα ότι η εκλογή της σε αμφίρροπη περιφέρεια την καθιστούσε ασφαλέστερη επιλογή για τη μεγάλη αναμέτρηση. Καθώς το μεταναστευτικό αποτέλεσε αναπόφευκτα ένα από τα σημεία αιχμής της αντιπαράθεσης, δεδομένων των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν, η Άντζε Κρεγκ «χρεώθηκε» το γεγονός ότι ήταν η μόνη Δημοκρατική βουλευτής από τη Μινεσότα που είχε υπερψηφίσει τον νόμο Λέικεν Ράιλι, ο οποίος προβλέπει την κράτηση παράτυπων μεταναστών όταν κατηγορούνται για συγκεκριμένα αδικήματα. Δήλωσε αργότερα ότι μετάνιωσε για την επιλογή της, χωρίς όμως να κατορθώσει να εξουδετερώσει το πολιτικό κόστος της ψήφου της.
Ο Ελ-Σαγιέντ και το ρίσκο για τη Γερουσία
Η πιο κρίσιμη -και δυνητικά καθοριστική για τις κάλπες του Νοεμβρίου- μάχη μεταξύ αριστερού και κεντρώου «στρατοπέδου», ωστόσο, είχε δοθεί στις 4 Αυγούστου στο Μίσιγκαν. Ο πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ, Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, επικράτησε οριακά της μετριοπαθούς ομοσπονδιακής βουλευτού Χέιλι Στίβενς και πλέον καλείται να αποδείξει εάν ένας υποψήφιος της προοδευτικής πτέρυγας μπορεί όχι μόνο να κερδίζει σε ασφαλή για τους Δημοκρατικούς αστικά κέντρα, αλλά και να επικρατεί σε μία κρίσιμη αμφίρροπη πολιτεία.
Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ, η κυβερνήτης του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Γουίτμερ και κορυφαία στελέχη του κομματικού κατεστημένου είχαν ταχθεί υπέρ της Στίβενς. Ο Σάντερς, η Οκάσιο-Κορτέζ, η Γουόρεν και ο γερουσιαστής Κρις βαν Χόλεν διεξήγαγαν εκστρατεία υπέρ του Ελ-Σαγιέντ. Η νίκη του αποτελεί την ισχυρότερη μέχρι σήμερα ένδειξη ότι η προοδευτική πτέρυγα μπορεί να αμφισβητήσει το Κέντρο και σε πολιτείες όπου διακυβεύεται ο έλεγχος της Γερουσίας. Συνιστά, όμως, και τεράστιο στοίχημα: η συγκεκριμένη έδρα είναι πιθανότατα απαραίτητη εάν οι Δημοκρατικοί θέλουν να διατηρήσουν έστω και μαθηματικές πιθανότητες ανάκτησης της πλειοψηφίας.
Η εκστρατεία και η πολιτική πλατφόρμα του Ελ-Σαγιέντ έχουν ήδη προκαλέσει συγκρίσεις με τον Δημοκρατικό σοσιαλιστή δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι, μολονότι ο ίδιος δεν αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστής και υποβαθμίζει τις ομοιότητες. Και οι δύο επένδυσαν στο κόστος ζωής, την υγειονομική περίθαλψη και την κινητοποίηση νεότερων ψηφοφόρων απέναντι στο κομματικό κατεστημένο. Ο Μαμντάνι συνεχάρη δημόσια τον Ελ-Σαγιέντ, επισημαίνοντας ότι η νίκη του ήλθε παρά τα μεγάλα ποσά που δαπανήθηκαν εναντίον του. Η ουσιώδης διαφορά είναι ότι ο Ελ-Σαγιέντ δεν διεκδικεί τη δημαρχία μιας βαθιά «μπλε» μητρόπολης, αλλά μία έδρα της Γερουσίας σε πολιτεία που μπορεί να κρίνει την ισορροπία εξουσίας στην Ουάσινγκτον.
Από το αποτέλεσμα κριθεί σε σημαντικό βαθμό, σύμφωνα με Αμερικανούς αναλυτές, και εάν η προοδευτική πτέρυγα μπορεί να εξελιχθεί σε κυρίαρχη δύναμη εντός του Δημοκρατικού Κόμματος καθ’ οδόν προς το 2028 ή εάν η απήχησή της εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε μητροπόλει και πανεπιστημιουπόλεις και στα περισσότερο μορφωμένα ακροατήρια, χωρίς την απαιτούμενη διείσδυση στις μικρότερες πόλεις, τις αγροτικές κομητείες και στους ψηφοφόρους χαμηλότερων εισοδημάτων. Μία νίκη θα ενίσχυε κατακόρυφα το επιχείρημα ότι ο ενθουσιασμός και η αυξημένη συμμετοχή της βάσης μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες στο Κέντρο· μία ήττα θα επέτρεπε στο κομματικό κατεστημένο να υποστηρίξει ότι η στροφή προς τα αριστερά έχει σαφές εκλογικό όριο.
Όπως και στην περίπτωση Μαμντάνι, η Γάζα, το Ισραήλ και οι τοποθετήσεις του Ελ-Σαγιέντ έχουν καταστεί παράλληλα κεντρικό ζήτημα, ικανό να επηρεάσει τόσο την προοδευτική βάση όσο και τμήματα του εβραϊκού και κεντρώου εκλογικού σώματος. Ο Τόμας Φρίντμαν αναφέρει σχετικά στην αρθρογραφία του στους New York Times ότι ο Ελ-Σαγιέντ μπορεί να παραμείνει συνεπής στις παλαιστινιακές και αραβοαμερικανικές καταβολές του, εφόσον επιμείνει στο δικαίωμα Ισραηλινών και Παλαιστινίων στην ειρήνη, την αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση και χαράξει σαφείς αποστάσεις από ακραίες φωνές. Η πολιτική του συμβουλή ήταν ακόμη πιο ευθεία: να επιστρέψει στη συζήτηση για τις μεσοδυτικές πολιτείες και να αφήσει τη Μέση Ανατολή στην άκρη, ώστε να μη συμβάλει με μία ήττα στο να παραμείνει ο Τραμπ για άλλα δύο χρόνια χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Στο ρεπουμπλικανικό «μέτωπο», οι τελευταίες προκριματικές επιβεβαίωσαν σε μεγάλο βαθμό την κυριαρχία ισχυρών ή αναγνωρίσιμων υποψηφίων. Στο Ουισκόνσιν, ο Τομ Τίφανι εξασφάλισε με συντριπτική διαφορά το χρίσμα για τη θέση του κυβερνήτη. Στη Μινεσότα, η Ταφόια επικράτησε στην κούρσα για τη Γερουσία προβάλλοντας το προφίλ της πολιτικής «αουτσάιντερ», ενώ για τη θέση του κυβερνήτη η πρόεδρος της πολιτειακής Βουλής των Αντιπροσώπων, Λίσα Ντέιμιθ, νίκησε τον υποστηριζόμενο από τον Τραμπ Μάικ Λίντελ. Η ήττα του τελευταίου υπενθυμίζει ότι η επιρροή του προέδρου παραμένει καθοριστική στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, χωρίς όμως να μεταφράζεται αυτομάτως σε νίκη κάθε εκλεκτού του.
Οι Δημοκρατικοί «χαμένοι στη μετάφραση»
Η καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο Αλεξάνδρα Φιλήνδρα, μιλώντας πρόσφατα στο Liberal, είχε περιγράψει την κρίση του Δημοκρατικού Κόμματος ως ταυτόχρονα πολιτική, στρατηγική και επικοινωνιακή. Οι Δημοκρατικοί, επισήμαινε, παραμένουν ένα θεσμικό και ουσιαστικά κεντρώο κόμμα, ακόμη και αν η άνοδος νεότερων προοδευτικών υποψηφίων μεταβάλλει τη σύνθεση και τον δημόσιο τόνο του.
Η ίδια είχε τονίσει ότι το κόμμα δεν διαθέτει ακόμη ένα ενιαίο αφήγημα ικανό να ενώσει τις συνιστώσες του και ταυτόχρονα να φθάσει στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους – εκεί όπου βρίσκεται το «κλειδί» των εκλογών. Εάν επιμείνει αποκλειστικά στο πολυπολιτισμικό και δικαιωματικό μήνυμα, κινδυνεύει να αποξενώσει τμήματα του ανεξάρτητου εκλογικού σώματος· εάν απομακρυνθεί από αυτό, διακινδυνεύει να απογοητεύσει τον πιο ενεργό και ιδεολογικά συνεπή πυρήνα της βάσης του.
Πέραν του γεγονότος ότι μία καθαρή επικράτηση των Δημοκρατικών στη λαϊκή ψήφο δεν είναι βέβαιο ότι θα μεταφραστεί σε έλεγχο του Κογκρέσου λόγω του εκλογικού συστήματος, η βάση του Τραμπ -και παρά τον πρόσφατο «εμφύλιο» στις τάξεις του MAGA στη σκιά του πολέμου στο Ιράν- θα προσέλθει στις κάλπες, ενώ οι Δημοκρατικοί δεν έχουν την ίδια βεβαιότητα. Καλούνται επομένως να διατηρήσουν την ενέργεια της Αριστεράς χωρίς να χάσουν το Κέντρο – διαφορετικά, η αέναη αναζήτηση ταυτότητας μπορεί να τους κοστίσει την κρισιμότερη κάλπη της δεύτερης προεδρίας Τραμπ.
