Αρχική » Ζαν-Κλοντ Μισέα: «Στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, έχει καταπατηθεί η πιο βασική αποστολή του σχολείου»

Ζαν-Κλοντ Μισέα: «Στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, έχει καταπατηθεί η πιο βασική αποστολή του σχολείου»

από Άρδην - Ρήξη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην Eugénie Bastié για το Le Figaro. Δημοσιεύθηκε στις 24/10/2026.

Το 1999, ο Ζαν-Κλοντ Μισεά εξέδωσε το βιβλίο L ’Enseignement de l’ignorance[1]. Πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο φιλόσοφος αναλύει το μαθητικό κίνημα και την κατάρρευση του επιπέδου του γαλλικού σχολείου, η οποία, κατά τη γνώμη του, οφείλεται στη συνεχή μείωση των σχολικών απαιτήσεων και στην εγκατάλειψη της μετάδοσης της γνώσης.

LE FIGARO.- Το 1999, στο βιβλίο σας,  L’ Enseignement de l’ignorance, προειδοποιούσατε για ένα σχολείο που θα έπαυε να μεταδίδει τη γνώση προκειμένου να παράγει υπάκουους καταναλωτές, στερημένους από καλλιέργεια και κριτικό πνεύμα. Η τελευταία κατάταξη της Pisa επιβεβαιώνει την κατάρρευση των επιδόσεων στην ανάγνωση και τα μαθηματικά. Έχετε την αίσθηση ότι η διάγνωσή σας έχει επιβεβαιωθεί πλήρως, και μάλιστα έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα;

Ζαν-Κλοντ ΜΙΣΕΑ. – Ας υπενθυμίσουμε κατ’ αρχάς ότι, προφανώς, δεν είμαι ο πρώτος που προανήγγειλε μια τέτοια εξέλιξη. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο δοκίμιο του Ζαν-Κλοντ Μίλνερ (Jean-Claude Milner) – De l’école – το οποίο, ήδη από το 1984, περιέγραφε πολύ διαφωτιστικά τα πνευματικά και πολιτικά θεμέλια της επικείμενης καταστροφής. Ο Γκι Ντεμπόρ, πάλι, σημείωνε το 1988, στα Σχόλια για την κοινωνία του θεάματος, ότι οι διάφορες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που ήταν σε εξέλιξη είχαν, στην πραγματικότητα, δύο θεμελιώδεις στόχους. Πρώτον, «να εξαφανίσουν την ιστορική γνώση γενικά», με τη βασική ιδέα ότι «οι άνθρωποι που στερούνται κάθε ιστορικής αίσθησης μπορούν και να χειραγωγηθούν, και μάλιστα πολύ πιο εύκολα από τους άλλους». Και δεύτερον, να οργανώσουν με κάθε δυνατό τρόπο τη «διάλυση της λογικής» («κανένας ναρκομανής δεν μελετά τη λογική», ειρωνευόταν ο Ντεμπόρ), έτσι ώστε να μπορούν να παράγουν μαζικά έναν τύπο «ειδικού που θα εκπαιδεύεται στα γρήγορα και θα προσπαθεί σε κάθε περίπτωση να κρύψει τα στενά όρια των γνώσεών του μέσω της δογματικής επανάληψης κάποιου παράλογου επιχειρήματος αυθεντίας». Που θα μοιάζει τελικά στη Σαντρίν Ρουσώ (Sandrine Rousseau)[1] ή στο σύνολο σχεδόν των «κοινωνιολόγων» του νεοφιλελεύθερου πανεπιστημίου.

Όσον αφορά το δικό μου δοκίμιο, δύο βασικοί λόγοι με ώθησαν, εκείνη την εποχή, να το γράψω. Αφενός, το γεγονός ότι το έργο των Baudelot και Establet –Le niveau monte. Réfutation d’une vieille idée concernant la prétendue décadence de nos écoles  (Το επίπεδο ανεβαίνει.Αντίκρουση μιας παλιάς ιδέας σχετικά με την υποτιθέμενη παρακμή των σχολείων μας)– είχε καταστεί ταχύτατα, από την έκδοσή του το 1989, η επίσημη Βίβλος του μιντιακού κόσμου και της άρχουσας ελίτ. Και αυτό, τη στιγμή που η εμπειρία μας στο πεδίο μας αποδείκνυε καθημερινά το αντίθετο. Και, από την άλλη, το γεγονός ότι, όταν ο Ζοσπέν έγινε, το 1997, πρωθυπουργός του Σιράκ (η κυβέρνηση της «πληθυντικής αριστεράς» –στην οποία συμμετείχε ο Μελανσόν– είναι, παρεμπιπτόντως, αυτή που θα πραγματοποιήσει τις περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις στην ιστορία της 5ης Δημοκρατίας!), η εφαρμογή αυτού του προγράμματος μεθοδικής και συνεχούς υποβάθμισης των εκπαιδευτικών απαιτήσεων θα συνοδευόταν από έναν όλο και πιο απεχθή κυνισμό. Για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, θυμάμαι ότι μια χρονιά ζήτησα από έναν επιθεωρητή φιλοσοφίας να μου δώσει γραπτή καταγραφή των πραγματικών οδηγιών βαθμολόγησης του απολυτηρίου Λυκείου, τις οποίες είχα αναλάβει να μεταφέρω στους συναδέλφους μου κατά τη διάρκεια των ακαδημαϊκών συνεδριάσεων. Μου απάντησε τότε, προφανώς με μεγάλη του λύπη, ότι αν το υπουργείο αρνιόταν να καταγράψει γραπτώς αυτού του είδους τις οδηγίες, ήταν ακριβώς «για να αποφευχθεί να βρεθούν την επόμενη μέρα στο Le Canard enchaîné»![2] Ένα υπέροχο μάθημα κυνισμού με ύφος Αλέγκρο-Ζοσπέν!

Αλλά για να επανέλθω στο ερώτημά σας, το μόνο πράγμα, πράγματι, που δεν μπόρεσα να εκτιμήσω επακριβώς, καθώς έγραφα αυτό το μικρό βιβλίο, είναι η ταχύτητα με την οποία θα πραγματοποιούνταν οι προβλέψεις μου. Είναι αλήθεια ότι εκείνη την εποχή τα «κοινωνικά δίκτυα» δεν υπήρχαν ακόμα.

Είχατε ήδη γράψει, σχετικά με τις διαδηλώσεις των μαθητών λυκείου, ότι έπρεπε να αναρωτηθούμε αν αυτοί οι νέοι ήταν πολίτες που εξεγέρθηκαν ενάντια στο σύστημα ή καταναλωτές που απαιτούσαν καλύτερες παροχές. Σήμερα, οι μαθητές λυκείου διαδηλώνουν ενάντια στις συνθήκες σπουδών τους, στα ωράριά τους ή στο Parcoursup[3]. Τι σκέφτεστε γι’ αυτή την εξέγερση;

Ζώντας στην περιφερειακή Γαλλία –αυτή των πραγματικών «κίτρινων γιλέκων»–, πρέπει πρώτα να υπενθυμίσω ότι η εξέγερση για την οποία μου μιλάτε, και για την οποία εδώ μαθαίνουμε μόνο από την τηλεόραση, εκτυλίσσεται κυρίως, τουλάχιστον προς το παρόν και με εξαίρεση τη Λιμόζ, στον κόσμο των μεγάλων μητροπόλεων και των παρακείμενων προαστίων τους! Παρ’ όλα αυτά, τα αιτήματα που προβάλλει αυτή η μητροπολιτική νεολαία είναι απολύτως δικαιολογημένα. Τα ωρολόγια προγράμματα είναι πράγματι όλο και πιο ασυνάρτητα και η λογική του Parcoursup, κατά κάποιον τρόπο, δεν κάνει παρά να αναβιώνει εκείνη της παλιάς στρατιωτικής θητείας: «Μιλάς αγγλικά; Τότε, αγγαρεία, θα καθαρίσεις πατάτες! » Θα έπρεπε όμως να παραδεχθούμε ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών των προβλημάτων οφείλεται πρωτίστως στον συνεχή και παράλογο πολλαπλασιασμό των μαθημάτων επιλογής που διδάσκονται στο λύκειο, ο οποίος δεν είναι παρά η λογική συνέπεια της διαδικασίας της αυξανόμενης εξατομίκευσης των φιλελεύθερων κοινωνιών (μάλιστα, σε ορισμένες σχολικές περιφέρειες του Νότου, στις εξετάσεις του απολυτηρίου, υπάρχει το μάθημα επιλογής «εδαφοσφαίριση»!).

Όμως, αυτό που με εκπλήσσει πολύ περισσότερο είναι το γεγονός ότι κανένα από αυτά τα μαθητικά κινήματα – σε αντίθεση, από αυτή την άποψη, με το κίνημα του Μάη του ’68 – δεν φαίνεται να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον, τουλάχιστον από ό,τι γνωρίζω, για το περιεχόμενο και την ποιότητα της γνώσης που μεταδίδεται και, άρα, για το απόλυτο δράμα που αντιπροσωπεύει αυτό το πραγματικό μίσος για τον πολιτισμό και το κριτικό πνεύμα, το οποίο, εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια, αποτελεί την κινητήρια δύναμη όλων των νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Θα σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Όταν δίδασκα ακόμα στο Μονπελιέ, είδα, μια μέρα, έναν από αυτούς τους νέους επιθεωρητές που είχαν προσηλυτιστεί στον κρατικό «γουκισμό» να επιπλήττει αυστηρά μια νεαρή καθηγήτρια φιλολογίας (η καημένη είχε την ατυχία να θέλει να διαβάσει στην τάξη της ένα κείμενο του Ραμπελέ, αντί, φαντάζομαι, της Αννί Ερνό!) γιατί είχε το θράσος να γράψει στον πίνακα, μαζί φυσικά με τη μετάφρασή της, τη λατινική φράση mens sana in corpore sano (Νοῦς ὑγιὴς ἐν σώματι ὑγιεῖ). Και αυτός ο νεο-επιθεωρητής, έξω φρενών, της φώναξε τότε κατάμουτρα: «Δεν είστε εδώ για να επιδεικνύετε την κουλτούρα σας!» Επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι ένα σχολείο το οποίο, στο όνομα της πολιτικής ορθότητας, μπορεί να καταπατήσει με τόσο γελοίο τρόπο την πιο στοιχειώδη αποστολή του –πράγμα που αποδεικνύει πράγματι η κατάταξη της PISA– θα έπρεπε κανονικά να προκαλεί την αγανάκτηση των μαθητικών «συνδικάτων», τουλάχιστον όσο και η «έλλειψη πόρων»!

Δεν είναι εξαιρετικά παράδοξο το γεγονός ότι μια γενιά που κατέχει όλο και λιγότερο τις θεμελιώδεις γνώσεις βγαίνει στους δρόμους για να δώσει μαθήματα στην κοινωνία;

Δεν αποτελεί πραγματικά παράδοξο σε μια φιλελεύθερη κοινωνία που βασίζεται εξ ορισμού στην καθημερινή λατρεία της «ανάπτυξης» – με άλλα λόγια, αυτής της κίνησης που οδηγεί την ανθρωπότητα, εδώ και δεκαετίες, σε ολοένα και μεγαλύτερη αστικοποίηση, λατρεία του τεχνητού και της δικτύωσης – και η οποία, ως εκ τούτου, πρέπει, σε όλα τα κανονιστικά της σχέδια, να δίνει κεντρική θέση στο φαντασιακό της επιστήμης και της τεχνολογίας. Ωστόσο –όπως πρώτος το τόνισε ο Πασκάλ–, η ίδια η έννοια της επιστημονικής προόδου συνεπάγεται εξ ορισμού μια ριζική ανατροπή της διαγενεακής σχέσης. Διότι, αν η εμπειρία του ενήλικα του επιτρέπει πράγματι να μεταδώσει στους νεότερους τη γνώση που έχει αποκτήσει, δεν ισχύει πλέον το ίδιο στον κόσμο της πειραματικής επιστήμης, όπου, αντιθέτως, είναι λογικό ο Γαλιλαίος να πρέπει να δώσει μαθήματα στον Αριστοτέλη, αφού, σε αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα –όπως έγραφε ο Πασκάλ–, «οι πρόγονοι ήταν πραγματικά νέοι σε όλα».

Από εκεί, μεταξύ άλλων, προέρχεται η περίφημη θέση της Μάργκαρετ Μιντ, σύμφωνα με την οποία, σε μια κοινωνία δομημένη από «προοδευτικούς» και «επιστημονικούς» κανόνες, τα παιδιά τείνουν πάντα να γίνονται «οι γονείς των γονιών τους». Και από εκεί προέρχεται επίσης ο ηθικός πανικός που καταλαμβάνει τους πιο φιλελεύθερους ενήλικες μόλις πρόκειται να επιδείξουν την παραμικρή αυθεντία προς τους νεότερούς τους (όπως και η αντίστοιχη ευκολία τους –αρκεί να σκεφτούμε τα διαφημιστικά σποτ– να αφήνονται να «επανεκπαιδευτούν» από αυτούς!). Το πρόβλημα, όπως σημείωνε ο Αμερικανός κριτικός Τζορτζ Τρόου, είναι ότι «όταν δεν υπάρχουν πλέον ενήλικες, οι “ειδικοί” παίρνουν τη σκυτάλη»!

Είχατε ήδη καταγγείλει τη μετατροπή των μαθητών σε θεατές υποταγμένους στις βιομηχανίες ψυχαγωγίας. Με το TikTok, τα smartphone και τώρα το ChatGPT, μήπως έχουμε εισέλθει στο τελικό στάδιο της «εκπαίδευσης της αμάθειας»;

Είναι πράγματι πάντα εκπληκτικό να βλέπεις εκείνα τα τμήματα της νεολαίας που είναι πιο βαθιά βυθισμένα σε αυτόν τον νέο τεχνολογικό κόσμο να θεωρούν τόσο συχνά τους εαυτούς τους ως εκείνους που ενεργούν καλύτερα για να «σώσουν τον πλανήτη»! Μια από τις πρωταρχικές αιτίες γι’ αυτή τη «συστημική» πλέον αδυναμία να συνειδητοποιήσουμε τις αλλοτριωτικές πτυχές ενός τέτοιου τρόπου ζωής είναι η πεποίθηση –εξ ορισμού πολύ διαδεδομένη στις βιομηχανικές και φιλελεύθερες κοινωνίες– ότι η τεχνολογία είναι από τη φύση της «ουδέτερη», και μόνο ο τρόπος που την χρησιμοποιούμε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής. Αυτό ισχύει σίγουρα για ένα σφυρί. Όμως τα πράγματα αλλάζουν εντελώς όταν μια τεχνολογία ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο πολυπλοκότητας. «Πιστεύουμε ότι κατασκευάζουμε αυτοκίνητα» –σημείωνε ο Μπερνάρ Σαρμπονό ( Bernard Charbonneau) το 1967– «και, στην πραγματικότητα, κατασκευάζουμε μια κοινωνία». Και πάλι, όμως, δεν έχω την εντύπωση πως οι ηγέτες των σημερινών μαθητικών κινημάτων έχουν αναρωτηθεί πολύ, μέχρι τώρα, για το είδος της απίστευτα απανθρωποποιητικής κοινωνίας που, εδώ και χρόνια, δημιουργούν η τεχνητή νοημοσύνη, τα κινητά τηλέφωνα και τα κοινωνικά δίκτυα. Είναι αλήθεια ότι η Ανυπότακτη Γαλλία ήταν πάντα αντίθετη στην απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων για τους κάτω των 15 ετών και των κινητών τηλεφώνων στα λύκεια. Είναι πράγματι το ελάχιστο που μπορεί να κάνει κανείς, αν θέλει να γοητεύσει τη μητροπολιτική νεολαία!

Οι διαδηλώσεις της 17ης Οκτωβρίου εκφυλίστηκαν σε λεηλασίες και βανδαλισμούς σε όλη τη Γαλλία. Θα πρέπει να τα δούμε αυτά, όπως κάνει ένα τμήμα της Αριστεράς, ως τα πρώτα σημάδια μιας επαναστατικής βίας;

Εγώ το βλέπω κυρίως ως την επανάληψη, με τον τρόπο του Μελανσόν –και επομένως πολύ λιγότερο ευαίσθητο στις δημοκρατικές απαιτήσεις– της στρατηγικής της Terra Nova. Δηλαδή, την ιδέα ότι η Αριστερά θα μπορέσει να καταλάβει την εξουσία μόνο αν καταφέρει να συγκεντρώσει κάτω από την ίδια σημαία τις πιο μορφωμένες κατηγορίες της μητροπολιτικής «πολιτισμικής» αστικής τάξης (αλλά, κατά την εκδοχή της Ανυπότακτης Γαλλίας, ποντάροντας κατά προτίμηση στο αίσθημα μνησικακίας εκείνων που αισθάνονται πιο υποβαθμισμένοι) και την υποτίθεται ομοιογενοποιημένη νεολαία των «πολυπολιτισμικών» προαστίων. Στον προεμφυλιοπολεμικό κόσμο, που διαμορφώνεται καθημερινά όλο και περισσότερο, ένα τέτοιο σενάριο δεν έχει πια τίποτα το ουτοπικό. Ο Μελανσόν, ωστόσο, μου φαίνεται ότι ξεχνά δύο πράγματα. Αφενός, ότι οι σύμμαχοί του της ισλαμιστικής ακροδεξιάς –με επικεφαλής τους Αδελφούς Μουσουλμάνους– εργάζονται πάντα μόνο για το δικό τους συμφέρον και, ως εκ τούτου, δεν θα διστάσουν να τον προδώσουν μόλις πάψει να τους είναι χρήσιμος.

Και αφετέρου, ότι η πλειοψηφία των λαϊκών τάξεων συγκεντρώνεται πλέον στην περιφερειακή Γαλλία. Βεβαίως, αυτή η ξεχασμένη από τα ΜΜΕ Γαλλία –και της οποίας, όπως μπορώ να βεβαιώσω, η οργή αυξάνεται κάθε μέρα– αρκείται προς το παρόν να παρατηρεί από μακριά, αν και με πολύ κριτική στάση, τις ταραχές και τις λεηλασίες που οργανώνει η ακροαριστερά των μητροπόλεων. Όμως, το λάθος του Μελανσόν είναι ότι από αυτό συμπεραίνει ότι θα μπορεί να συνεχίσει για πολύ καιρό ακόμα να επιδεικνύει την εκπληκτική ταξική περιφρόνησή του απέναντι σε αυτούς τους «αλκοολικούς, υπερβολικά ξανθούς και ανίκανους να μιλήσουν οποιαδήποτε ξένη γλώσσα» (δηλώσεις του Μελανσόν κατά τη διάρκεια συνέντευξης, το 2013, στο Μαρόκο, αναφερόμενος στην άφιξή του στη Νορμανδία[4], Σ.τ. Σ.), οι οποίοι, στα μάτια του, αποτελούν την ίδια την ουσία της αγροτικής και περιφερειακής Γαλλίας. Το ξύπνημά του κινδυνεύει να είναι πολύ οδυνηρό.


[1] Σαντρίν Ρουσώ: Στέλεχος του κόμματος των Οικολόγων (EELV), εκλεγμένη βουλευτής με τη συμμαχία Οικολόγων, Νέο Λαϊκό Μέτωπο, νεοφεμινίστρια (σ.τ.μ.).

[2] Le Canard enchaîné: Γαλλική εφημερίδα που σατιρίζει ιδιαίτερα καυστικά το πολιτικό σύστημα (σ.τ.μ.)

[3] Πρόκειται για τη διαδικτυακή πλατφόρμα αιτήσεων για σπουδές ανώτερης εκπαίδευσης στη Γαλλία (σ.τ.μ.).

[4] Ο Μελανσόν γεννήθηκε στο Μαρόκο, στην Ταγγέρη, από όπου έφυγε για τη Γαλλία ακολουθώντας την μητέρα του όταν χώρισε με τον πατέρα του. Η οικογένειά του, ερχόμενη στη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Νορμανδία (σ.τ.μ.).


[1] Το βιβλίο αυτό έχει εκδοθεί και στα ελληνικά με τον τίτλο Η εκπαίδευση της αμάθειας, μτφρ Άγγελος Ελεφάντης, εκδ. Βιβλιόραμα 2002, (σ.τ.μ.).

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ