Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

η γλώσσα των ελληνόφωνων της Κάτω Ιταλίας

“Ce pu pao, pu sirno, pu steo,
sti kardia panta sena vasto”
(και ό­που πά­ω, ό­που προ­χω­ρή­σω,
ό­που στα­θώ στην καρ­διά μου πά­ντα σέ­να βα­στώ)
(στί­χοι γκρε­κά­νι­κου τρα­γου­διού)

Α. Εισαγωγή
Γκρε­κά­νοι λέ­γο­νται ε­κεί­νοι οι Ελλη­νό­φω­νοι που ζουν στην Καλαβρί­α και ε­κεί­νοι που ζουν στην πε­διά­δα της Α­που­λί­ας λέ­γο­νται Γκρί­κοι, ε­νώ ό­λοι μα­ζί κα­μα­ρώ­νουν να λέ­νε “δεν εί­μα­στε Έλ­λη­νες, εί­μα­στε ΟΙ ΕΛ­ΛΗ­ΝΕΣ”.1
Οι Ελ­λη­νό­φω­νοι της Κά­τω Ι­τα­λί­ας βρί­σκο­νται σή­με­ρα συ­γκε­ντρω­μέ­νοι σε δύ­ο πε­ριο­χές της Κά­τω Ι­τα­λί­ας που α­πέ­χουν με­τα­ξύ τους γύ­ρω στα ε­ξα­κό­σια χι­λιό­με­τρα, έ­χουν πο­λύ μι­κρή ε­πα­φή και σχε­δόν κα­θό­λου πο­λι­τι­στι­κές και ε­μπο­ρι­κές συ­ναλ­λα­γές.
Στην πε­ριο­χή τουΑσπρομόντε, 65 χι­λιό­με­τρα α­να­το­λι­κά α­πό το Ρέτζιο Καλάμπρια και στο τρί­γω­νο του Ο­τρά­ντο της πε­ριο­χής της Απουλία, 45 πε­ρί­που χι­λιό­με­τρα δυ­τι­κά α­πό το Μπρίντιζι, ε­πι­ζούν μέ­χρι σή­με­ρα με­ρι­κές δε­κά­δες χι­λιά­δες Ελ­λη­νό­φω­νοι.
Σή­με­ρα δεν εί­ναι κα­νείς πλέ­ον μο­νό­γλωσ­σος, αλ­λά πριν ε­κα­τό α­κρι­βώς χρό­νια οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν ή­ξε­ραν κα­θό­λου Ι­τα­λι­κά και α­ριθ­μού­σαν δύ­ο ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ή ή­ταν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ροι.
Στην ελ­λη­νό­φω­νη πε­ριο­χή της Κα­λα­βρί­ας κα­τέ­φυ­γαν ά­ποι­κοι Έλ­λη­νες πριν πολ­λούς αιώ­νες για να σω­θούν α­πό τους Σα­ρα­κη­νούς πει­ρα­τές και να γλι­τώ­σουν α­πό τις κα­τα­πιέ­σεις των κα­τα­κτη­τών Α­ρά­βων, Νορ­μαν­δών και Ι­σπα­νών. Εί­ναι πε­ριο­χή ο­ρει­νή, ά­γρια, δυ­σπρό­σι­τη με κα­κή ο­δι­κή σύν­δε­ση.
Α­πό αυ­τή τη πε­ριο­χή, που εί­ναι τα σκαρ­φα­λω­μέ­να χω­ριά στις α­πό­κρη­μνες πλα­γιές του Α­σπρο­μό­ντε, μέ­σα σε μια φύ­ση ά­γρια της Κα­λα­βρί­ας, τα ελ­λη­νό­φω­να εί­ναι εν­νέ­α χω­ριά με πε­ριο­ρι­σμέ­νο α­ριθ­μό κα­τοί­κων. Το Βού­α (Bova), το Για­λό του Βού­α (Bova-Marina), το Ρα­χού­δι, το Χω­ρί­ο Ρα­χού­δι, το Βου­νί, το Χω­ρί­ο Βου­νί­ου, το Γκαλ­λι­τσα­νό, το Κο­ντο­φού­ρι και η Α­μυ­ντα­λί­α.
Οι κά­τοι­κοι στα χω­ριά της Κα­λα­βρί­ας, έ­χο­ντας λί­γη καλ­λιερ­γή­σι­μη γη, α­σχο­λού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο με την κτη­νο­τρο­φί­α και, βέ­βαια, υ­πάρ­χει έ­ντο­νη η τά­ση της με­τα­νά­στευ­σης προς τον βιο­μη­χα­νι­κό βορ­ρά ή στα γει­το­νι­κά α­στι­κά κέ­ντρα. Ε­πί­σης, λό­γω ι­σχυ­ρών κα­το­λι­σθή­σε­ων, τα χω­ριά Ρα­χού­δι και Χω­ρί­ο Ρα­χού­δι εί­ναι σχε­δόν ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Ί­σως εί­ναι το πτω­χό­τε­ρο μέ­ρος της Ευ­ρώ­πης με το χα­μη­λό­τε­ρο κα­τά κε­φα­λήν ει­σό­δη­μα.
Οι κά­τοι­κοι α­σχο­λού­νται με μι­κρές καλ­λιέρ­γειες σι­τη­ρών, α­μπε­λιών και ε­λιών, δια­τη­ρούν μι­κρούς κή­πους, έ­χουν λί­γα ζώ­α και τώ­ρα τε­λευ­ταί­α ζουν με τη δα­σο­πο­νί­α και τη δα­σο­φυ­λα­κή. Έ­χουν κά­ποια χρή­μα­τα α­πό με­τα­νά­στες συγ­γε­νείς.
Στο Σα­λέ­ντο της Α­που­λί­ας οι κά­τοι­κοι ευ­η­με­ρούν χω­ρίς να εί­ναι πλού­σιοι. Τα προ­ϊ­ό­ντα εί­ναι κα­πνός, κρα­σί και λά­δι. Υ­πάρ­χουν λί­γες βιο­τε­χνί­ες και μι­κρά ερ­γο­στά­σια χει­ρο­τε­χνί­ας και κε­ρα­μο­ποι­ί­ας. Και ε­δώ οι ε­πα­νελ­θό­ντες με­τα­νά­στες έ­χουν α­νοί­ξει μι­κρά κα­τα­στή­μα­τα και ε­πι­χει­ρή­σεις, έ­χουν κά­νει με­γά­λα σπί­τια και εμ­φα­νί­ζουν έ­ντο­νες α­στι­κές συ­νή­θειες. Το Σα­λέ­ντο βρί­σκε­ται στο νο­τιό­τε­ρο ά­κρο της Α­που­λί­ας, στη χερ­σό­νη­σο του Σα­λέ­ντο και ει­δι­κό­τε­ρα α­νά­με­σα στο Λέ­τσε και το Ο­τρά­ντο. Α­πό την πε­ριο­χή που συ­νο­λι­κά έ­χει 27 χω­ριά, ελ­λη­νό­φω­να μπο­ρούν να θε­ω­ρη­θούν εν­νέ­α: η Κα­λη­μέ­ρα, το Μαρ­τά­νο, το Κα­στριά­νο, το Κο­ρι­λιά­νο, το Μελ­πι­νιά­νο, η Στερ­να­τί­α, το Τζο­λί­νο, το Σο­λέ­το και το Μαρ­τι­νιά­νο. Τα προ­ϊ­ό­ντα της λο­γο­τε­χνί­ας τους εί­ναι πά­ντο­τε εύ­χυ­μα, αν­θη­ρά και πλού­σια, χω­ρίς να εί­ναι πά­ντο­τε πρώ­της ποιό­τη­τας. Βέ­βαια, για μας τους Έλ­λη­νες, εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο θαύ­μα και έ­να θαυ­μά­σιο λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος.
Η ποί­η­ση, η μου­σι­κή και κά­θε εί­δος έκ­φρα­σης των Σα­λε­ντί­νων εί­ναι έ­νας ά­κρα­τος και α­στεί­ρευ­τος λυ­ρι­σμός. Αν η Κα­λα­βρέ­ζι­κη κοι­νω­νί­α ευ­ρί­σκε­ται στην παι­δι­κή η­λι­κί­α της, οι Σα­λε­ντί­νοι ζουν την πε­ρί­ο­δο της ε­φη­βεί­ας τους. Το μό­νο χω­ριό όπου ο­μι­λεί­ται α­κό­μα και α­πό τα παι­διά η ελ­λη­νι­κή διά­λε­κτος εί­ναι το Γκαλ­λι­τσα­νό, το πιο φτω­χό και α­πο­μο­νω­μέ­νο χω­ριό της Κα­λα­βρί­ας, το ε­πο­νο­μα­ζό­με­νο και “Α­κρό­πο­λη της Με­γά­λης Ελ­λά­δας” γι’ αυ­τόν τον λό­γο.
B. Αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κές ε­πι­βιώ­σεις στις δια­λέ­κτους Griko και Grecanico της Κά­τω Ι­τα­λί­ας
Για την κα­τα­γω­γή των Ελ­λη­νο­φώ­νων της Κα­λα­βρί­ας και της Α­που­λί­ας έ­χουν ε­γερ­θεί πολ­λές συ­ζη­τή­σεις και αμ­φι­σβη­τή­σεις με­τα­ξύ των ε­πι­στη­μό­νων των δια­φό­ρων ε­θνο­τή­των. Δύ­ο εί­ναι οι πλέ­ον ε­πι­κρα­τού­σες θε­ω­ρί­ες:
Κα­τά την πρώ­τη, εί­ναι α­πό­γο­νοι των Ελ­λή­νων της Με­γά­λης Ελ­λά­δας του β΄ α­ποι­κι­σμού, που έ­γι­νε τέσ­σε­ρις με πέ­ντε αιώ­νες π. Χ. και γι΄ αυ­τό υ­πάρ­χουν τό­σα πολ­λά Δω­ρι­κά και Αιο­λι­κά στοι­χεί­α στη γλώσ­σα τους, για τα ο­ποί­α θα κά­νου­με μνεί­α πα­ρα­κά­τω. Κα­τά την πρώ­ι­μη Βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο, οι κά­τοι­κοι αυ­τοί ε­νι­σχύ­θη­καν α­πό ε­πή­λυ­δες Έλ­λη­νες της Μ. Α­σί­ας, Τρα­πε­ζού­ντος, Μα­κε­δο­νί­ας, Η­πεί­ρου κ.λπ. χω­ρίς φυ­σι­κά να πά­ψουν πο­τέ να δέ­χο­νται και­νούρ­γιους α­ποί­κους Έλ­λη­νες, “που τους χά­λα­σαν τη γλώσ­σα”, ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά υ­πο­στη­ρί­ζουν οι ση­με­ρι­νοί ε­ντό­πιοι λό­γιοι. Τη θε­ω­ρί­α αυ­τή υ­πο­στη­ρί­ζει ο G. Rohlfs, ο με­γα­λύ­τε­ρος, ί­σως, σύγ­χρο­νος φι­λέλ­λη­νας, σπου­δαί­ος γλωσ­σο­λό­γος, και τον οποίο δέ­χο­νται οι πε­ρισ­σό­τε­ροι μορ­φω­μέ­νοι Ελ­λη­νόφω­νοι της Κα­λα­βρί­ας.
Κα­τά την δεύ­τε­ρη θε­ω­ρί­α της ο­ποί­ας προ­ΐ­στα­νται οι Ι­τα­λοί G. Morosi και A. Pellegrini, με­γά­λες Ελ­λη­νι­κές μά­ζες α­πό ε­δά­φη της Βυ­ζα­ντι­νής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, προ πά­ντων κα­τά την πε­ρί­ο­δο της Ει­κο­νο­μα­χί­ας -ή­τοι α­πό τον 6ο ως τον 9ο αιώ­να μ.Χ.- με­τα­κι­νή­θη­καν στη Δύ­ση και α­νέ­πτυ­ξαν α­ξιό­λο­γο πο­λι­τι­σμό με Βυ­ζα­ντι­νά μο­να­στή­ρια και άλ­λα Ορ­θό­δο­ξα κέ­ντρα και έ­κτο­τε δεν εί­χαν κα­μί­α ε­πα­φή με τον υ­πό­λοι­πο ελ­λη­νι­κό κό­σμο. Αν σκε­φθεί δε κα­νείς την ακ­μή και την πα­ρου­σί­α στην Ι­τα­λί­α στρα­τιω­τών του ε­ξαρ­χά­του της Ρα­βέν­νας, την ι­σχυ­ρή Βυ­ζα­ντι­νή με­τοι­κε­σί­α, κα­τα­λα­βαί­νει για­τί η θε­ω­ρί­α αυ­τή έ­χει πολ­λούς υ­πο­στη­ρι­κτές.
Σύμ­φω­να με την θε­ω­ρί­α του G. Rohlfs, του Γερ­μα­νού γλωσ­σο­λό­γου, σο­φού ε­πι­στή­μο­να, με­γά­λου και α­γνού φί­λου των Ελ­λή­νων της Κα­λα­βρί­ας και Α­που­λί­ας που α­φιέ­ρω­σε 60 χρό­νια ε­ρευ­νώ­ντας την πε­ριο­χή και γρά­φο­ντας βι­βλί­α, άρ­θρα και λε­ξι­κά για τον γλωσ­σι­κό θη­σαυ­ρό των ε­πι­ζώ­ντων Ελ­λή­νων σ’ αυ­τά τα μέ­ρη, ι­σχύ­ει η πρώ­τη θε­ω­ρί­α. Ε­πι­χει­ρή­μα­τα α­διά­σει­στα προ­σκό­μι­σαν για την υ­πο­στή­ρι­ξη της θε­ω­ρί­ας αυ­τής και οι Έλ­λη­νες ε­πι­στή­μο­νες Κα­ρα­τζάς, Χα­τζι­δά­κις, Κου­κου­λές, Κα­ψω­μέ­νος, Πα­παρ­ρη­γό­που­λος, Κα­λο­νά­ρος, Κα­ρα­να­στά­σης κ.ά., σχε­δόν ό­λοι ό­σοι α­σχο­λή­θη­καν με το θέ­μα τού­το, ε­κτός α­πό τον Ζα­μπέ­λιο.
Το α­ντί­θε­το υ­πο­στη­ρί­ζει ο Ι­τα­λός A. Pellegrini που βα­σί­στη­κε στις έ­ρευ­νες του Morosi. Και γρά­φει ό­τι: “η γλώσ­σα αυ­τών των α­ποι­κιών δεν εί­ναι υ­πό­λειμ­μα ή μια με­τα­τρο­πή πο­λύ αρ­γή και βαθ­μιαί­α της Δω­ρι­κής της Με­γά­λης Ελ­λά­δας, μα εί­ναι ου­σια­στι­κά έ­να και­νούρ­γιο ι­δί­ω­μα που φτιά­χτη­κε (κτί­στη­κε) στην Ελ­λά­δα μέ­χρι τον 10ο αιώ­να ή ε­κεί γύ­ρω”.
Τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. αρ­χί­ζει ο α­ποι­κι­σμός των Ελ­λή­νων α­πό την μη­τέ­ρα- πα­τρί­δα (Κό­ριν­θος, Εύ­βοια κ.λπ.) προς την Κά­τω Ι­τα­λί­α και Σι­κε­λί­α, και δη­μιουρ­γεί­ται η Με­γά­λη Ελ­λά­δα, με πό­λεις ο­νο­μα­στές, κά­ποιες α­πό τις ο­ποί­ες υ­πάρ­χουν μέ­χρι σή­με­ρα ό­πως Τά­ρα­ντας (Taranto), Ρή­γιο (Reggio), Otranto (Υ­δρούς), Συ­ρα­κού­σες, Πά­νορ­μον (Palermo) κ.λπ.
Οι πρώ­τες ι­στο­ρι­κές α­να­φο­ρές α­νά­γο­νται στον Η­ρό­δο­το και ο­μι­λούν για κρη­τι­κό α­ποι­κι­σμό της χερ­σο­νή­σου του Σα­λέ­ντο α­πό τον βα­σι­λιά Μί­νω­α ο ο­ποί­ος έ­φτα­σε στην πε­ριο­χή α­να­ζη­τώ­ντας τον Δαί­δα­λο. (Η­ρο­δό­του Ι­στο­ρί­αι, βι­βλί­ο 7ο, σελ. 170).
Η πε­ριο­χή αν­θεί και ε­ξελ­λη­νί­ζε­ται για ο­λό­κλη­ρη την πε­ρί­ο­δο μέ­χρι την κα­τά­κτη­ση των Ρω­μαί­ων. Έ­χει ά­με­ση σχέ­ση και ε­ξάρ­τη­ση α­πό τον Τά­ρα­ντα και την γει­το­νι­κή Καλ­λί­πο­λη. Η Ρω­μα­ϊ­κή ε­πι­κυ­ριαρ­χί­α στην πε­ριο­χή ε­πι­βάλ­λε­ται ό­ταν, με­τά α­πό πο­λέ­μους, κα­ταρ­ρέ­ει ο Τά­ρα­ντας (272 π.Χ.) και οι Ρω­μαί­οι ε­γκα­θι­δρύ­ουν μια λα­τι­νι­κή α­ποι­κί­α στο Μπρί­ντι­ζι (244 π.Χ.)
Οι Βυ­ζα­ντι­νοί έρ­χο­νται στην πε­ριο­χή ε­πί Ιου­στι­νια­νού και συ­γκε­κρι­μέ­να στο Ο­τρά­ντο τον 6ο αι., το ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποιούν ως κύ­ριο προ­γε­φύ­ρω­μά τους στην Νό­τιο Ι­τα­λί­α. Η πε­ριο­χή α­να­πτύσ­σε­ται ι­διαί­τε­ρα την πε­ρί­ο­δο του αυ­το­κρά­το­ρα Βα­σι­λεί­ου Α΄, στον 9ο αι. Η Κά­τω Ι­τα­λί­α και ι­διαί­τε­ρα οι πε­ριο­χές του Ο­τρά­ντο και της Κα­λα­βρί­ας ε­ξελ­λη­νί­ζο­νται εκ νέ­ου ή, κατ’ άλ­λους, αι­μο­δο­τεί­ται εκ νέ­ου ο ελ­λη­νι­σμός τους. Πραγ­μα­το­ποιεί­ται μα­ζι­κός ε­ποι­κι­σμός και α­να­πτύσ­σε­ται η δρά­ση ορ­θο­δό­ξων μο­να­χών.
Γε­νι­κό­τε­ρα ο μο­να­στι­κός βί­ος της Α­να­το­λής εί­χε μια ευ­ρεί­α ε­ξά­πλω­ση στη Νό­τια Ι­τα­λί­α, ε­πη­ρέ­α­σε ση­μα­ντι­κά την κοι­νω­νι­κή ζω­ή και την κουλ­τού­ρα ι­διαί­τε­ρα στη Σι­κε­λί­α, την Κα­λα­βρί­α και την Α­που­λί­α, και ε­νι­σχύ­θη­κε α­πό την δια­μά­χη “ει­κο­νο­μά­χων”-“ει­κο­νο­λα­τρών”. Ό­πως υ­πο­γραμ­μί­ζει και ο Gοuillou (A. Gouillou: L’ eremitismo in occidente), “ο μο­να­χι­σμός, α­πό την οι­κο­νο­μι­κή, την κοι­νω­νι­κή, αν ό­χι και την πο­λι­τι­στι­κή του πλευ­ρά, υ­πήρ­ξε στοι­χεί­ο ε­νό­τη­τας και συ­νέ­χειας της ελ­λη­νι­κής ζω­ής στη Νό­τια Ι­τα­λί­α α­πό τον 7ο μέ­χρι και τον 13ο αιώ­να”.
Η έ­λευ­ση των Νορ­μαν­δών κα­τα­κτη­τών στην πε­ριο­χή αλ­λά­ζει την διοι­κη­τι­κή δο­μή. Οι Νορ­μαν­δοί ε­φαρ­μό­ζουν για πρώ­τη φο­ρά την φε­ου­δαρ­χί­α. Η πε­ριο­χή της Α­που­λί­ας δια­μοι­ρά­στη­κε σε τι­μά­ρια μι­κρά ή με­γά­λα τα ο­ποί­α διοι­κού­σαν το­πι­κοί άρ­χο­ντες που εί­χαν την ευ­θύ­νη της ά­μυ­νας, της εί­σπρα­ξης των φό­ρων και της α­πο­νο­μής της δι­καιο­σύ­νης. Με την έ­λευ­ση των Νορ­μαν­δών, δί­πλα στην ελ­λη­νι­κή τε­λε­τουρ­γί­α στους να­ούς και στα μο­να­στή­ρια, άρ­χι­σε να εμ­φα­νί­ζε­ται η α­ντί­στοι­χη λα­τι­νι­κή. Η κα­τά­στα­ση του ορ­θό­δο­ξου κλή­ρου ε­πι­δει­νώ­θη­κε με­τά την 4η Σταυ­ρο­φο­ρί­α (1204) και την α­πο­κο­πή του α­πό το Πα­τριαρ­χεί­ο Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
“Κα­τά το διά­στη­μα με­τα­ξύ 12ου και 16ου αι., τό­σο ο κοι­νο­τι­κός- μο­να­στι­κός ό­σο και ο εκ­κλη­σια­στι­κός κλή­ρος στο με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του ε­ξα­φα­νί­στη­κε α­πό τη νό­τιο Ι­τα­λί­α, με ε­ξαί­ρε­ση το νό­τιο τμή­μα στη Κα­λα­βρί­α και τη ζώ­νη της Μεσ­σί­να και του Σα­λέ­ντο.
Τον 17ο και 18ο αι. ξε­κι­νά μια πε­ρί­ο­δος συρ­ρί­κνω­σης του χώ­ρου της Ελ­λά­δας του Σα­λέ­ντο. Παρ’ ό­λα ταύ­τα, κα­τά τον 19ο αι., το ελ­λη­νι­κό ι­δί­ω­μα, το “γκρί­κο”, συ­νέ­χι­ζε να χρη­σι­μο­ποιεί­ται α­πό το με­γα­λύ­τε­ρο τμή­μα του πλη­θυ­σμού του Σα­λέ­ντο, ι­διαί­τε­ρα α­πό τους α­γρο­τι­κούς πλη­θυ­σμούς, παρ’ ό­τι ή­ταν και εί­ναι γλώσ­σα που με­τα­δι­δό­ταν και με­τα­δί­δε­ται μό­νο με την προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση.
Η α­πο­μό­νω­ση των ελ­λη­νό­φω­νων πλη­θυ­σμών στις πε­ριο­χές τους μέ­χρι τον Β΄ πα­γκό­σμιο πό­λε­μο, με έ­να κλει­στό σύ­στη­μα ε­πι­κοι­νω­νί­ας και ε­λά­χι­στη ε­πα­φή με τα γει­το­νι­κά α­στι­κά κέ­ντρα, ε­πέ­τρε­ψε σ’ αυ­τούς τους πλη­θυ­σμούς και στην γλώσ­σα τους να ε­πι­βιώ­σουν ως σή­με­ρα” (α­πό το βι­βλί­ο του Rocco Aprile: Η Ελ­λά­δα του Σα­λέ­ντο Ε­ναλ­λα­κτι­κές εκ­δό­σεις, 1996)
Ό­σον α­φο­ρά την Ορ­θο­δο­ξί­α: Αυ­τή “σβή­νει” στην Κα­λα­βρί­α το 1574, στην Κα­λη­μέ­ρα της Α­που­λί­ας το 1663, στην Στερ­να­τί­α Α­που­λί­ας το 1664, ε­νώ σή­με­ρα πα­ρα­τη­ρεί­ται α­να­βί­ω­σή της. Ό­μως το θέ­μα εί­ναι ι­διαί­τε­ρο και ως τέ­τοιο πρέ­πει να α­ντι­με­τω­πι­σθεί σε α­νά­λο­γο άρ­θρο.
Οι Ελ­λη­νό­φω­νοι δεν ο­νο­μά­ζουν ε­αυ­τούς Έλ­λη­νες, ού­τε Γραι­κούς, ού­τε Greci, ό­πως τους λέ­νε οι Ι­τα­λοί, αλ­λά χρη­σι­μο­ποιούν τη λέ­ξη Griko που δεν χρη­σι­μο­ποιεί­ται στην Ελ­λά­δα. Το ι­δί­ω­μά τους λέ­γε­ται Greca­nico στην Κα­λα­βρί­α και Griko στην Α­που­λί­α ή Grecia Salentina, ό­πως συ­νη­θί­ζε­ται να λέ­γε­ται. Έ­τσι λέ­νε: immasto Graeci στην Κα­λα­βρί­α ή mesta Griki στο Σα­λέ­ντο, ή λέ­νε: plateome grika ή omilume griko στο Σα­λέ­ντο. Γρά­φουν σή­με­ρα δε τις ελ­λη­νι­κές λέ­ξεις με λα­τι­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες.
Αυ­τή η λέ­ξη griko (γρή­κος) προ­έρ­χε­ται μάλ­λον α­πό τον Ο­σκα­νι­κό τύ­πο grecus ή gricus (=Λα­τι­νι­κό Grae­cus), που εί­ναι έ­να κα­λό ε­πι­χεί­ρη­μα ό­τι εί­ναι πο­λύ κο­ντά στις κλα­σι­κές ρί­ζες του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού.
Σή­με­ρα, οι Ελ­λη­νό­φω­νοι έ­χουν α­να­γνω­ρι­σθεί ως γλωσ­σι­κή μειο­νό­τη­τα. Ό­χι μό­νο για τη δι­δα­σκα­λί­α της στα σχο­λεί­α αλ­λά -με­τα­ξύ των άλ­λων- και τη χρή­ση της στα δι­κα­στή­ρια της ι­τα­λι­κής ε­πι­κρά­τειας, ό­που οι ο­μι­λού­ντες τη διά­λε­κτο θα μπο­ρούν να υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται τους ε­αυ­τούς τους στη μη­τρι­κή τους γλώσ­σα.
Μια ε­πί­σκε­ψη σ’ αυ­τά τα μέ­ρη σε φέρ­νει κο­ντά με τους αν­θρώ­πους αυ­τούς του ι­τα­λι­κού νό­του και σε κά­νει να νοιώ­σεις και να γνω­ρί­σεις το με­γα­λύ­τε­ρο θαύ­μα των νε­ω­τέ­ρων γλωσ­σών του κό­σμου, την ε­πι­βί­ω­ση της Ελ­λη­νι­κής σε τό­πους που εί­χαν α­πό αιώ­νες α­πο­κο­πεί α­πό τον κύ­ριο κορ­μό της Ελ­λά­δας, κά­τι που α­πο­τε­λεί φαι­νό­με­νο πέ­ραν α­πό κά­θε φα­ντα­σί­α.
Πα­ρα­δείγ­μα­τα της γλώσ­σας:
Οι διά­λε­κτοι της Κά­τω Ι­τα­λί­ας έ­χουν τη δι­κή τους γραμ­μα­τι­κή, φω­νη­τι­κή και τη δι­κή τους σύ­ντα­ξη:
Κα­λα­βρί­α: O ssiddo (= ο σκύ­λος) pu δen alestΰi (=υ­λα­κτεί), δangavvει (=δα­γκά­νει)
Φω­νο­λο­γι­κά εί­ναι ση­μα­ντι­κό το γε­γο­νός ό­τι οι Ελ­λη­νό­φω­νοι αυ­τοί, α­πό κοι­νού με τους κα­τοί­κους της Κύ­πρου και των νή­σων της Δω­δε­κα­νή­σου, δια­τη­ρού­ν τα δι­πλά σύμ­φω­να:
Gram-ma, ar-rusto, kos-sifo, en-nea.
Σε α­ντί­θε­ση με τους Έλ­λη­νες της κυ­ρί­ως Ελ­λά­δας, ό­που οι α­ντί­στοι­χοι τύ­ποι εί­ναι:
Grama, arostoσ, kosifos, enea.
Σε α­ντί­θε­ση δε πά­λιν με τη γε­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη της νέ­ας Ελ­λη­νι­κής (αν και αυ­τό γί­νε­ται και σε με­ρι­κά νη­σιά) α­κό­μη βρί­σκου­με την κλασι­κή προ­φο­ρά του z=dz=τζ (ό­πως η Ι­τα­λι­κή λέ­ξη zona=dzona): π.χ. dzoi, ridza, kradzo.
Στην κυ­ρί­ως Ελ­λά­δα πο­λύ ε­νω­ρίς α­πλο­ποι­ή­θη­κε το πα­λιό dz σε z και κατ’ α­κο­λου­θί­α βρί­σκο­με στη νέ­α Ελ­λη­νι­κή zoi, riza, krazo.
Στο Griko, την ελ­λη­νι­κή διά­λε­κτο του Σα­λέ­ντο ε­πί­σης, κλα­σι­κή προ­φο­ρά των ο­μά­δων ντ, μπ, ντ, των δύ­ο συμ­φώ­νων έ­χει ε­πι­βιώ­σει χω­ρίς αλ­λα­γή: pente, vronti, ampeli, α­ντί του νέ­ου Ελ­λη­νι­κού: pende, vrondi, am­be­li. Αυ­τός ο πο­λύ αρ­χα­ϊ­κός τύ­πος δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται σε άλ­λες σύγ­χρο­νες δια­λέ­κτους.
Αυ­τή η διά­λε­κτος, που ο­νο­μά­σθη­κε και Ι­τα­λο-Ελ­λη­νι­κή α­πό κά­ποιους με­λε­τη­τές, έ­χει να πα­ρου­σιά­σει ε­πί­σης ο­ρι­σμέ­νες άλ­λες λέ­ξεις και φρά­σεις αρ­κε­τά αρ­χα­ϊ­κές ό­πως: ala (=ά­λας), arte (=τώ­ρα), este (=να εί­ναι). Με την έν­νοια του “μπο­ρώ” χρη­σι­μο­ποιεί­ται το sonno στην Κα­λα­βρί­α και το sodzo (= σώ­ζω) στο Σα­λέ­ντο.
Τα ε­πό­με­να στοι­χεί­α στη συ­νέ­χεια α­πο­δει­κνύ­ουν την αρ­χαί­α, α­πό την Με­γά­λη Ελ­λά­δα, κα­τα­γω­γή των αν­θρώ­πων αυ­τών:
Αρ­χα­ϊ­σμοί ή δω­ρι­σμοί: Στην Κα­λα­βρί­α εί­ναι:
Fammissi (= τα­μί­σιον, τά­μι­σος = πυ­τιά) που α­πα­ντά­ει στον Θε­ό­κρι­το,
Kammari (=Καμ­μά­ριον), υ­πο­κο­ρι­στι­κό του αρ­χαί­ου Δω­ρι­κού τύ­που κάμ­μα­ρον (φλό­μος φυ­τόν, ευ­φορ­βί­α),
Kridza (α­πό το κνύ­ζα, κό­νυ­ζα = ψυλ­λο­βό­τα­νον, α­κο­νυ­ζί­α) ε­πί­σης α­πό τον Θε­ό­κρι­το,
Vurvito (Βόλ­βι­τον = κο­πριά του βο­διού),
Agoleo (=αι­γω­λιός),
Mastra (=μά­κτρα = σκά­φη ζυ­μώ­μα­τος), ό­πως ε­ξη­γεί ο Η­σύ­χιος,
Ega mindo(= αί­γα μύν­δος),
Η­λα­κά­τη (= ρό­κα),
Pirria (=πυρ­ρί­ας=κοκ­κι­νο­λαί­μης=πυρ­ρί­ας=δού­λος κοκ­κι­νο­τρί­χης α­πό τη Θρά­κη, πρβλ. Α­ρι­στοφ. Βά­τρα­χοι 730),
Spilinga (=σπή­λυγ­γα=σπή­λυγξ= σπή­λαιο),
Trosta (τρώ­κτης= ο ρο­κα­νί­ζων, η πέ­στρο­φα, ο τρώ­γων. Στην Ο­δύσ­σεια πα­ρο­μοιά­ζο­νται οι Φοί­νι­κες έ­μπο­ροι, που ση­μαί­νει αι­σχρο­κερ­δείς, ά­πλη­στοι) και άλ­λα.
Λα­νό: (ο) λα­νός, (Κα­λα­βρί­α: Βου­νί, Γκα­λι­τσα­νό), Μπό­βα, Χω­ρί­ον του Ρο­χου­δί­ου), α­πό το αρ­χαί­ο ου­σια­στι­κό λα­νός, δω­ρι­κός τύ­πος λη­νός, Ση­μαί­νει λη­νός, πα­τη­τή­ρι, ό­που πα­τούν τα στα­φύ­λια να κά­νουν μού­στο.
Στο Σα­λέ­ντο έ­χου­με:
Λά­χρι: (το) βλά­χριον, Α­που­λί­α λά­χρη, α­λά­χρη Κα­λη­μέ­ρα. Υ­πο­κο­ρι­στι­κό του αρ­χαί­ου ου­σια­στι­κού βλά­χρον, δω­ρι­κού τύ­που του ου­σια­στι­κού βλή­χρον Σχολ. Θε­ο­κρ. Ι­Ι­Ι, 14. Το φυ­τό φτέ­ρα. Γνω­μι­κό: Ι­τσεί που εν ι­στάdζει τα’ ά­λα­τρο, ιggαίν-νει το λά­χρι = ε­κεί που δεν φτά­νει το ά­ρο­τρο, φυ­τρώ­νει η φτέ­ρη (στο α­καλ­λιέρ­γη­το έ­δα­φος φυ­τρώ­νουν τα α­γριό­χορ­τα), ά­ρα­το (α­νόρ­γω­τος) και άλ­λα πολ­λά.
Άλ­λες λέ­ξεις που έ­χουν ε­πι­ση­μά­νει ο Rohlfs, ο Κου­κου­λές και άλ­λοι με­λε­τη­τές εί­ναι:
Arkli (=κι­βώ­τιο),
Bumbulu (=βομ­βυ­λιόν =βομ­βύ­λη = εί­δος λα­γή­νας, στά­μνας με δύ­ο λα­βές),
Gavanu (=κά­βε­νον=ξύ­λι­νο πι­νά­κιο),
Kutruvi ή kutrubbi (=κου­τρού­βιον = πή­λι­νον ή γυά­λι­νο δο­χεί­ο)
Mistra (=μύ­στρα των αρ­χαί­ων, μυ­στρί­ον των Βυ­ζα­ντι­νών και μύ­σκιαν των ση­με­ρι­νών Τσα­κώ­νων),
Takari (=τα­γά­ριον),
Karteddi (=καρ­τά­λιον=κο­φί­νι),
Stari (=ι­στά­ριον, =δο­κός = το στη­μό­νι που ή­ταν προ­σαρ­μο­σμέ­νο στην δο­κό του αρ­γα­λειού),
Civerti (=κύ­βερ­τον των Αρ­χαί­ων, το κυ­βέρ­τιον των Βυ­ζα­ντι­νών, η κυ­ψέ­λη)
Tsiringulu (=ξυ­ρέμ­βου­λον, τζυ­ρέμ­βο­λον, ξυ­ρορ­ρύ­α­κας),
Alanuri (=α­λα­νού­ρι=ο πλά­στης α­πό το ρή­μα alano=ε­λαύ­νω ή λά­μνω),
Στό­μα (=στό­μνιον=το στό­μη­μα=ο λαι­μός)
ο πέ­λε­κυς (=το τσε­κού­ρι), ο λέ­βη­τας και άλ­λες.
Μακ-κών-νω: μα­κώ­νω, μακ-κώ­νονdα, μακ-κώ­σο­ντα, μακ-κω­μέ­νο-η-ο. Α­πό το αρ­χαί­ο ου­σια­στι­κό μά­κων, δω­ρι­κός τύ­πος του ου­σια­στι­κού μή­κων. Η λέ­ξη με τον τύ­πο μα­κώ­νω χρη­σι­μο­ποιεί­ται και στη Μά­νη. Ση­μαί­νει: α) Κοι­μού­μαι βα­θειά, δί­νω στα παι­διά ό­πιον να κοι­μη­θούν. Β) Κα­τα­κα­θί­ζω κά­τι, κά­νω α­κί­νη­το, π.χ.: Ο ήλgιος έ­κα­με σπαί­ρα, εβ-βρά­δυμ, bά­μεν γκαι μακ-κών-νο­με (ο ή­λιος έ­ρι­ξε τις τε­λευ­ταί­ες α­κτί­νες, εί­ναι βρά­δυ, θα πά­με και θα κοι­μη­θού­με βα­θειά (θα ξε­ρα­θού­με), (σπαί­ρα= σφαί­ρα = έ­γι­νε στρογ­γυ­λός κα­τά την ώ­ρα της δύ­σης).
Λέ­ξεις της κα­θη­με­ρι­νής ο­μι­λί­ας α­πό την Στερ­να­τί­α εί­ναι:
Κί­στις (=κι­βώ­τιο=κα­λά­θι, που μέ­σα με­τέ­φε­ραν τα προι­κιά, κι­στά­ρης, ο με­τα­φο­ρέ­ας αυ­τού του κα­λα­θιού, ο συ­μπέ­θε­ρος),
Ά­μπω­σε (=σπρώ­ξε)
Ζού­λη­ξον (=πί­ε­σε),
Ώ­δε (=ε­δώ),
Δεύ­τε,
Καλ­λού­ντια (ω­ραί­α πράγ­μα­τα),
Α­σιά­τι [=κα­πέλ­λο, κα­τά τον Λα­μπί­κη προ­έρ­χε­ται α­πό την λέ­ξη ά­σιον (=ί­σκιος)],
Α­λυ­χτά­ει (=γα­βγί­ζει),
Τορ­μό­νι (=τέρ­μο­νας),
Α­λά­νω (=ε­λαύ­νω),
Κρά­τη­σο και κρά­η­σο (=κρά­τη­σον, προ­στα­κτι­κή),
Ε­σπέ­ρα,
Ή­μι­σο-νύτ­τα (=με­σά­νυ­χτα)
Αμ­μά­τια (=ομ­μά­τια),
Κο­ρά­σι, κο­ρασ­σά­ϊ (= κο­ρί­τσι),
Φθεί­ρα (=ψεί­ρα) και άλ­λες.
Φρά­σεις ό­πως:
“Α­λάdζου­νε τα βοί­δια να πά­νε ν’ α­λα­τρέ­τσου­νε” (=ο­δη­γώ τα βό­δια να πά­νε να ορ­γώ­σουν), α­πό το Κο­ρι­λιά­νο
Η­πήρ­τε ν’ α­λά­σει τα πρό­βα­τα” (=πή­γε να ο­δη­γή­σει στη βο­σκή τα πρό­βα­τα),
Spι­θί­α (=σπα­θί­ος, σπον­δή, σπεύ­δω=γρή­γο­ρα),
χω­ρώ (=θω­ρώ) και άλ­λες.
Με­ρι­κές λέ­ξεις ε­πί­σης που δια­τη­ρή­θη­καν α­πό την αρ­χαιό­τη­τα μέ­χρι σή­με­ρα στη γλώσ­σα μας, στην Κα­λα­βρί­α χρη­σι­μο­ποιού­νται με την έν­νοια ή τη σύ­ντα­ξη της αρ­χαί­ας, κά­πο­τε της Ο­μη­ρι­κής γλώσ­σας, ό­πως π.χ.
Το γέ­νος πρβλ. Ι­λιά­δας Ζ΄, 209: “Μη­δέ γέ­νος πα­τέ­ρων αι­σχύ­νη­με­νεν”.
Το θέ­μα δεν ε­ξα­ντλεί­ται στα στε­νά ό­ρια ε­νός άρ­θρου. Πριν πε­νή­ντα χρό­νια, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι –και σε με­ρι­κά χω­ριά ό­λοι- μι­λού­σαν τη διά­λε­κτο Grico και Grecanico και με­ρι­κοί δεν ή­ξε­ραν κα­μί­α άλ­λη γλώσ­σα δηλ. ού­τε Ι­τα­λι­κά, ού­τε Κα­λα­βρέ­ζι­κα ή Σα­λε­ντί­νι­κα α­ντι­στοί­χως. Για­τί σ’ αυ­τά τα μέ­ρη, ό­πως εί­πα­με, ο­μι­λεί­ται σή­με­ρα ε­κτός της ε­πί­ση­μης Ι­τα­λι­κής, έ­να γλωσ­σι­κό ι­δί­ω­μα νε­ο­λα­τι­νι­κό.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εί­ναι το ε­ξής α­νέκ­δο­το. Ό­ταν ο κα­θη­γη­τής Στ. Κα­ρα­τζάς, πριν 70 χρό­νια, ε­πι­σκέ­φθη­κε αυ­τά τα μέ­ρη τους ρώ­τη­σε:
– “Κα­λά, ποια γλώσ­σα μι­λά­τε, ό­ταν πη­γαί­νε­τε στο Lecce;”
– “Εί­ναι α­πλό, πο­τέ δεν πά­με στο Lecce”, α­πά­ντη­σαν ε­κεί­νοι2.
Ο Μου­σο­λί­νι και ο Φα­σι­σμός α­νέ­κο­ψαν με σει­ρά α­πα­γο­ρεύ­σε­ων την εκ­μά­θη­ση της Ελ­λη­νι­κής και οι κά­τοι­κοι των χω­ριών αυ­τών, πιε­ζό­με­νοι και α­πό άλ­λους πα­ρά­γο­ντες, έ­παυ­σαν να μι­λούν τη γλώσ­σα των πα­τέ­ρων τους. Οι αρ­χές έ­διω­ξαν και τον G. Rohlfs κα­τά την πρώ­τη του ε­πί­σκε­ψη στην Ι­τα­λί­α, κά­πο­τε το 1924, και χρειά­στη­κε ει­δι­κή ά­δεια για να ξα­να­γυ­ρί­σει ε­κεί και να με­λε­τή­σει τις δια­λέ­κτους των μειο­νο­τή­των του Νό­του.
Δεν ή­ταν μό­νον ο Μου­σο­λί­νι που ε­μπό­δι­σε τη δια­τή­ρη­ση της Ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, ό­πως και κά­θε άλ­λης μη Ι­τα­λι­κής γλώσ­σας, αλ­λά ο ή­δη εμ­φα­νι­ζό­με­νος νε­ο­α­στι­σμός. Το Griko θε­ω­ρεί­το ως η κατ’ ε­ξο­χή γλώσ­σα των πτω­χών, των βο­σκών, των γε­ωρ­γών ή των α­γραμ­μά­των και ό­σοι “νό­μι­ζαν” ό­τι έ­γι­ναν πλού­σιοι ή μορ­φώ­θη­καν, δεν τη μι­λού­σαν για να μη τους θε­ω­ρή­σουν οι άλ­λοι κα­θυ­στε­ρη­μέ­νους και τους “κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σουν”.
Τέ­λος ση­μειώ­νω ό­τι η σύ­ντα­ξη, οι λέ­ξεις και προ πά­ντων οι ή­χοι και τα δι­πλά γράμ­μα­τα ψ, ζ, ξ, δια­φέ­ρουν α­πό χω­ριό σε χω­ριό της ί­διας πε­ριο­χής.
Γ. Γλώσσα και ποιητική παράδοση
“Benvenuti, Wellcome, Benvenue. Κα­λώς ήρ­τα­τε (ε­πι­γρα­φή στην εί­σο­δο τα­βέρ­νας στην Sternatia).
“Σε ό­τι α­φο­ρά τη γλώσ­σα, α­πό τις μα­κρό­χρο­νες γλωσ­σο­λο­γι­κές έ­ρευ­νες του Γερ­μα­νού κα­θη­γη­τή Gerhard Rohlfs (1892-1986), αλ­λά και του θε­με­λιω­τή της γλωσ­σο­λο­γί­ας στην Ελ­λά­δα Γε­ωρ­γί­ου Χα­τζη­δά­κι (1848-1941), που προ­η­γή­θη­κε, κα­θώς και άλ­λων γλωσ­σο­λό­γων που α­κο­λού­θη­σαν, α­πο­δεί­χθη­κε ό­τι οι ρί­ζες των Ελ­λη­νό­φω­νων δια­λέ­κτων της Κα­λα­βρί­ας και της Α­που­λί­ας φθά­νουν βα­θιά στους αιώ­νες και α­πο­τε­λούν συ­νέ­χεια της δω­ρι­κής δια­λέ­κτου, που εί­χε κυ­ρί­ως ε­πι­κρα­τή­σει στην Με­γά­λη Ελ­λά­δα κα­τά την αρ­χαιό­τη­τα, ε­πι­βιώ­νο­ντας μέ­χρι τις μέ­ρες μας με την α­διά­κο­πη προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση. Ό­μως και η ποί­η­ση, ό­πως και η μου­σι­κή, εί­ναι ε­ξί­σου βα­θιά ρι­ζω­μέ­νη στην πο­λι­τι­στι­κή πα­ρά­δο­ση των Ελ­λη­νό­φω­νων της Κά­τω Ι­τα­λί­ας. Α­πό τα μέ­σα του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, ο λό­γιος και ποι­η­τής Vito Domenico Palumbo, α­πό την Κα­λη­μέ­ρα της Α­που­λί­ας, κα­τέ­γρα­ψε α­νώ­νυ­μα ποι­ή­μα­τα και τρα­γού­δια που δια­σώ­θη­καν α­πό γε­νιά σε γε­νιά στους γε­ρο­ντό­τε­ρους της πε­ριο­χής, ε­νώ το έρ­γο του συ­νέ­χι­σαν άλ­λοι Κα­λη­με­ρέ­ζοι ποι­η­τές. Αλ­λά και στην Κα­λα­βρί­α, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί η λα­ο­γρά­φος κ. Αν­ζέλ Με­ρια­νού, α­πό τις αρ­χές του προ­η­γού­με­νου αιώ­να, ο Άγ­γλος Eustace Chestwood John και ο Γερ­μα­νός Karl Witte κα­τέ­γρα­ψαν πα­ρα­δο­σια­κά Ελ­λη­νό­φω­να ποι­ή­μα­τα και τρα­γού­δια, ε­νώ ο Ι­τα­λός Cesare Lamproso ε­ντυ­πω­σιά­σθη­κε α­πό την έ­ντο­νη τά­ση των Ελ­λη­νο­φώ­νων Κα­λα­βρέ­ζων προς την ποί­η­ση και το τρα­γού­δι. Η ί­δια κλί­ση προς την ποι­η­τι­κή έκ­φρα­ση του λό­γου πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα σύμ­φυ­τη στην ι­διο­συ­γκρα­σί­α των Ελ­λη­νό­φω­νων της Κά­τω Ι­τα­λί­ας. Εί­ναι πράγ­μα­τι ε­ντυ­πω­σια­κό το εύ­ρος της ποί­η­σης στις δύ­ο Ελ­λη­νό­φω­νες ζώ­νες σε σχέ­ση με τον Ελ­λη­νό­φω­νο πλη­θυ­σμό που έ­χει α­πο­μεί­νει. Και να λη­φθεί υ­πό­ψη ό­τι η προ­φο­ρι­κή ποί­η­ση σώ­ζε­ται μό­νον, και γί­νε­ται γνω­στή, αν κά­ποιος μα­γνη­το­φω­νή­σει τους ποι­η­τές ή τις ποι­ή­τριες ό­ταν α­παγ­γέλ­λουν τα ποι­ή­μα­τά τους ή αν τα υ­πα­γο­ρεύ­σουν. Οι λό­γιοι και οι λα­ϊ­κοί ποι­η­τές εί­ναι τό­σοι πολ­λοί που αν συ­νυ­πο­λο­γι­σθούν και αυ­τοί που γρά­φουν στα ι­τα­λι­κά ε­πει­δή δεν γνω­ρί­ζουν με ε­πάρ­κεια τις δια­λέ­κτους, θα μπο­ρού­σε να γί­νει λό­γος χω­ρίς υ­περ­βο­λή για λα­ό των ποι­η­τών. Η έ­ντε­χνη ποί­η­ση εί­ναι α­ξιο­θαύ­μα­στη για το υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο τέ­χνης του λό­γου, ε­νώ η λα­ϊ­κή ποί­η­ση, χω­ρίς να στε­ρεί­ται αι­σθη­τι­κής ποιό­τη­τας, πα­ρου­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­στο­ρι­κό και λα­ο­γρα­φι­κό εν­δια­φέ­ρον, κα­θώς και γε­νι­κό­τε­ρα α­πό ά­πο­ψη κοι­νω­νι­κής αν­θρω­πο­λο­γί­ας”3.
Ας α­να­φέ­ρου­με τα λό­για του με­γά­λου Κα­λη­με­ρέ­ζου, του λο­γί­ου Ελ­λη­νο­φώ­νου Vito Domenico Palumbo, που γνώ­ρι­ζε και τη νέ­α Ελ­λη­νι­κή. Ε­κα­τό α­κρι­βώς χρό­νια πριν, σε μια ο­μι­λί­α του στον Παρ­νασ­σό, ό­ταν εί­χε προ­σπα­θή­σει να με­τα­φρά­σει “Ελ­λη­νο­σα­λε­ντια­νή ποί­η­ση”, που την χρεια­ζό­ταν για την α­παγ­γε­λί­α των ποι­η­μά­των, εί­πε:
“Βε­βαί­ως εις την δη­μώ­δη Ελ­λη­νο­σα­λε­ντια­νήν ποί­η­σιν δεν ευ­ρί­σκε­ται το πά­θος το σφο­δρόν, ό­περ πα­ρα­τη­ρεί­ται εις την δη­μώ­δη Ελ­λη­νι­κήν και το ο­ποί­ον α­πο­τε­λεί τον κύ­ριον αυ­τής χα­ρα­κτή­ρα και πα­ρέ­χει αυ­τή τα πρω­τεί­α με­τα­ξύ πα­σών και ε­ξό­χων δη­μω­δών ποι­ή­σε­ων. Αλ­λά τού­το δεν εί­ναι α­πο­ρί­ας ά­ξιον. Παν φυ­τόν, με­τα­φε­ρό­με­νον ε­κτός του πα­τρώ­ου ε­δά­φους, χά­νει κά­τι τι εκ της ου­σί­ας και του χα­ρα­κτή­ρος του και α­πο­κτά εις α­ντάλ­λαγ­μα ε­τέ­ρου, ι­διό­τη­τα συμ­μορ­φού­με­νον με το νέ­ο κλί­μα. Ού­τω και η η­με­τέ­ρα ποί­η­σις, αν έ­χα­σε την δύ­να­μιν του Ελ­λη­νι­κούή­θους, α­πέ­κτη­σεν ό­μως μέ­ρος της α­βρό­τη­τος, της χά­ρι­τος και της δρο­σε­ρό­τη­τας, αί­τι­νες χα­ρα­κτη­ρί­ζου­σι το νε­ώ­τε­ρον η­δύ ι­τα­λι­κόν ύ­φος “il dolce stil novo”, ό­πως ο­νο­μά­σθη.
Θα μου ή­το εύ­κο­λος η α­πό­δει­ξις του πράγ­μα­τος, ε­άν δυ­στυ­χώς δεν συ­νέ­βαι­νε με τα με­τα­φρα­ζό­με­να ά­σμα­τα ό,τι και με με­ρι­κάς χρυ­σο­πτέ­ρους και ποι­κι­λο­χρό­ους χρυ­σα­λί­δας, αί­τι­νες, και αν μό­λις τας θί­ξης, χά­νουν ό­λην την προ­τέ­ραν ζω­η­ρό­τη­τα, ό­λην την στιλ­πνό­τη­τα των λα­μπρών χρω­μά­των και α­ντί ω­ραί­ας χρυ­σα­λί­δος, ευ­ρί­σκεις εις τας χεί­ρας σου ά­σχη­μον έ­ντο­μον”.
“Ε­κτός της γλώσ­σας, έ­να άλ­λο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό που α­ξί­ζει με­λέ­της εί­ναι η γλυ­κειά και νο­σταλ­γι­κή μου­σι­κή τους. Φαί­νε­ται α­πλή, αρ­μο­νι­κή μα και τό­σο ευαί­σθη­τη. Οι ή­χοι της σε γα­λη­νεύ­ουν, σε χα­ρο­ποιούν και οι ε­πα­να­στα­τι­κά χαρ­μό­συ­νοι της Τα­ρα­ντέλ­λας σε εν­θου­σιά­ζουν μέ­χρι πα­ρα­λη­ρή­μα­τος ή πα­ρο­ξυ­σμού. Γε­νι­κώς, ο ρυθ­μός των τρα­γου­διών εί­ναι τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές ευ­γε­νι­κά γρή­γο­ρος και ε­ορ­τα­στι­κός μέ­χρι με­λω­δι­κά αρ­γός και κα­τα­νυ­κτι­κός. Φθά­νει στο αυ­τί ως α­πό­η­χος α­πό το πα­ρελ­θόν χω­ρίς μ’ αυ­τό να υ­πάρ­χει ού­τε ί­χνος πι­κρί­ας. Ξε­ση­κώ­νει τις αν­θρώ­πι­νες καρ­διές και προ­κα­λεί αι­σθή­μα­τα σύμ­μει­κτα. Ευ­πρέ­πεια, χα­ρά, ευ­γέ­νεια, ε­πι­θυ­μί­α, α­νη­συ­χί­α, εκ­φρα­σμέ­να με ή­χους: Στο ά­κου­σμά της γί­νε­ται αι­σθη­τή η προ­σμο­νή του ε­ρω­τευ­μέ­νου, η ε­πί­κλη­ση των στοι­χεί­ων της φύ­σης να συ­ντρο­φεύ­ουν την α­γα­πη­μέ­νη, η λα­χτά­ρα του να βρε­θεί “κο­ντά” της, (=ειζ­μί­α), και η α­γω­νί­α του μή­πως αρ­νη­θεί τον έ­ρω­τά του.
Η γλώσ­σα τους δια­σώ­θη­κε προ­φο­ρι­κή και αυ­τό ε­ξη­γεί την ποί­η­ση. Τους τε­λευ­ταί­ους αιώ­νες γρά­φε­ται με λα­τι­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες. Έ­χει ό­μως γραμ­μα­τι­κούς κα­νό­νες, χρό­νους, κλί­σεις και δι­κή της σύ­ντα­ξη.
Οι Ελ­λη­νό­φω­νοι και των δύ­ο πε­ριο­χών της Κα­λα­βρί­ας και της Α­που­λί­ας έ­χουν πα­ρα­μύ­θια, μύ­θους, ι­στο­ρί­ες, α­φη­γή­μα­τα, ως γνή­σιοι Έλ­λη­νες που εί­ναι, αλ­λά στο τρα­γού­δι ξε­χω­ρί­ζουν και με­γα­λουρ­γούν. Εί­ναι ε­πι­κοί χω­ρίς κα­θό­λου να τους λεί­πει ο λυ­ρι­σμός. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι εί­ναι ποι­η­τές και μου­σι­κο­συν­θέ­τες. Χρη­σι­μο­ποιούν τον δί­αυ­λο και τον ά­σκαυ­λο και σή­με­ρα την κι­θά­ρα”4.
Πα­ρα­πο­μπές
1. Ει­σή­γη­ση Ανζέλ Με­ρια­νού: “Οι Γκρε­κά­νοι και η Γραμ­μα­τι­κή τους”, Πρα­κτι­κά 3ου Διε­θνούς Συ­νε­δρί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κής δια­λε­κτο­λο­γί­ας, Κά­λυ­μνος 20-23 0κτω­βρί­ου 1998.
2. Τους γύ­ρω λα­ούς ο­νο­μά­ζουν Λα­τί­νους και πολ­λές φο­ρές εί­ναι α­ντα­γω­νι­στι­κοί με αυ­τούς: θέ­λω να σου μά­θω έ­να σο­νέ­το γκρί­κο να μη το φσέ­ρου­νε να μη το μά­θου­νε ε λα­τί­νοι.
3. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νό­φω­νη ποί­η­ση στην Κά­τω Ι­τα­λί­α, έκ­δο­ση Πα­νε­πι­στη­μί­ου Μα­κε­δο­νί­ας, πρό­λο­γος υ­πευ­θύ­νου της έκ­δο­σης κ. Δ. Κω­στό­που­λου.
4. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νό­φω­νη ποί­η­ση στην Κά­τω Ι­τα­λί­α, έκ­δο­ση του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Μα­κε­δο­νί­ας, ει­σα­γω­γή Βού­λας Λα­μπρο­πού­λου, α­πε­σταλ­μέ­νης α­πό το Ευ­ρω­πα­ϊ­κό Πα­νε­πι­στή­μιο στις ελ­λη­νό­φω­νες πε­ριο­χές της Κά­τω Ι­τα­λί­ας.
Βιβλιογραφία
1. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νό­φω­νη ποί­η­ση στην Κά­τω Ι­τα­λί­α, (La poesia elleno­fona contemporanea nell’ Italia del Sud) Commissione per la diffusiοne della lingua e cultura greca – Ε­πι­τρο­πή διά­δο­σης της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και πο­λι­τι­σμού, έκ­δο­ση Πα­νε­πι­στη­μί­ου Μα­κε­δο­νί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1997.
2. Αν­ζέλ Με­ρια­νού: “Οι Γκρε­κά­νοι και η Γραμ­μα­τεί­α τους”, Ελ­λη­νι­κή Δια­λε­κτο­λο­γι­κή Ε­ται­ρεί­α, Α­νά­τυ­πο: Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Δια­λε­κτο­λο­γί­α, Τό­μος Γ΄ Πρα­κτι­κά 3ου Διε­θνούς Συ­νε­δρί­ου Νε­ο­ελ­λη­νι­κής δια­λε­κτο­λο­γί­ας, Κά­λυ­μνος 20-23 Ο­κτω­βρί­ου 1998-Α­θή­να 2000. Εκ­δό­θη­καν α­πό το κέ­ντρο Συ­ντά­ξε­ως του Ι­στο­ρι­κού Λε­ξι­κού με δα­πά­νη της Α­κα­δη­μί­ας Α­θη­νών.
3. Rocco Aprile, Η Ελ­λά­δα του Σα­λέ­ντο, Ε­ναλ­λα­κτι­κές εκ­δό­σεις, 1996.
4. Φί­λιπ­πος Κο­ντέ­μι, Η Γκρε­κά­νι­κη Γραμ­μα­τι­κή, Η γλώσ­σα, η ζω­ή και η ψυ­χή των τε­λευ­ταί­ων ελ­λη­νό­φω­νων της Κα­λα­βρί­ας, έκ­δο­ση ΚΟΥ­ΜΕΛ­ΚΑ, 1997.
5. Τα ελ­λη­νό­φω­να Χω­ριά της Κά­τω Ι­τα­λί­ας, Η­με­ρο­λό­γιο 1999, εκ­δό­σεις Α­ντί­κτυ­πος.
6. Ε­φη­με­ρί­δα Λι­μπρέ­το, έκ­δο­ση της Λέ­σχης των Ελ­λή­νων που σπού­δα­σαν και έ­ζη­σαν στην Ι­τα­λί­α, τεύ­χη 0 και 2, έ­τη 1993-1994, άρ­θρα Νί­κου Πλυ­τά, Γιώρ­γου Πα­πα­γιαν­νό­που­λου.
7. Γκαλ­λι­τσα­νό, η α­κρό­πο­λη της Με­γά­λης Ελ­λά­δας”, εκ­δό­σεις Α­ντί­κτυ­πος, 2000.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*