Λησμονησμένες Ιστορίες, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 108

Ο βομβαρδισμός της Δρέσδης

Η μεγαλύτερη αεροπορική επίθεση στην ιστορία του πολέμου

Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από τη Ρήξη φ. 108

Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Βαλεντίνου, το 1945, ο πόλεμος στην Ευρώπη φαινόταν πως όδευε προς μια γρήγορη κατάληξη. Η γερμανική επίθεση στις Αρδένες είχε αποτύχει, με τη Βέρμαχτ να υποχωρεί σε όλο το μήκος του δυτικού μετώπου, ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα, έχοντας διαβεί τον παγωμένο Όντερ, καταλάμβαναν τη μια γερμανική πόλη μετά την άλλη, με κατεύθυνση το Βερολίνο. Στη Γιάλτα της Κριμαίας η διάσκεψη κορυφής είχε ολοκληρωθεί, με τους συμμάχους να έχουν κάνει τη μοιρασιά της μεταπολεμικής Ευρώπης. Όσο για τον πόλεμο στον αέρα, οι συμμαχικές στρατηγικές και τακτικές αεροπορικές δυνάμεις, έχοντας πλήρη υπεροχή, έπαιζαν, πλέον, χωρίς αντίπαλο. Όλες, ανεξαρτήτως, οι μεγάλες γερμανικές πόλεις, είχαν μεταμορφωθεί σε σωρούς ερειπίων, μετά τους πολλαπλούς βομβαρδισμούς που είχαν υποστεί.
Όλες, εκτός από μία. Η Δρέσδη, η πρωτεύουσα της Σαξονίας, παρέμενε παραδόξως άθικτη μετά από έξι χρόνια ολοκληρωτικού πολέμου και ουσιαστικά ανέμενε την άφιξη του ρωσικού στρατού, που βρισκόταν κάτι λιγότερο από 100 χλμ απόσταση. Η πόλη είχε απογυμνωθεί από την αντιαεροπορική της άμυνα, καθώς με την ειδική διαταγή του Χίτλερ, «Γνάιζεναου Φλακ», όλες οι πυροβολαρχίες των 88 και των 20 χιλ είχαν μεταφερθεί στο μέτωπο για αντιαρματική χρήση. Επίσης, ο πληθυσμός της Δρέσδης είχε διπλασιαστεί μέσα στους πρώτους δύο μήνες του ’45, διότι ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων από τις ανατολικές επαρχίες του Ράιχ είχε συρρεύσει εκεί μετά την κατάληψή τους από τους Σοβιετικούς. Έτσι, οι άνθρωποι που είχαν συγκεντρωθεί στην πόλη τη 13η Φεβρουαρίου του ’45 φαίνεται πως ήταν γύρω στο1.500.000, συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτούς τους πρόσφυγες, τους ξένους εργάτες, αλλά και τους αιχμαλώτους πολέμου από διάφορες συμμαχικές χώρες.
Παρ’ όλα αυτά και παρά το γεγονός ότι η Δρέσδη δεν αποτελούσε στρατηγικό βιομηχανικό στόχο, επιλέχθηκε για τη μεγαλύτερη αεροπορική επίθεση του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, μια αμφιλεγόμενη επίθεση, ο απόηχος για τη σκοπιμότητα και τη στρατιωτική ωφέλεια της οποίας ακόμα δεν έχει κοπάσει, σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά τη διεξαγωγή της. Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι η ΡΑΦ είχε φτάσει στη συγκεκριμένη φάση του πολέμου σε υψηλό επίπεδο καταστροφικής δυνατότητας σε ό,τι αφορούσε στον νυχτερινό βομβαρδισμό πόλεων (οι Αμερικανοί είχαν από νωρίς προσανατολιστεί αποκλειστικά στους ημερήσιους βομβαρδισμούς ακριβείας εναντίον στρατιωτικών στόχων) και στην περίπτωση της Δρέσδης η απουσία νέφωσης και αντιαεροπορικής άμυνας θα επέτρεπαν μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση πυρός εναντίον της ανυπεράσπιστης πόλης και του άτυχου πληθυσμού της.
Κεντρικό ρόλο στο σχέδιο καταστροφής της Δρέσδης αποτέλεσε η «καταιγίδα φωτιάς», ένα τερατώδες τεχνητό φαινόμενο που είχε επιτευχθεί στον βομβαρδισμό του Αμβούργου και του Κάσελ. Ενώ όμως στις πρώτες δύο πόλεις η καταιγίδα φωτιάς ήταν τυχαίο αποτέλεσμα του βομβαρδισμού, στην περίπτωση της Δρέσδης αποτελούσε εγγενές μέρος του σχεδίου επίθεσης. Έτσι, στις 10 το βράδυ της 13ης, 244 στρατηγικά βομβαρδιστικά τύπου Λάνκαστερ, φορτωμένα με ένα ιδιόμορφο μείγμα εκρηκτικών και εμπρηστικών βομβών (οι πρώτες για να καταστρέψουν τις στέγες και να κατεδαφίσουν τοίχους και οι δεύτερες για να κατακάψουν τα εκτεθειμένα κτίρια) προσέγγισαν την πόλη από τα ΒΔ και με σημείο στόχευσης το αθλητικό στάδιο του Φρίντριχσταντ έριξαν το φορτίο τους με προκαθορισμένη χρονοκαθυστέρηση και κατεύθυνση (διαφορετικές για κάθε σμήνος και συγκεκριμένο αεροσκάφος) ώστε να καλύψουν σε βάθος ολόκληρο τον τομέα επίθεσης, που δεν ήταν άλλος από την παλιά πόλη της Δρέσδης. Το αποτέλεσμα ήταν μια κόλαση φωτιάς.
Η μεγάλη ποσότητα εμπρηστικών βομβών προκάλεσε έναν τεράστιο αριθμό πυρκαγιών, που γρήγορα ενώθηκαν σε μια ενιαία πύρινη στήλη από φλόγες και καπνό, εκτεινόμενη χιλιόμετρα σε ύψος και χιλιάδες εκτάρια σε έκταση, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο ρεύμα αέρα στο κέντρο της. Με τη σειρά της, η χαμηλή πίεση στη βάση της στήλης ρουφούσε τον παρακείμενο ατμοσφαιρικό αέρα με ταχύτητες τριάντα φορές μεγαλύτερες από αυτές ενός συνηθισμένου τυφώνα. Ας λάβουμε υπόψη μας ότι η ταχύτητα του ανέμου ενός τυφώνα είναι αποτέλεσμα θερμοκρασιακών διαφορών 20-30 βαθμών Κελσίου. Στην περίπτωση της Δρέσδης, οι θερμοκρασιακή διαφορά κυμαινόταν στους 600-1000 βαθμούς Κελσίου, προκαλώντας πύρινους ανεμοστρόβιλους εκατοντάδων χλμ την ώρα, που ξερίζωναν δέντρα και εκσφενδόνιζαν στην κυριολεξία ανθρώπους, ζώα και αυτοκίνητα στο κέντρο της πυρκαγιάς. Και αυτό ήταν μόνο το πρώτο μέρος του σχεδίου επίθεσης. τρεις ώρες ακριβώς μετά την πρώτη επίθεση, ένας δεύτερος σχηματισμός 529 βαρέων βομβαρδιστικών, με τον ίδιο φόρτο μείγματος εκρηκτικών και εμπρηστικών βομβών, κατέφθασε για να ολοκληρώσει το «έργο». Οι Βρετανοί επιτέθηκαν ξανά στο κέντρο της πόλης, αυτή τη φορά με διπλό στόχο. Τα μισά βομβαρδιστικά θα έριχναν το φορτίο τους στον ήδη καιόμενο τομέα και τα υπόλοιπα στις πλευρές του τομέα για να διευρύνουν την επιφάνεια καταστροφής. Ο χρόνος της δεύτερης επίθεσης θα συνέπιπτε με τον αφανισμό όσων πολιτών ξεμύτιζαν από τα υπόγεια καταφύγια και με την εξουδετέρωση των ομάδων διάσωσης και πυρόσβεσης που είχαν καταφθάσει από τις γειτονικές πόλεις. Για μέρες μετά την καταστροφή θα έβρεχε ανθρώπινα μέλη, κλαδιά δέντρων, στάχτες και αποκαΐδια στην εξοχή γύρω από τη Δρέσδη, σε μια ακτίνα 25 χλμ. Όταν, τελικά, τα αποσπάσματα διάσωσης άνοιξαν τις πόρτες κάποιων καταφυγίων, δεν βρήκαν τίποτε άλλο πέρα από τα ρευστοποιημένα υπολείμματα των ενοίκων τους. Οι θερμοκρασίες ήταν τόσο υψηλές που ακόμη και τα μεταλλικά σκεύη είχαν λιώσει. Το τελικό χτύπημα στην πόλη θα δινόταν την επομένη, 14 Φεβρουαρίου στις 12 το μεσημέρι, και θα ήταν από τους Αμερικανούς. τετρακόσια πενήντα Β17 θα βομβάρδιζαν την περιοχή γύρω από τον κεντρικό σταθμό κατεδαφίζοντας ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Η καταστροφή της Δρέσδης είχε ολοκληρωθεί. Η τελική καταμέτρηση των θυμάτων της τριπλής επίθεσης θα έφτανε τις 135 χιλιάδες νεκρούς. Σημειωτέον ότι το σύνολο των Βρετανών νεκρών από βομβαρδισμούς, σε ολόκληρο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ξεπέρασε τις 50 χιλιάδες.
Ογδόντα χρόνια μετά, μεγάλος αριθμός ερωτημάτων παραμένουν ακόμη αναπάντητα, τουλάχιστον στη δημόσια συζήτηση για την πλέον αμφιλεγόμενη συμμαχική επιδρομή αυτού του πολέμου. Η κριτική κατά του βομβαρδισμού ξεκίνησε από αυτούς που τον είχαν εκτελέσει.Κάποια από τα πληρώματα που είχαν πάρει μέρος στην επίθεση παραπονέθηκαν ότι στην αρχική ενημέρωση αναφέρθηκε ως στόχος ένα εργοστάσιο δηλητηριώδους αερίου και κάποιο οπλοστάσιο, αλλά στην τελική επίθεση βομβαρδίστηκε η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της πόλης και στις αεροφωτογραφίες μετά τον βομβαρδισμό δεν γίνεται καν μνεία αυτών των υποτιθέμενων στόχων. Επίσης, η επιλογή της πόλης-στόχου και η άνευ προηγουμένου σφοδρότητα της επίθεσης στο τέλος του πολέμου έχουν προκαλέσει πολλά ερωτηματικά. Φαίνεται πως η απόφαση για τον μαζικό βομβαρδισμό της Δρέσδης πάρθηκε σε υψηλότατο επίπεδο και ήταν προσωπική επιλογή του ίδιου του Τσώρτσιλ, ο οποίος αργότερα θα προσπαθούσε να αποσείσει κάθε ευθύνη από το πρόσωπό του και να ρίξει το φταίξιμο στον υφιστάμενό του, αρχηγό της διοίκησης βομβαρδιστικών, Άρθουρ Χάρις. Η ιστορία όμως είναι άπιστη ερωμένη και παραδόξως, η στυγνή βρετανική γραφειοκρατία δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε καν στον πρωθυπουργό της χώρας. Δύο αλλεπάλληλα υπομνήματα του Τσώρτσιλ με αποδέκτη τη διοίκηση βομβαρδιστικών με ημερομηνίες πρωτοκόλλου 24 και 25/1/1945 και ένα προσωπικό τηλεφώνημα που αναφέρουν τη Δρέσδη ως στόχο επιλογής, καίνε, ανεπανόρθωτα τον Βρετανό πρωθυπουργό και δείχνουν τον ηθικό αυτουργό της πιο θανατηφόρας αεροπορικής επίθεσης στην ανθρώπινη ιστορία.

3 Σχόλια

  1. Πολύ καλό κείμενο που δείχνει ότι οι φονικότερες επιδρομές από αέρος στο Β!ΠΠ αλλά και στην Ιστορία δεν ήταν οι ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία….

  2. Ίσως να ήταν μια προειδοποιητική επίδειξη ισχύος με αποδέκτη τον Στάλιν. Όπως ήταν και ο επίσης εντελώς αχρείαστος πυρηνικός βομβαρδισμός της Ιαπωνίας λίγους μήνες μετά…

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*