του Θεόδωρου Σ. Μπατρακούλη από το Άρδην τ. 96, Μάρτιος-Μάιος 2014

Μ ε αφετηρία το 2003 εκτυλίχθηκαν στην Τουρκία διάφορα επεισόδια μιας διελκυστίνδας ανάμεσα στoν στρατό και τις παραδοσιακές κεμαλικές δυνάμεις αφενός και το κυβερνών, από τον Νοέμβριο του 2002 -θεωρούμενο «ήπιο ισλαμιστικό»- Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Αdalet ve Kalkιnma Partisi, ΑKP) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αφετέρου. H Toυρκία του 2013 ήταν σημαντικά διαφορετική από την Τουρκία της κρίσης του 2001-2002. Σε επίπεδο πολιτικής ζωής, τα τρία από τα τέσσερα κόμματα εξουσίας εκείνης της εποχής απαξιώθηκαν και ουσιαστικά εξαφανίσθηκαν, ενώ το τέταρτο ακόμα προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Σε επίπεδο οικονομίας, το ΑΚΡ και η κυβέρνηση Ερντογάν έκαναν την κοινωνία της χώρας σημαντικά πιο εύπορη. Το μέσο εισόδημα των κατοίκων της σχεδόν τριπλασιάστηκε. Αυτή η οικονομική μεγέθυνση συμβάδιζε με την ανάδυση μιας νέας επιχειρηματικής τάξης, που προέρχεται κυρίως από την Ανατολή και στηρίζει τις ισλαμικές αξίες του ΑΚΡ. Ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης αυτού του κόμματος, προκειμένου να αμφισβητήσει την πρωτοκαθεδρία της κωνσταντινουπολίτικης κοσμικής ελίτ. Ένας από τους πυλώνες αυτής της οικονομικής αύξησης υπήρξαν τα μεγάλα κατασκευαστικά έργα. Στην εσωτερική αντιπαράθεση φατριών της ελίτ στην Τουρκία, τα τελευταία χρόνια ο Ερντογάν είχε καταφέρει σοβαρότατα πλήγματα στο κεμαλικό στρατιωτικό-γραφειοκρατικό κατεστημένο. Εκτός των άλλων, αποδυνάμωσε πολιτικά τις ένοπλες δυνάμεις με μαζικές συλλήψεις, καταδίκες και αποστρατείες στρατηγών και άλλων αξιωματικών. Ήταν αναμφισβήτητο ότι, η πολιτική έκφραση του κεμαλισμού, είχε ηττηθεί εκλογικά και πολιτικά επανειλημμένως. Οι ηγέτες της δεν έχουν το πολιτικό χάρισμα, ούτε μπορούν να αντιτάξουν μία διαφορετική, αντίπαλη πολιτική ατζέντα σε εκείνη του Ερντογάν. Και από τα γεγονότα της πλατείας Ταξίμ ο κεμαλισμός φαινόταν να είναι μάλλον απών, ασχέτως αν επιχείρησε να δρέψει κάποια οφέλη. Αφετέρου, ο Ερντογάν δεν εγκατέλειψε τα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα. Επιδίωκε την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων, την ανάπτυξη μεγάλων ναυτικών μονάδων επιφανείας και, ασφαλώς, δύσκολα έκρυβε τις πυρηνικές επιδιώξεις της Τουρκίας.

Άλλον άξονα της πολιτικής του Ερντογάν αποτελούσε η προσπάθεια να μετατραπεί το κράτος, από κοσμικό, σε κράτος με ισλαμικά χαρακτηριστικά. Ήταν γνωστές η αντιπαράθεση για την υπόθεση της μαντίλας και οι στενές σχέσεις του Ερντογάν με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον έκπτωτο ιμάμη, το ονοματεπώνυμο του οποίου έφερε η οργάνωση που ήταν στα τουρκικά γνωστή συνήθως ως Φετουλάχ Γκιουλέν τζεμάατι ή Φετουλάχ Γκιουλέν χιζμετί. Επίσης, υπήρχαν από χρόνια οι καταγγελίες των πολιτικών αντιπάλων του ΑΚΡ και του Ερντογάν περί ενός εν εξελίξει μεγάλου σχεδίου επιβολής στην Τουρκία μιας μόνιμης κυριαρχίας των ισλαμιστών. Τελευταία ο Ερντογάν άρχισε να εφαρμόζει μια κοινωνική, ισλαμική ημερήσια διάταξη, με απαγορεύσεις που αφορούσαν τους ασπασμούς των νέων δημοσίως, τα αντισυλληπτικά, την κατανάλωση οινοπνεύματος, καθώς και με μια απαξίωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και επιβολή περιορισμών στη λειτουργία τους. Εξάλλου, αφιέρωσε την τρίτη γέφυρα, που ετοιμαζόταν να κατασκευαστεί στον Βόσπορο, στον σουλτάνο Σελίμ Α΄ (στον θρόνο το διάστημα 1512-1520), τον επιλεγόμενο Γιαβούζ (ο Σκληρός). Έτσι δυσαρεστούσε τους αλεβίτες, τους ομοϊδεάτες προγόνους των οποίων ο Σελίμ είχε βάναυσα καταδιώξει (νικώντας τον σάχη Ισμαήλ στη μάχη του Τσαλντιράν, τον Αύγουστο του 1514, και καταστέλλοντας τις κινητοποιήσεις των κιζιλμπάσηδων). Οι αλεβίτες ανήκουν στη σιιτική παράδοση και ζουν κυρίως στην κεντρική και ανατολική Μικρά Ασία. Οι αλεβί, εκτός των άλλων, δεν συμφωνούσαν στις επιδιώξεις αποκαθήλωσης του αλαουίτη Άσαντ στη Συρία. Όσο για τα δικαιώματα στους Κούρδους και την εκεχειρία, τα πρώτα παρέμεναν στα χαρτιά και η δεύτερη ήταν εύθραυστη.
Από τον Μάιο του 2013 είχαν εκδηλωθεί οι πρωτόγνωρες για τη χώρα διαδηλώσεις σε μεγάλες πόλεις, με αφετηρία διαμαρτυρίες ακτιβιστών στο πάρκο Γκεζί της πλατείας Ταξίμ. Μεγάλη πηγή ανησυχιών για το καθεστώς Ερντογάν συνιστούσαν οι εξελίξεις στη Συρία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε για την Άγκυρα μετά τις ισραηλινές επιθέσεις εναντίον δυνάμεων της Χεζμπολάχ στο συριακό έδαφος. Η λιβανική σιιτική οργάνωση είχε συμμαχήσει με τον Άσαντ. Αυτό ουσιαστικά καταδείκνυε τον δεσμό του καθεστώτος με εκείνο της Τεχεράνης. Οι Ισραηλινοί έσπευσαν να δηλώσουν παρουσία και έστειλαν μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Το χειρότερο όμως για την Τουρκία ήταν αυτή καθεαυτή η εξέλιξη του πολέμου. Στις αρχές Μαΐου του 2013 κατά τα φαινόμενα οι δυνάμεις του συριακού στρατού υπερίσχυαν σε σειρά συγκρούσεων και ωθούσαν τους αντάρτες σε υποχώρηση προς την Τουρκία, κάτι που δημιουργούσε εκρηκτικό περιβάλλον γι’ αυτήν. Τα γεγονότα των αρχών Μαΐου ήταν ενδεικτικά της μεγάλης περιπλοκής που απειλούσε την Τουρκία και αποτέλεσαν καταλύτη για τις διαδηλώσεις και την κοινωνική αναταραχή του καλοκαιριού του 2013. Ιδιαίτερα η εκκολαπτόμενη αυτονόμηση των παραμεθόριων με την Τουρκία κουρδικών περιοχών της Συρίας. Η Άγκυρα είχε δώσει πλήρη υποστήριξη στην αντιπολίτευση προς τον Ασαντ, στον Ελεύθερο Συριακό Στρατό αλλά και στην Αλ Νούσρα, «θυγατρική» της Αλ Κάιντα στη Συρία. Αποσκοπούσε στη συντριβή του Κόμματος της Δημοκρατικής Ένωσης, το ισχυρότερο κουρδικό κίνημα της Συρίας (αποκαλείται και «PKK της Συρίας»).

Εξάλλου, εκδηλώθηκε ανοιχτή αντίθεση του Ερντογάν με το κίνημα «Φετουλάχ Γκιουλέν». Η οργάνωση αυτή επωφελήθηκε από την οικονομική παγκοσμιοποίηση, σε μια προσπάθεια μετασχηματισμού των περιγραμμάτων της κοινωνικής ηγεμονίας στην Τουρκία. Παράλληλα εξελίχθηκε σε τεράστιο, παγκοσμίων διαστάσεων, δίκτυο εκπαιδευτικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων και κοινωνικών παροχών. Τους τελευταίους μήνες η κατάσταση στην Τουρκία δεν ήταν και η καλύτερη. Ο Ερντογάν εμφανιζόταν να βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Το αμερικανικό κράτος φερόταν να έχει κάνει μυστική συμφωνία με τον Γκιουλέν, που μέχρι πρόσφατα ήταν κόκκινο πανί για το αμερικανικό IRS λόγω της υψηλής φοροδιαφυγής που εντόπισαν οι αμερικανικές αρχές στα διάσπαρτα στην αμερικανική επικράτεια σχολεία του. Ο έγκλειστος και φρουρούμενος Γκιουλέν φερόταν ότι έδωσε πληροφορίες στις αμερικανικές αρχές (FBI, CIA& NSA) για το άλλοτε πνευματικό του τέκνο, τον Ερντογάν, ως αντάλλαγμα της πολλών εκατομμυρίων δολαρίων φοροδιαφυγής που είχαν εντοπίσει στις ΗΠΑ οι αρχές, στις επιχειρήσεις συμφερόντων Γκιουλέν. Ενδεικτικά ήταν τα αλλεπάλληλα αμερικανικά δημοσιεύματα γι’αυτόν και ιδιαίτερα για τις συνέπειες της ρήξης ανάμεσα στον Ερντογάν και στον Γκιουλέν στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

Οι τοπικές εκλογές της 30ής Μαρτίου έγιναν σε κλίμα έντασης και διχασμού σε αρκετές περιοχές. Λίγες μέρες νωρίτερα, η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να μπλοκάρει το YouTube μετά τη διαρροή για μια σύσκεψη, όπου ανώτατοι αξιωματούχοι συζήτησαν πιθανή στρατιωτική εισβολή στη Συρία. Είχε προηγηθεί απαγόρευση της πρόσβασης στο τουίτερ για να περιοριστούν διαρροές για την υπόθεση διαφθοράς στην οποία εμπλέκονταν κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ακόμα και ο γιος του πρωθυπουργού. Την ημέρα των εκλογών, σε βίαια επεισόδια σημειώθηκαν οκτώ θάνατοι. Αναφέρθηκαν έξι νεκροί και τέσσερις τραυματισμοί στο χωριό Γιουβατζίκ της επαρχίας Σανλίουρφα. Στο Χατάυ συγκρούστηκαν αντίπαλες οικογένειες που υποστήριζαν αντίστοιχους υποψηφίους, με δύο νεκρούς και εννέα τραυματίες. Το Χατάι (γνωστό και ως σαντζάκι της Αλεξανδρέττας) είναι περιοχή όπου κατοικούν σημαντικοί αριθμητικά αραβικοί πληθυσμοί και παραμεθόρια με τη Συρία. Περίπου 50 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν δικαίωμα ψήφου. Ως τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Μαρτίου, είχαν αναφερθεί 1.418 καταγγελίες για εκλογική νοθεία. Διακοπές ρεύματος κατά την καταμέτρηση σε πολλές επαρχίες (σαράντα μία πόλεις), και η ανακοίνωση διαφορετικών αποτελεσμάτων από πρακτορεία ειδήσεων, προκάλεσαν νέα διαμάχη. Κατατέθηκαν αρκετές ενστάσεις, με αποτέλεσμα να γίνει νέα καταμέτρηση σε αρκετές πόλεις.

Τo κυβερνών κόμμα του Ερντογάν εμφανιζόταν ότι πέτυχε ακόμα μια σημαντική νίκη. Το ισλαμικό κόμμα κέρδιζε τον έλεγχο 50 δήμων σε έδρες νομών (ιλ μερκέζ) και 550 δήμους σε έδρες επαρχιών (ίλτσε). Τα δύο βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης υπολείπονταν σημαντικά και σε ποσοστό ψήφων και σε δήμους που κέρδιζαν. To Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Kόμμα (Cumhuriyet Halk Partisi, CHP) του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου κέρδιζε 13 δήμους σε έδρες νομών και 160 δήμους σε έδρες επαρχιών. Το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Μiliyetçi Ηareket Partisi) του Μπαχτσελί κέρδιζε 8 δήμους σε έδρες νομών και 107 δήμους σε έδρες επαρχιών (ilçe). Το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (Βarış ve Demokrasi Partisi) – που απηχεί τις θέσεις του εθνικού κουρδικού κινήματος – κέρδιζε 9 δήμους σε έδρες νομών και 67 δήμους σε έδρες επαρχιών. Το κουρδικό κόμμα κέρδιζε σχετική πλειοψηφία στους νομούς Ντιγιαρμπακίρ, Τούντζελι, Μπατμάν, Μπιτλίς, Σιίρτ, Βαν, Σιρνάκ. Το νεοσύστατο, αριστερής κατεύθυνσης κόμμα, το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών, είχε συμμαχήσει με το Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας. Από μια πρώτη ανάγνωση των επίσημων αποτελεσμάτων, φαινόταν ότι ο Ερντογάν και το κόμμα του άντεχαν στην ποικιλότροπη αντιπαράθεση. Το ΑΚΡ πέτυχε πρωτιά ξεπερνώντας το 45% στο σύνολο της επικράτειας. Αμφίρροπη ήταν η μάχη στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα, όπου τελικά επικράτησαν στο νήμα οι υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος. Στη Σμύρνη εκλέχθηκε ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης (CHP). Οι εκλογές αυτές και τα αποτελέσματα ήταν σημαντικός σταθμός στις εξελίξεις στην Τουρκία, αφού ετοιμάζονται για τις εκλογές Προέδρου της Δημοκρατίας του Αυγούστου 2014, τις πρώτες μετά τη συνταγματική αναθεώρηση, με απευθείας εκλογή από τους πολίτες και με ενισχυμένες τις προεδρικές εξουσίες. Αλλά, η διελκυστίνδα στην Τουρκία είναι μια σύνθετη, πολυπαραγοντική εξίσωση.

Και είναι άδηλο ποιες εξελίξεις εγκυμονούν οι επόμενοι μήνες στην Τουρκία και στον διεθνή χώρο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek