του Απόστολου Γιαγιάννου, από το Άρδην τ. 92 Μάρτιος-Απρίλιος 2013

Στο ελληνικό θέατρο σκιών Έλληνες και Τούρκοι και άλλοι λαοί, καταδικασμένοι από την Ιστορία να ζουν στον ίδιο χώρο, μας φανέρωναν τις αλήθειες της τραγικής τους συμβίωσης. Και ανάμεσά τους η απερίγραπτη μορφή του κοινωνικά ανυπότακτου πρωταγωνιστή, ο Καραγκιόζης, ζούσε και αυτός μεταξύ της καλύβας και του σαραγιού, έτοιμος να δημιουργήσει ή να καταστρέψει, να δράσει ή να αντιδράσει ή… στην ανάγκη να αποδράσει. Ήταν ο σύνδεσμος του μύθου με την πραγματικότητα, ήταν το πρόσωπο που κρατούσε τον διάλογο μεταξύ των ηρώων και του κοινού και δεν έπαψε να διαλέγεται και να συνομιλεί με αυτό. Η καλύβα και το σαράι, σύμβολα ενός συμβατικού χωροχρόνου, βαλμένα αντίστοιχα στο αριστερό και δεξιό άκρο της φωτεινής σκηνής, πλαισίωναν τις φιγούρες και έκλειναν στο μεταξύ τους διάστημα τη δράση τους. Μια δράση κυριολεκτικά διονυσιακή, που αμέσως μετά το κουδούνισμα- σήμα εναρκτήριο της παράστασης – και με τα πρώτα τραγούδια που συνόδευαν την εμφάνιση των ηρώων στη σκηνή απλωνόταν σε ομόκεντρα πεδία γοητείας εμπρός και πίσω από τον μπερντέ για να κυριεύσει τις καρδιές, για να μεταφέρει τον νου σε έναν νοητό χώρο, πολυδιάστατο και διαχρονικό.

Ο Καραγκιόζης σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Άσχημος, καμπούρης, φαλακρός, χιλιομπαλωμένος και ξυπόλυτος, δεν σκέφτεται πώς θα κλέψει τον πασά αλλά πώς θα ξεγελάσει την εξουσία και πώς θα βρει τρόπους για να επιβιώσει αυτός και η οικογένειά του στις δύσκολες συνθήκες.

Κάποτε, προτού φύγει σε ένα ταξίδι, έδωσε εντολή στην Αγλαΐα να δίνει για πρωινό στα παιδιά βούτυρο και μαρμελάδα. Και στην απάντησή της ότι δεν έχουν βούτυρο και μαρμελάδα, αποκρίθηκε: «Δεν πειράζει, εσύ να τους δίνεις!». Δεν μπορούμε να διανοηθούμε τη φράση «στείλ’ τα να κλέψουν» ούτε καν «να ζητιανέψουν». Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους το περίφημο: «Θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε».

[…]

Στο πρόσφατο παρελθόν οι νεοέλληνες αστοί του Μεσοπολέμου εναντιώθηκαν με μένος στο δημοτικό και ρεμπέτικο τραγούδι, τη μεταβυζαντινή και λαϊκή εικονογραφία και σε καθετί το αληθινό και πηγαίο διέθετε ο λαϊκός πολιτισμός, γιατί αδυνατούσαν να διακρίνουν τις μνήμες και τις πληροφορίες συνεχείας που μετέφεραν από το μακρινό παρελθόν αυτού τού τόπου. Σήμερα (ωσάν η ιστορία της αυτοκαταστροφικής μανίας να επαναλαμβάνεται) υπάρχουν πολέμιοι του ελληνικού θεάτρου σκιών (κινούμενοι από καλπάζουσα νεωτερικότητα και τάσεις άκρατου εξευρωπαϊσμού ή ίσως από άγνοια) που χωρίς να το πολυσκέφτονται συμβάλλουν στη διάλυση και συντριβή κάποιων κρίκων της αλυσίδας που λέγεται κουλτούρα συνεχείας. Όταν αγνοείς και αρνείσαι το παρελθόν, όταν σβήνεις μέρος της ιστορίας σου, τότε υπονομεύεις άθελά σου το μέλλον. Τότε δίνεις το δικαίωμα σε κάποιους να ισχυριστούν τέρατα και σημεία για σένα και τη φάρα σου. Γιατί όχι, π.χ., να μη διατρανώσουν αυτοί ότι ο Αριστοφάνης ήταν σίγουρα ένας εξωγήινος που δεν άφησε καμία συνέχεια και καμία μνήμη σε αυτόν τον έρμο τόπο.

Το παρόν κείμενο επέχει θέση απάντησης στην αυθάδεια διαφόρων και ποικίλων υστερικών αφορισμών προς τον Καραγκιόζη, του τύπου «ο Καραγκιόζης είναι πορνογραφικό θέαμα», «ο Καραγκιόζης φέρει τα πιο απεχθή και χυδαία ελαττώματα που γέννησε η ανθρώπινη ψυχή», αφορισμών προς το θέατρο σκιών και κατ’ επέκταση προς και εναντίον του λαϊκού πολιτισμού από τον οποίον διδάχτηκε αλλά και μόχθησε να αναδείξει μέγα πλήθος διανοουμένων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών, Ελλήνων και ξένων.

Δυστυχώς σε αυτήν την εποχή ως τιμωρία απέναντι στην ύβριν φαίνεται να ισχύει μόνο η περιφρόνηση. Καθώς και ως μόνος τρόπος εξιλέωσης για τους μεταμεληθέντες υβριστές είναι η εκ μέρους τους ταπεινή και αβίαστη αίτηση για συγγνώμη, αποφεύγοντας έτσι το σχεδόν αδύνατο έργο της απάντησης στον Νίκο Εγγονόπουλο, στον Γιάννη Τσαρούχη, στον Γιώργο Σικελιώτη, στον Νίκο Χουλιαρά, στον Γιάννη Σκαρίμπα, στον Βασίλη Ρώτα, στον Μάνο Χατζιδάκι, στον Κάρολο Κουν, στον Γιώργο Λαζάνη, στον Γιώργο Αρμένη, στον Διονύση Σαββόπουλο, στον Ντάριο Φο, στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, στον Γιώργο Ιωάννου, στον Μενέλαο Λουντέμη, στον Ηλία Πετρόπουλο, στον Γιώργο Σκούρτη, στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, στον Κώστα Χατζηχρήστο, στον Βασίλη Αυλωνίτη, στον Βασίλη Λογοθετίδη, στον Θανάση Βέγγο και σε ολόκληρο το ελληνικό θέατρο και σινεμά καθώς και σε ένα πλήθος ερευνητών.

ΥΓ.: Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός. Πολλές φορές όταν έπεται κακόηχων θορύβων τους οποίους προκάλεσαν αυτοί που πρόκειται να σιωπήσουν, η σιωπή είναι ψευδάργυρος – κοινώς τενεκές.

Δημοσιεύθηκε στο Βήμα, στις 01 Αυγούστου 2010.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek