του Μουσταφά Σονμέζ
Πηγή: al-monitor.com 30 Μαρτίου 2020 Μετάφραση: Γιώργος Ρακκάς

Ενώ πολλές κυβερνήσεις έχουν επιλέξει τις άμεσες μεταφορές χρημάτων προκειμένου να καταπολεμήσουν το οικονομικό σοκ της πανδημίας, η Άγκυρα δεν έχει δώσει και πολλά, μιας και τα αποθέματά της έχουν εξαντληθεί από τη νομισματική κρίση που αντιμετώπισε το 2018. Η κοινωνία πιέζει την κυβέρνηση προκειμένου να βοηθήσει περισσότερο τις εύθραυστες μάζες της Τουρκίας, ενώ οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η χώρα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή για την αντιμετώπιση της πανδημίας που εξαπλώνεται με μεγάλη ταχύτητα.
Η ιδέα των «χρημάτων από το ελικόπτερο» –μαζικών μεταβιβάσεων μετρητών που είναι σαν να έρχονται λεφτά από τον ουρανό– αναδύθηκε ως ένα σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό μέτρο που υιοθετούν οι κυβερνήσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες από την πανδημία του COVID-19. Μια αρκετά ανορθόδοξη ιδέα, που άρχισε να κερδίζει έδαφος στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, και χάρισε στον Μπεν Μπέρνακι, επικεφαλής τότε της Αμερικάνικης Ομοσπονδιακής Τράπεζας, το ψευδώνυμο του «ελικοπτέρου Μπεν», καθώς ήταν από τους ένθερμους οπαδούς της.
Η επιδημία του κορονωϊού μείωσε την καταναλωτική ζήτηση σε όλες τις οικονομίες πυροδοτώντας έτσι ένα καθοδικό σπιράλ που απειλεί να συμπαρασύρει μαζί του από κοινού επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Πασχίζοντας να περιορίσουν τις ζημιές, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και άλλες κυβερνήσεις θα επιλέξουν να ρίξουν «λεφτά απ’ το ελικόπτερο» προς ενίσχυση των εργαζόμενων και των φτωχών. […]
Στην κρίση του 2008-2009 η υιοθέτηση των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων δικαιολογήθηκε μόνο για τη διάσωση των επιχειρήσεων. Παρ’ όλο που σήμερα συμβαίνει και αυτό, οι μεταφορές μετρητών σε κοινωνικές ομάδες χαμηλών εισοδημάτων έχουν πλέον καταστεί ένα ξεχωριστό εργαλείο με το οποίο οι κυβερνήσεις προσπαθούν να αναστήσουν την καταναλωτική ζήτηση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπόρις Τζόνσον, για παράδειγμα, έχουν δημιουργήσει μεγάλα ελλείμματα επιλέγοντας αυτήν την πολιτική. Το έλλειμμα του αμερικανικού προϋπολογισμού έφτασε στο 5,6% του ΑΕΠ την προηγούμενη χρονιά, ενώ φέτος ο Τραμπ φαίνεται διατεθειμένος να το ανεβάσει στο 10%. Σε άλλες μεγάλες οικονομίες, όπως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε για το 2019 μεταξύ του 1,5% και του 2,5%. Η Γερμανία, από την άλλη, είχε πλεόνασμα 1% αλλά η Μέρκελ συμφώνησε επίσης να προχωρήσει φέτος σε ελλείμματα.
Με λίγα λόγια, φαίνεται ότι υπάρχει μια συναίνεση στο ότι η κρίση της πανδημίας δεν μπορεί να χαλιναγωγηθεί με τις συνήθεις προσεγγίσεις της ελεύθερης αγοράς και ότι οι κρατικές παρεμβάσεις είναι αναγκαίες, ακόμα κι αν αυτό οδηγήσει σε δημοσιονομικά κενά, εκτυπώσεις χρημάτων ή ακόμα και την εθνικοποίηση μερικών επιχειρήσεων.
Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο πρωτοστατούν σε πολιτικές «χρημάτων από το ελικόπτερο». Το σχέδιο της Ουάσιγκτον προβλέπει άμεσες μεταφορές ύψους 1.200$ σε όλους τους Αμερικάνους ενήλικες που δηλώνουν εισοδήματα κάτω των 75.000$/έτος, ενώ η βρετανική κυβέρνηση υποσχέθηκε να πληρώσει το 80% των μισθών όσων δεν μπορούν να δουλέψουν, καλύπτοντας μισθούς μέχρι της τάξης των 2.500€/μήνα.
Στην Τουρκία, ωστόσο, οι ενέσεις ρευστότητας δεν είναι παρά ένα πολύ μικρό μέρος του πακέτου μέτρων τα οποία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανακοίνωσε στις 18 Μαρτίου. Το πακέτο –που ονομάζεται «ασπίδα οικονομικής σταθερότητας», και προβλέπει μέτρα 100 δισ. τουρκικών λιρών (15 δισ.$) περιέχει κυρίως αναβολές πληρωμών και φορολογικές περικοπές που απευθύνονται στις επιχειρήσεις.
Ένα από τα λίγα μέτρα κοινωνικής ευαισθησίας είναι η διεύρυνση του έκτακτου επιδόματος που δίνεται από το ταμείο ανεργίας, το οποίο δίνεται στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων που αναγκάστηκαν να κλείσουν προσωρινά. Για να αποκτήσει πρόσβαση κάποιος εργαζόμενος, αρχικά απαιτούνταν να έχει δουλέψει τουλάχιστον 600 ώρες κατά τα τρία τελευταία χρόνια, και το μόνο που έκανε η Άγκυρα ήταν να μειώσει το όριο στις 450 ώρες. Η κυβέρνηση, ωστόσο, δέχεται πιέσεις να άρει εντελώς τους περιορισμούς. Το πακέτο, επίσης, δεσμεύεται να αυξήσει τις κατώτατες συντάξεις των 1.258 λιρών (191$) στις 1.500 (228$) ένα μέτρο που μάλλον έχει διακοσμητικό ρόλο.
Το πακέτο μεταφέρει άλλα 2 δισεκατομμύρια λίρες (307 εκατομμύρια $) στα κυβερνητικά ιδρύματα κοινωνικής υποστήριξης και αλληλεγγύης, που παρέχουν διάφορες μορφές υποστήριξης σε όσους έχουν ανάγκη. Σαν συνέπεια οι μηνιαίες μεταβιβάσεις από την κυβέρνηση στα ιδρύματα αυτά θα αυξηθούν κατά 1/3 φτάνοντας τις 180 εκατομμύρια λίρες.
Ελάχιστοι φάνηκαν ικανοποιημένοι με τα μέτρα αυτά και οι ηγέτες της αντιπολίτευσης κλιμάκωσαν την κριτική τους στην κυβέρνηση. Η αξιωματική αντιπολίτευση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος απαίτησε μηνιαία επιδόματα τουλάχιστον 2.000 λιρών (304$) που θα πρέπει να μεταβιβαστούν στις οικογένειες που έχουν ανάγκη, μέχρι να περιοριστεί το ξέσπασμα της πανδημίας. Το Κόμμα του Μέλλοντος, του πρώην υπουργού εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, πρότεινε να υπάρξει ένας επιπλέον προϋπολογισμός 10 δισεκατ. λιρών (1,5 δισ.$) που θα χορηγηθεί στα ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας, και επιπλέον ένα επίδομα 1.752 λιρών (266$) το οποίο θα πρέπει να δοθεί στους 7,5 εκατομμύρια χαμηλόμισθους εργαζόμενους για τρεις μήνες, πράγμα που απαιτεί την εύρεση άλλων 40 δισεκατομμυρίων λιρών (6 δισ.$).
Η κριτική θεωρείται απίθανο να καταλαγιάσει καθώς το ξέσπασμα της πανδημίας απειλεί να εκτοξεύσει την ανεργία σε μια χώρα που ήδη πέρυσι είχε 4,5 εκατομμύρια ανέργους. Φοβούμενοι ότι θα καταλήξουν κι αυτοί στην ανεργία, πολλοί εργάτες δεν έχουν άλλη επιλογή πέραν του να αψηφήσουν τον κίνδυνο της πανδημίας και να συνεχίσουν να πηγαίνουν στις δουλειές τους, σε εργοστάσια, ορυχεία και εργοτάξια.
Ενώ οι πολιτικές κοινωνικής προστασίας θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, τους χαμηλόμισθους, τους άνεργους, και όσους φοβούνται ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, η απόπειρα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το ζήτημα με πενιχρά μέσα έχει να κάνει με την ευθραυστότητα της τουρκικής οικονομίας, η οποία μάλιστα έχει επιδεινωθεί περαιτέρω έπειτα από το ξέσπασμα της πανδημίας.
Οι ρυθμοί ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας έπεσαν κάτω από το 1% την προηγούμενη χρονιά εξαιτίας του σοκ από τη νομισματική κρίση του 2018, αν και αναμενόταν βαθύτερη ύφεση, η οποία αντιμετωπίστηκε με την απορρόφηση κεφαλαίων από την τουρκική κεντρική τράπεζα που στέγνωσαν τα αποθέματα της χώρας. Η κυβέρνηση ενεργοποίησε ακόμα και 43 δισ. λίρες (6,5 δισ.$) από τα αποθέματα ασφαλείας της κεντρικής τράπεζας, εκείνα που είναι αποθηκευμένα για έκτακτη ανάγκη. Ενώ τα έσοδα από τη φορολογία έπεφταν εξαιτίας της οικονομικής κάμψης, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός, που εκτοξεύθηκε κυρίως λόγω της επέμβασης της Τουρκίας στη Συρία, προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη πίεση στον γενικό προϋπολογισμό. Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών, η Τουρκία εισήλθε στο 2020 με μεγάλα ελλείμματα και χρέος.
Επιπλέον, οι κρατικές τράπεζες πολύ συχνά διοχέτευαν στην αγορά τα αποθέματά τους σε σκληρά νομίσματα, προκειμένου να υποστηρίξουν την κλυδωνιζόμενη λίρα και να συγκρατήσουν τις ισοτιμίες της. Οι παρεμβάσεις αυτές εξάντλησαν και τα 40 δισ.$ που η κεντρική τράπεζα κρατούσε ως αποθεματικό συνάλλαγμα.
Με λίγα λόγια, η τουρκική οικονομία ήταν πολύ αδύναμη και είχε εξαντλήσει τις δημοσιονομικές της δυνατότητες ήδη όταν ξέσπασε η πανδημία του κορωνοϊού, και αυτό εξηγεί απόλυτα το γιατί η κυβέρνηση ασκεί σφιχτή οικονομική πολιτική
Ωστόσο, η πίεση προς την κυβέρνηση της Άγκυρας συνεχίζεται. Με πολλές επιχειρήσεις να κλείνουν, διογκώνοντας τον στρατό των ανέργων, η κυβέρνηση δύσκολα θα αγνοήσει τις εκκλήσεις για κοινωνική στήριξη. Προκειμένου να ανταποκριθεί σε αυτές, η εκτύπωση καινούριου χρήματος θεωρείται αναπόφευκτη στο τέλος αυτής της διαδρομής, κάτι που θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο το χρηματοπιστωτικό προφίλ της Τουρκίας στα μάτια των ξένων επενδυτών…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek