Με αφορμή μια φωτογραφία από την Αρκαδία

Καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να «μένουμε σπίτι» λόγω κορονοϊού και πολλοί βρίσκουν την ευκαιρία να δουν τους παλιούς φακέλους, ο παλιός φίλος Μίμης Νταλιάνης μου έστειλε αυτήν την ξεθωριασμένη φωτογραφία.

Καθισμένοι πάνω στα «Κοτρώνια», 16 χρονών, με παντελόνια καμπάνα και σανδάλια. Γιατί στα Κοτρώνια; Γιατί για μας ήταν ένα ορόσημο. Τα κοτρώνια ήταν βράχια, που όταν ήμαστε μικροί μας και τα αντικρίζαμε καθημερινά, μας φαίνονταν θεόρατα και απρόσιτα. Ξεχώριζαν σαν κορυφή σε μία έκταση που απλώνονταν σε μια ράχη δίπλα από το χωρίο και το ρέμα Ψηλαφάς, που το οριοθετούσε. Η έκταση αυτή άνηκε στην κοινότητα και χρησιμοποιούταν σαν «κοινοτική βοσκή». Μπορούσε δηλαδή να βοσκήσει κάποιος για λίγο τα ζώα.

Σήμερα, που τα ζώα της κτηνοτροφίας είναι ελάχιστα, η έκταση αυτή έχει λογγώσει, η βλάστηση δηλαδή έχει πυκνώσει και είναι σχεδόν αδιαπέραστη. Τα Κοτρώνια δεν φαίνονται πλέον μέσα από τους ψηλούς θάμνους και τα δένδρα. Ούτε να φτάσεις σχεδόν δεν μπορείς αφού τα μονοπάτια γύρω από το χωριό έχουν κλείσει, καθώς δεκαετίες τώρα δεν περνάνε ζώα.

Το ίδιο έχει συμβεί σε όλες τις παλιές λιβαδικές εκτάσεις στην άλλη πλευρά του χωριού, στις επικλινείς περιοχές πάνω από τον Τροχό, τον παραπόταμο του Λάδωνα. Και αυτές ήταν κοινοτικές βοσκές. Εκεί παλιότερα βοσκούσαν τα ζώα που συντηρούσαν οι οικογένειες. Υπήρχε μάλιστα και ένα οργανωμένο αυτοδιαχειριζόμενο σύστημα. Όλες οι οικογένειες είχαν μία ή δύο γίδες, για το κατσίκι που θα έπαιρναν το  Πάσχα και για το γάλα. Για να βόσκουν υπήρχε η εξής οργάνωση: Όλες οι γίδες του χωριού βόσκονταν μαζί υπό την επίβλεψη ενός από τους φτωχούς του χωριού, οποίος έπαιρνε μια ετήσια αμοιβή ανά ζώο. Έπαιρνε το πρωί τα ζώα και τα γύριζε το βράδυ. Αυτά βέβαια δεν τα προλάβαμε, ίσχυαν μέχρι πριν το 1960. Μετά το χωριό άρχισε να εγκαταλείπεται και τα παλιά χωράφια έγιναν βοσκοτόπια.

Οι κοινοτικές βοσκές λόγγωσαν. Στην αρχή αναπτύχθηκαν τα σπάρτα που φυτρώνουν στα φτωχά εδάφη, καθώς είναι ψυχανθή και αζωτοδεσμευτικά φυτά. Μετά εισβάλουν τα πουρνάρια και άλλοι θάμνοι και στο τέλος μεγάλα δένδρα. Αυτό συμβαίνει στην κεντρική Πελοπόννησο. Στα χαμηλότερα υψόμετρα, στις περιοχές με φρύγανα, η διαδοχή είναι διαφορετική στα λιβάδια με τους ασφόδελους. Πρώτα πυκνώνουν οι αφάνες και μετά αναπτύσσονται οι σχίνοι και τα πουρνάρια. Στην Βόρεια Ελλάδα με παρόμοια διαδοχή, πρώτα βγαίνουν οι άρκευθοι, τα κέδρα, και στην συνέχεια ακολουθούν οι βελανιδιές.

Οι κοινοτικές βοσκές χάνονται και μαζί τους η κοινοτική παράδοση της κοινής χρήσης των λιβαδιών και των δημόσιων χώρων. Σήμερα πλέον με το κτηματολόγιο, οι κοινοτικοί χώροι που δασώνονται θεωρούνται σχεδόν αυτοδικαίως ως δημόσια δάση. Η μνήμη του κοινοτισμού χάνεται και πλέον μένει μόνο ο ιδιώτης και το κράτος.

Ο κοινωνιολόγος Μελέτης Μελετόπουλος, εκδότης παλιά της Νέας Κοινωνιολογίας, έχει κάνει το ένα από τα δύο διδακτορικά του με αντικείμενο ακριβώς τον «κοινοτισμό» ως ιδεολογικό κίνημα. Τον κοινοτισμό στην νεοελληνική πραγματικότητα και ειδικά μέσα από τις ιδέες του Κωνσταντίνου Καραβίδα[1], του Ίωνα Δραγούμη και του Ντίνου Μαλούχου. Μια πλευρά της ελληνική κοινωνίας που τείνουμε να ξεχνάμε. Που χτυπήθηκε από τους βαυαρούς του Όθωνα και στην συνέχεια από το πνεύμα της επελαύνουσα ιδιωτικοποίησης των πάντων που πήγε χέρι – χέρι με το κράτος χωροφύλακα και τις εισαγόμενες αριστερές κρατικιστικές ιδέες.

Πως όμως έφτασα να τα σκέφτομαι όλα αυτά από μια φωτογραφία; Ήρθε ακριβώς την στιγμή που διάβαζα την εργασία του Χάρντιν «Η Τραγωδία των κοινών».  Ο Χάρντιν, καθηγητής οικολογίας στις ΗΠΑ, στο «Τραγωδία των κοινών» που έγραψε το 1968 για να περιγράψει την ανικανότητα της συλλογικής δράσης στη διαχείριση των κοινών φυσικών πόρων χρησιμοποίησε σαν παράδειγμα έναν βοσκότοπο, ο οποίος είναι ανοικτός για εκμετάλλευση από όλους. Η επιδίωξη για όλο και μεγαλύτερο ατομικό κέρδος από τους βοσκούς, τους ωθεί να προσθέτουν όλο και περισσότερα ζώα για βοσκή στον εν λόγω βοσκότοπο, με αποτέλεσμα την σταδιακή υποβάθμιση και τελικά την καταστροφή του. Ο μόνος τρόπος κατά τον Χάρντιν για να αποφευχθεί η «τραγωδία των κοινών», είναι ο κατακερματισμός και η παραχώρηση του κοινού πόρου σε ιδιώτες ή η επιβολή κανόνων από εξωτερική κρατική αρχή.

Ο Χάρντιν εστιάζει πολύ στον ανταγωνισμό μεταξύ ατόμων για τους πόρους. Διατυπώνει την πρόταση ότι η ελευθερία πρόσβασης σε ένα κοινό αγαθό φέρνει καταστροφή σε όλους και εστιάζει στην ανάγκη ενός συστήματος ελέγχου – εξαναγκασμού ή/και στην λύση της ιδιοκτησίας των πόρων καθώς ο ιδιώτης θα ασκεί πιο ορθολογική διαχείριση. Παρέβλεψε όμως ότι υπάρχουν σε όλο τον κόσμο συλλογικά συστήματα όπως το σύστημα των «κοινοτικών βοσκών» που είναι πολύ γνωστό και στην Ελλάδα, εκτάσεων δηλαδή κοινοτικής ιδιοκτησίας όπου βόσκουν από κοινού τα ζώα που διαθέτουν οι οικογένειες, ή συστήματα με κοινοτικές ή κρατικές διευθετήσεις δικαιωμάτων χρήσης. Στην πραγματικότητα ο Χάρντιν δεν περιγράφει τα κοινά αλλά ένα ανεξέλεγκτο καθεστώς, εντελώς ανιστορικό.

Στον Χάρντριν απάντησε η, βραβευμένη με Νόμπελ οικονομίας, αμερικανίδα Έλινορ Όστρομ που υπεράσπισε την αυτοδιαχείριση ενός φυσικού πόρου με στόχο την επίτευξη αειφορίας, από τα μέλη μιας ομάδας – κοινότητας με προσδιορισμένο αριθμό μελών και με κανόνες που τα ίδια μέλη θεσπίζουν, τροποποιούν και επιτηρούν. Σύμφωνα με την Όστρομ τα οκτώ βήματα για αποτελεσματική αυτοδιαχείριση των κοινών πόρων από μια κοινότητα είναι:

α. Προσδιορισμένα όρια της κοινότητας που διαχειρίζεται το πόρο.

β. Σεβασμός του θεσμικού πλαισίου που θέτει η κοινότητα από τις εξωτερικές αρχές.

γ. Το θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης του πόρου συνδιαμορφώνεται από όλους όσους αυτό επηρεάζει.

δ. Ο έλεγχος τήρησης των κανόνων γίνεται από τα μέλη της κοινότητας.

ε. Ποινές και διαπόμπευση για όσους δεν τηρούν τους κανόνες.

στ. Οι κανόνες πρέπει να συμβαδίζουν με τα τοπικά χαρακτηριστικά της κοινότητας και τις τοπικές ανάγκες.

ζ. Χαμηλού κόστους θεσμικό πλαίσιο και εύκολος τρόπος διευθέτησης των διαφορών.

η. Η δομή αυτοδιαχείρισης να ξεκινάει από τη βάση και να ανεβαίνει προς τη κορυφή και όχι το αντίστροφο.

Ο Χάρντιν ρητά αναφέρει: Η αδικία είναι προτιμότερη από τη συνολική καταστροφή. Η Όστρομ αντίθετα έδειξε ότι υπάρχει μια άλλη παράδοση, όπου δεν μπορούσε να υπάρξει αδικία και τα κοινά να λειτουργούν προς όφελος όλων. Εμείς εδώ είχαμε τον Κωνσταντίνο Καραβίδα που είδε, κατέγραψε πρώτος και σχημάτισε μια ολοκληρωμένη ιδέα, κατά τις δεκαετίες του ᾿20 και του ͘30, για τον κοινοτισμό που ζούσαν οι παππούδες μας.

Κατά κάποιο τρόπο αισθάνομαι ότι κάτι έχει περάσει υπόγεια και σε μας, από τις διηγήσεις των πατεράδων μας και από το αίσθημα που αναζητάει η ελληνική κοινωνία χωρίς να ξέρει πώς να το εκφράσει. Ας μην το αφήσουμε να χαθεί μαζί με την απώλεια των παλιών λιβαδιών. Θα μπορούσε να είναι μια έμπνευση για το μέλλον.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Υποσημείωση:

[1] Μελέτης Μελετόπουλος. 2013. Κοινοτισμός. Το έργο του Κωνσταντίνου Καραβίδα και οι συγγενείς προσεγγίσεις. 480 σελ. Εναλλακτικές εκδόσεις.

Karavidas1.jpg

Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας (1890 – 1973)

Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek