Αρχική » Η κρίση των τροφίμων: Υπάρχει διέξοδος;

Η κρίση των τροφίμων: Υπάρχει διέξοδος;

από Άρδην - Ρήξη

του Ν. Ντάσιου, από το Άρδην τ. 69, Απρίλιος-Μάιος 2008

Επισιτιστική κρίση …

ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ απίστευτο, είναι όμως γεγονός ότι πολλά παντοπωλεία στις ΗΠΑ άρχισαν να βάζουν δελτίο στο ρύζι! Σύμφωνα με αμερικανική εφημερίδα: σε πολλές περιοχές της Αμερικής που επί πολλά χρόνια ήταν οι σιτοβολώνες του κόσμου παρατηρείται «ένα αδιανόητο μέχρι χθες φαινόμενο: το δελτίο στα τρόφιμα».
Την άνοδο της τιμής των τροφίμων οι καταναλωτές των πλούσιων χωρών την αντιλαμβάνονται κάθε φορά που πηγαίνουν στο σούπερ-μάρκετ, ενώ, για τους καταναλωτές των φτωχών χωρών, οι αυξήσεις αυτές τους οδηγούν στην πείνα και την εξαθλίωση. Να σημειωθεί πως τα νοικοκυριά στις φτωχές χώρες δαπανούν το 60% -80% του εισοδήματός τους στην κατανάλωση τροφής ενώ τα αντίστοιχα νοικοκυριά στις αναπτυγμένες χώρες, μόλις το 10-20%. Αν συνεχιστεί το ράλι ανόδου, υπολογίζεται ότι θα προστεθούν 100 εκατ. πεινασμένοι τα επόμενα 3 χρόνια, γεγονός που θα αυξήσει τις εξεγέρσεις και την τυφλή βία στις φτωχές ως επί το πλείστον χώρες του πλανήτη (Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα).
Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων, και πιο συγκεκριμένα του καλαμποκιού, της σόγιας και του σιταριού, αυξήθηκαν κατά 31%, 80% και 130% αντίστοιχα από πέρσι τον Μάρτιο, ενώ το ρύζι αυξήθηκε κατά 40% μόλις τις τελευταίες εβδομάδες, φτάνοντας στο ρεκόρ των 24,85 δολαρίων τα εκατό μπούσελ (μονάδα μέτρησης αγροτικών προϊόντων, που ισοδυναμεί με 35 λίτρα περίπου). Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων, η αύξηση των τιμών των προϊόντων που σχετίζονται με τα παραπάνω έφτασε 48% κατά μέσο όρο παγκοσμίως! Οι συνεχείς αυτές αυξήσεις οδήγησαν σε περιορισμό στο ελάχιστο των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων από χώρες που είναι μεγάλοι εξαγωγείς, όπως π.χ. η Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ, η Ινδία, η Αίγυπτος κ.ά. Το ίδιο συμβαίνει στις σιτο-παραγωγές χώρες, όπως η Αργεντινή, το Καζακστάν και η Κίνα, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστούν κοινωνικές εκρήξεις των φτωχών από την έλλειψη βασικών διατροφικών προϊόντων.

Αιτίες

Βασικές αιτίες που επηρεάζουν τη σημαντική αυτή αύξηση των τιμών –και που οδηγεί τους διεθνείς αναλυτές να μιλάνε για επισιτιστική κρίση– θεωρούνται:
• η σημαντική αύξηση της τιμής του πετρελαίου, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα τόσο το κόστος παραγωγής τους -αφού όλες οι εισροές στην εντατική καλλιέργεια έχουν ως βάση τους το πετρέλαιο- όσο και αυτό της μεταφοράς τους στον καταναλωτή. Είναι γνωστό άλλωστε ότι τα αγροτικά προϊόντα διανύουν τεράστιες αποστάσεις μέχρι να φτάσουν στο πιάτο του καταναλωτή από τις περιοχές παραγωγής τους.
• τα ακραία καιρικά φαινόμενα που σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές, όπως π.χ. η παρατεταμένη ξηρασία στην Αυστραλία, οι πλημμύρες στο Μπανγκλαντές, το πολικό ψύχος 45 ημερών στην Κίνα κ.λπ.
Η Διακυβερνητική Διάσκεψη για το κλίμα προβλέπει ότι η συνεχιζόμενη αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη θα μειώσει την παραγωγικότητα των αγροτικών οικοσυστημάτων σε 40 αναπτυσσόμενες χώρες και ιδιαίτερα στην υπο-σαχάρια Αφρική, ενώ αύξηση της θερμοκρασίας κατά 30 C θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση την τιμή των προϊόντων, σε ποσοστά που θα ξεπεράσουν το 40% των σημερινών.

Επιπλέον θα πρέπει να συνυπολογίσουμε:
• την έκρηξη της παραγωγής των βιοκαυσίμων
Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το 43% των δημητριακών καταλήγουν τροφή για τα ζώα, ενώ το 25-30% μετατρέπεται σε βιοκαύσιμα. Το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 14% πριν 2 χρόνια. Αυτή η τάση οδηγεί στη συνεχή μείωση των αποθεμάτων δημητριακών και άρα σε εκτίναξη των τιμών. Για τον λόγο αυτό, ειδικοί προβλέπουν νέα αύξηση της τιμής των δημητριακών κατά 30% έως το 2010. Σε σχετικό πόρισμα που κατέθεσε ο Πρόεδρος Μπους στη Βουλή στις 19 Δεκεμβρίου 2007 με τη συνηγορία μεγάλων αγρο-βιομηχανιών, περιλαμβάνεται σχέδιο σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ θα πρέπει, μέχρι το 2022, να αντικαταστήσουν το 15% του εισαγόμενου πετρελαίου από βιοκαύσιμα – ήτοι παραγωγή της τάξεως των 36 δισ. γαλονιών ισοδύναμου πετρελαίου.
Στη χώρα αυτή, η βιομηχανία βιοκαυσίμων μετρά ήδη 200 επιχειρήσεις με συνολικό τζίρο 3 δισ. δολάρια τον χρόνο, ενώ το 2006 υπήρχαν ήδη 110 διυλιστήρια αιθανόλης.
Την ίδια στιγμή, η εξάπλωση της καλλιέργειας των βιοκαυσίμων –όπως σιτάρι, καλαμπόκι, ζαχαροκάλαμο για βιο-αιθανόλη και ελαιοκράμβη, σόγια, κ.λπ. για βιο-ντίζελ– στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό των δασικών εκτάσεων, προκειμένου να αξιοποιηθούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, και στον εκτοπισμό των μικρών αγροτών, όπως π.χ. στην Ινδονησία.
• την αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα, όπου τα τελευταία χρόνια καταναλώνουν πολύ περισσότερο κρέας και κοτόπουλο, γεγονός που απαιτεί την εισροή μεγαλύτερων ποσοτήτων ζωοτροφών στην τροφική αλυσίδα.
Τέλος δε ν’ αναφέρουμε:
• την κερδοσκοπία που σχετίζεται με το εμπόριο των τροφίμων, γεγονός που εξηγεί τον επιπλέον περιορισμό της προσφοράς τροφίμων από τα μεγάλα εμπορικά καρτέλ, προκειμένου να κερδίσουν από τη διαφορά των τιμών. Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι, παρ’ όλη την αύξηση των τιμών, η ωφέλεια των παραγωγών στις φτωχές κυρίως χώρες ήταν ελάχιστη, αφού οι κυρίως κερδισμένοι είναι οι μεγάλες αγρο-βιομηχανίες και οι εμπορικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ενώσεως Αγροτών της Ισπανίας, προκύπτει ότι οι καταναλωτές πληρώνουν 600% παραπάνω από αυτά που παίρνουν οι αγρότες παραγωγοί για τα ίδια προϊόντα, κάτι που είναι επίσης εμφανές και στη χώρα μας.

Υπάρχει διέξοδος;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων, σε πρόσφατη έκθεσή του, προβλέπει 2,6% αύξηση στην παραγωγή δημητριακών το 2008, κάτι όμως που θα εξαρτηθεί κατά πολύ από τα καιρικά φαινόμενα της επόμενης περιόδου στις χώρες παραγωγής. Οι ειδικοί επίσης προβλέπουν οι υψηλές τιμές να αυξηθούν ακόμη έως και 135% μέχρι το 2015, γεγονός που απαιτεί την άμεση λήψη μέτρων σε παγκόσμιο επίπεδο για την αντιμετώπιση της πείνας και του επερχόμενου λιμού .
Υπάρχουν δύο βασικές διέξοδοι από την κρίση που ήδη ξεκίνησε:
Η πρώτη είναι αυτή που επεξεργάζονται οι πολυεθνικές εταιρείες της βιοτεχνολογίας, όπως οι: Monsanto, duPont, Dow Agriscienses, Syngeta και Bayer, που επιδοτούν τη μαζική παραγωγή βιοκαυσίμων στις ΗΠΑ και αλλού, προκειμένου ν’ αποτελέσει πανάκεια η επιβολή της καλλιέργειας και κατανάλωσης γενετικά μεταλλαγμένων τροφίμων σε μαζική κλίμακα.
Σύμφωνα με τους Νιου Γιορκ Τάιμς στις 21/04: «Ακόμη και στην Ευρώπη, όπου η αντίδραση ήταν μεγάλη και τα μεταλλαγμένα αποκαλούνταν “Τροφές Φρανκενστάιν”, ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και στελέχη επιχειρήσεων ζητούν την ταχύτερη έγκριση της εισαγωγής μεταλλαγμένων τροφίμων».
Στη Βρετανία, η «Εθνική Ένωση Κρέατος» ζήτησε, με πρόσφατη ανακοίνωσή της, να τερματιστεί «κάθε αντίδραση» σε τέτοιου είδους καλλιέργειες, «σε απάντηση των αλλαγών στην παγκόσμια ζήτηση για τρόφιμα και τον αυξανόμενο κίνδυνο για ελλείψεις τροφίμων διεθνώς…»
Τέλος, ο προεδρεύων της Επιτροπής Γεωργίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Νιλ Πάρις, δήλωνε ότι, όσο οι τιμές ανεβαίνουν, οι Ευρωπαίοι «ίσως γίνονται πιο ρεαλιστές» απέναντι στα γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα.
Η άλλη κατεύθυνση θα ήταν μια ριζική μεταστροφή του παγκόσμιου διατροφικού προτύπου και μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό θα σήμαινε κατ’ αρχάς μεταφορά οικονομικών πόρων στις φτωχές χώρες του πλανήτη. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μείωση κατά 8% της ανθρωπιστικής βοήθειας στις φτωχές χώρες (Αφρική και Ασία), λόγω της οικονομικής ύφεσης αλλά και των υψηλών στρατιωτικών δαπανών σε χώρες όπως οι ΗΠΑ. Η αντιμετώπιση της διαφαινόμενης επισιτιστικής κρίσης θα προϋπέθετε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ, δηλ. την αναδιανομή του παγκόσμιου πλούτου με περιστολή των καταναλωτικών συνηθειών των πλουσίων του Βορρά.
Βεβαίως, η βοήθεια αυτή δεν θα πρέπει να οδηγήσει –όπως πολλές φορές συνέβη με δάνεια της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου– στην απαίτηση για υποστήριξη των μεγάλων πολυεθνικών για τη δημιουργία μεγάλων μονάδων παραγωγής τροφίμων. Αντί των εκτεταμένων καλλιεργειών σιταριού, καλαμποκιού, ρυζιού και σόγιας με τη μορφή μονοκαλλιέργειας, που ελέγχονται από μεγάλες εταιρείες και είναι πιο ευάλωτες στις κλιματικές αλλαγές, η προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην παραγωγή μικρής κλίμακας με ποικιλία παραγόμενων προϊόντων, με βιολογικές-φυσικές μεθόδους καλλιέργειας, βασισμένες στον οικογενειακό και κοινοτικό έλεγχο.
Οι καλλιέργειες αυτές θα πρέπει κατ’ αρχάς να καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, και μόνο το πλεόνασμα της παραγωγής να διατίθεται στο εμπόριο, κάτι που αντιστρέφει την προτεραιότητα στις εξαγωγές, που αποτελεί τη βάση του σύγχρονου αγροτικού μοντέλου παραγωγής. Επιπλέον, θα πρέπει να σταματήσει η παραγωγή βιοκαυσίμων μεγάλης κλίμακας, και η όποια παραγωγή ενέργειας να γίνεται με βάση τις τοπικές ενεργειακές ανάγκες και με προτεραιότητα τις ΑΠΕ αλλά και την αλλαγή των σύγχρονων καταναλωτικών προτύπων.
Αυτό φυσικά θα προϋπέθετε την ενίσχυση του ρόλου του Κράτους στην εισοδηματική στήριξη των φτωχότερων αγροτών και περιοχών αλλά και τη δυνατότητά του να εφαρμόζει δασμολογικά και φορολογικά μέτρα που θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικής αυτάρκειας της χώρας, καθώς και των περιοχών που εμφανίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Κάτι που αντιστρατεύεται τον πυρήνα της ελεύθερης αγοράς και των κερδοσκοπικών παιχνιδιών των εμπόρων και των τραπεζιτών, που καταδικάζουν στην πείνα και την εξαθλίωση τα 3/5 του πλανήτη, με τις ευλογίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ