των Θ. Τζιούμπα, Δ. Μαυρίδη, Θ. Ντρίνια, από το Άρδην τ. 81

Ένας δημόσιος διάλογος γύρω από την ελληνοισραηλινή προσέγγιση, όπως αναπτύχθηκε μέσα από την ιστοσελίδα του Άρδην

γελοίοι έρωτες, του Θανάση Τζιούμπα

Η επίσκεψη Νετανιάχου και οι εναγκαλισμοί με το καθεστώς Παπανδρέου τέλειωσαν και η καθεστωτική δημοσιογραφία ξεκίνησε την εργώδη εκστρατεία απαρίθμησης των «πλεονεκτημάτων» που θα επιφέρει στην υπόθεση της Ελλάδας η ισραηλινή «προστασία». Και τι δεν ακούσαμε: Οι αφίξεις των Ισραηλινών τουριστών θα αυξηθούν (αλήθεια πόσοι παραπάνω από το 1,6% των συνολικών αφίξεων, που υπολογίζονται σήμερα, θα σώσουν τον ελληνικό τουρισμό;) Οι εμπορικές συναλλαγές θα αυξηθούν (αυξάνοντας βεβαίως και το διαρκές έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, την στιγμή που η ιδέα του μποϋκοτάζ κερδίζει έδαφος διεθνώς). Θα αγοράσουμε τεχνολογία από το Ισραήλ (όταν για δεκαετίες  οι ιθαγενείς επενδύσεις στην έρευνα αγγίζουν αυτές της υποσαχάριας Αφρικής και ό,τι απέμεινε από το γνωστικό κεφάλαιο του τόπου ψάχνει τις αγγελίες του εξωτερικού). Πρόσβαση στα κοιτάσματα φυσικού αερίου, όταν τα τούρκικα ερευνητικά σκάφη εργάζονται πυρετωδώς πάνω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα (και βέβαια με την αναπαραγωγή χαρτών όπου η Γάζα και το Παλαιστινιακό κράτος ΔΕΝ έχουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, ΑΟΖ). Νέα όπλα θα προστεθούν στο ελληνικό οπλοστάσιο (ήταν ανάγκη να έρθει ο Νετανιάχου για να συμμετέχει το Ισραήλ με τις συλλογές καθοδήγησης βομβών spice, που φωτογραφίζει ο εν εξελίξει «διεθνής» διαγωνισμός της ελληνικής αεροπορίας;) Θα υπάρξει περαιτέρω συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας (στον επόμενο στολίσκο, η Μοσάντ θα ξέρει και πόσα σφραγίσματα στα δόντια φέρει ο κάθε επιβάτης ελληνικού πλοίου).

Το ψητό βέβαια βρίσκεται στη στρατιωτική «συνεργασία». Το περιεχόμενό της: η διάθεση στην ισραηλινή αεροπορία του χώρου που της στέρησε η ρήξη με τον Ερντογάν, για να συνεχίσει τόσο τη συνήθη εκπαίδευση όσο και (απείρως πιο σημαντικό) την προετοιμασία για το νέο μακελειό στο Ιράν, το οποίο ετοιμάζει η σιωνιστική κλίκα Νετανιάχου–Λίμπερμαν στα νέα επεισόδια του «πολέμου των πολιτισμών». Η άσκηση «Ένδοξος Σπαρτιάτης», το 2008, και η άσκηση «Μίνωας», που αναγκάστηκε η Αθήνα να ακυρώσει το φετινό καλοκαίρι, μετά την πειρατεία στον στολίσκο για την Γάζα, ήταν το πρελούδιο αυτής της δυσωδίας. μια νέα αεροπορική άσκηση της ισραηλινής αεροπορίας στα… βουνά της Ηπείρου, που παρουσιάζουν χρήσιμες ομοιότητες απόστασης και ανάγλυφου με το έδαφος του Ιράν, αποτελεί κατά τα φαινόμενα τη συνέχεια του αρραβώνα. Και όχι μόνο: Η διαδρομή των ισραηλινών αεροσκαφών διέρχεται μέσα από την επιχειρησιακή ακτίνα της 126 Σμηναρχίας Μάχης στην Κρήτη. Η σμηναρχία αυτή επιχειρεί με τα ρώσικα συστήματα S 300 PMU 1 και TOR M 1, που είναι τα ίδια συστήματα που πιθανόν αποτελούν τον κορμό της ιρανικής αεράμυνας και οι δυνατότητές τους είναι σχετικά άγνωστες στους Ισραηλινούς, αλλά και τους Αμερικανούς επιτελείς. Αν αυτά λειτουργήσουν κατά την ισραηλινή διέλευση, όπως επίμονα ζητούν τα ισραηλινά επιτελεία, τότε είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι κρίσιμα χαρακτηριστικά τους θα καταγραφούν και θα υποκλαπούν από τα ισραηλινά μέσα ηλεκτρονικού πολέμου. Αν δεν έχει ήδη συμβεί, βέβαια, αυτό από το 2008, όταν οι δικοί μας ορκίζονταν ότι τα συστήματα έμειναν κλειστά.

Γη και ύδωρ και στο πολιτικό επίπεδο: Την στιγμή που η παράκρουση της ισραηλινής ηγεσίας (που  εξισώνει την ασφάλεια του Ισραήλ με την δημιουργία no man’s land, πτώματα και ερείπια, σε όλη την περίμετρό του) την έχει φέρει σε δυσχερή πολιτική και διπλωματική θέση, την στιγμή που το αίμα από την δολοφονική επίθεση στoν στολίσκο και οι διεθνείς αναταράξεις που προκάλεσε δεν έχουν ακόμα στεγνώσει, το καθεστώς Παπανδρέου αναλαμβάνει, μόνο αυτό, να δώσει στους κατά συρροή φονιάδες το δεκανίκι που χρειάζονται για να συνεχίσουν το θεάρεστο έργο τους. Φληναφήματα περί συμβολής στην ειρήνη της περιοχής, όταν όλοι ξέρουν ότι η επίθεση στο Ιράν ετοιμάζεται, όταν στη μεθόριο με τον Λίβανο στήνονται προβοκάτσιες, όταν ακόμα κι αυτές οι μαριονέτες του Αμπάς καλούνται να συνομιλήσουν σε μηδενική βάση (το μηδέν προφανώς αφορά στη διεθνή νομιμότητα, ακόμα κι αυτήν την λειψή του ΟΗΕ). Σ’ αυτή την «ειρήνη» επαίρεται ότι συνεργεί ο πρωθυπουργός των διακοπών εσωτερικού και εξωτερικού, αυτός που η φυγή του μπροστά στα προβλήματα της χώρας του ξεπερνάει κατά πολύ τα play station του προκατόχου του.

Κι όλα αυτά για το «εθνικό συμφέρον», το ίδιο εθνικό συμφέρον που παραχώρησε τη λήψη των αποφάσεων για τη χώρα στην τρόικα, που θεωρεί ύψιστο πατριωτισμό τη ληστεία του λαϊκού εισοδήματος και τη διάλυση του κοινωνικού κράτους χάριν των κομπραδόρικων ελίτ. «Εθνικό συμφέρον» λοιπόν η φαντασίωση για έναν άξονα Αθήνας – Τελ Αβίβ, που θα υποκαταστήσει, με τις ευλογίες του θείου Σάμ, τον ανάλογο με την Άγκυρα. Να το δόγμα ανάσχεσης του τουρκικού επεκτατισμού που μας σερβίρουν.
Θα μπορούσε να επικαλεστεί το καθεστώς τέτοια επιχειρήματα αν είχε δώσει δείγματα διάθεσης για αντίσταση στα νεο-οθωμανικά οράματα της Άγκυρας σε άλλα επίπεδα. Αν οι παραβιάσεις του εναέριου και θαλάσσιου ελληνικού χώρου δεν είχαν σπάσει κάθε ποσοτικό και ποιοτικό ρεκόρ, με την ελληνική στρατιωτική μηχανή απλώς να αποσύρεται (για να μην γίνει προφανώς κανένα «ατύχημα» όπως αυτό που σκότωσε τον Σμηναγό Ηλιάκη). Αν οι διεκδικήσεις των Τούρκων στη Θράκη και το Αιγαίο αντιμετώπιζαν κάτι περισσότερο από την πτωματική γλώσσα του σώματος του Αν. Υπ. Εξ. Δρούτσα. Αν η διείσδυση στον ελλαδικό χώρο, μέσω του μειονοτικού της Θράκης και του εκκλησιαστικού ελέγχου που προωθεί το πατριαρχείο αγκαζέ με το χαλιφάτο, έβρισκε κάποια αντίσταση. Αν οι εθνομηδενιστές του CDRSEE και αρχιτέκτονες της αναθεώρησης όχι μόνο της ιστορίας αλλά του ίδιου του αντιστασιακού φρονήματος του ελληνικού λαού δεν κυριαρχούσαν στα Υπουργεία, την Παιδεία, τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης και συμπεριφοράς. Αν, τέλος, ο ίδιος ο GAP δεν έσπευδε να ξεκαθαρίσει ότι άλλο οι ελληνοτουρκικές, άλλο οι ελληνοϊσραηλινές κι άλλο οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις, ευχόμενος για τις τελευταίες να αποκατασταθούν στο επίπεδο των πρώτων. Πρόκειται για μια επίθεση ενάντια στον κοινό νου: Η εθελοδουλία απέναντι σε οποιονδήποτε έχει ύφος αφεντικού βαφτίζεται εκ των υστέρων υψηλή διπλωματία. Οι ελληνικές ελίτ επιχειρούν το «παράδοξο» της εναλλαγής του τουρκικού φεσιού με το εβραϊκό κιπά, κι όλα αυτά πάνω από το ψηλό καπέλο με τα γνωστά «straps».

Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει προ καιρού εγκαταλείψει τις σχέσεις της με τον αραβικό κόσμο. τέτοια αμερικανοποίηση της πολιτικής για το μεσανατολικό δεν είχε τολμήσει ούτε η αμερικανοκίνητη χούντα. Και σήμερα, που οι ισορροπίες έχουν αλλάξει, που η επίμονη παλαιστινιακή αντίσταση και η αδηφάγα ισραηλινή επιθετικότητα έχουν βάλει σε κρίση τα αραβικά καθεστώτα της περιοχής, που νέοι παίκτες αναδεικνύονται με την ισχυροποίηση του Ιράν και της Τουρκίας, η μικρονοϊκή  πολιτική της Αθήνας εντοπίζει την ευκαιρία στην… πρόσδεση στο Ισραήλ και την πολιτική της έντασης του «πολέμου των πολιτισμών» που εφαρμόζει πολύ πριν ο Χάντιγκτον εισηγηθεί τον όρο. Και βέβαια, το στρατηγικό κενό που ανοίγεται, την έλλειψη μιας δύναμης που μπορεί να έχει σχέση και να διαμεσολαβήσει διπλωματικά στην κατεύθυνση της ειρήνης, επιχειρεί να καλύψει η Τουρκία. Τα επιτελεία του Νταβούτογλου, λειτουργώντας με γνώμονα το συμφέρον της χώρας τους κι όχι κάποιων υπερατλαντικών αφεντικών, καταφέρνουν σήμερα να σβήσουν τις μνήμες της οθωμανικής κατοχής και να κερδίζουν τις καρδιές των Αράβων της περιοχής, επαναλαμβάνοντας το φαινόμενο του παρελθόντος πολέμου των πολιτισμών, των σταυροφοριών, όταν ένας κατακερματισμένος αραβικός κόσμος είδε στους Τούρκους το «σπαθί του Ισλάμ», απέναντι στην απειλή των λεοντόκαρδων. Έτσι, το «στρατηγικό βάθος» των γειτόνων ολοκληρώνεται και στο πεδίο αυτό, και η Ελλάδα καθίσταται μια χώρα αποκομμένη από το γεωπολιτικό της περιβάλλον, περικυκλωμένη από την επιρροή των νεο-οθωμανών, μια χώρα «μουσαφίρης» όπως μας θέλει η πρόσφατη διαφήμιση (στα τουρκικά παρακαλώ) της θυγατρικής του ΟΤΕ.
Η ίδια μικρονοϊκή  πολιτική δεν αντιλαμβάνεται πως το ειδύλλιο του Νετανιάχου πιθανότατα αποτελεί έναν τρόπο πίεσης στην Τουρκία για αλλαγή πολιτικής (ή αλλαγή κυβέρνησης με την παλινόρθωση των κεμαλιστών), συνεργούντος και του Ομπάμα.

Πολλοί θέλουν να αντιμετωπίζουν τους επικριτές των θερινών ερώτων με τον σιωνισμό ως κάποιους συμπαθείς δονκιχωτικούς οραματιστές που απέδρασαν από την πραγματικότητα του ρεαλισμού των διεθνών σχέσεων και της γεωστρατηγικής ακολουθώντας νεφελώδη αξιώματα δικαιοσύνης. Απέναντι σ’ αυτό προτείνουν ως «ρεαλισμό» τι; Την φαντασίωση ότι οι οσφυοκαμψίες στους δυτικούς θα υποκαταστήσουν τα τουρκικά μεγέθη, μεγέθη ισχύος, μεγέθη συμμαχιών και πάνω απ’ όλα μεγέθη μιας πολιτικής που σταδιακά αντιμετωπίζει τους ισχυρούς ως ισότιμους. Ο μόνος δρόμος να ανταπεξέλθει η Ελλάδα στις απειλές του νέου περιβάλλοντος είναι να αναπτύξει τα δικά της αντίστοιχα μεγέθη, χωρίς την αυταπάτη ότι το έλλειμμα θα καλυφθεί με γονυκλισίες και λόγια του αδύναμου και απρόθυμου καρπαζοεισπράκτορα. Όλοι οι γλείφτες έχουν την αυταπάτη ότι η ευαρέσκεια στο γλείψιμο είναι συμπάθεια στο πρόσωπο τους, όπως μάθαμε βιωματικά στο σχολείο. Πόσο μάλλον όταν αντικείμενο του γλειψίματος είναι τα σύμβολα ενός κόσμου που αλλάζει, μιας δύναμης σε αποδρομή, όπως οι ΗΠΑ, κι ενός διακεκριμένου φασίστα, όπως ο σιωνισμός. Όλοι αυτοί αγνοούν ότι οι θερινοί έρωτες δεν διαρκούν, ότι, σε ένα κοντινό αύριο, όλα αυτά θα είναι φώ μπιζού μιας χρήσης σε έναν πραγματικά σκληρό ρεαλισμό των συμφερόντων∙ όταν τους εκβιασμούς απέναντι σε μια Τουρκία, που διαθέτει και την θέληση και τις εναλλακτικές λύσεις (περιλαμβανόμενης και της προσέγγισης με την Μόσχα, ένα παλιό χαρτί που κατά καιρούς επανέρχεται), διαδεχτεί ο προσεταιρισμός της με κίνητρο, τι φαντάζεστε;

Ένα «πεδίο βολής φτηνό» για την τρόικα, τον Τούρκο, τον Ισραηλινό. Ένας πρωθυπουργός που χαμογελάει αμήχανα αγκαλιά με τον φονιά πάνω σε ένα πλοίο του Λιμενικού, που, αλήθεια, γιατί μου θύμισε τόσο πολύ τα νέα αποκτήματα του Σώματος, τα περιπολικά Saar 4, όπως αυτά που σημάδευαν με τα όπλα τους την «Ελεύθερη Μεσόγειο» και τους επιβάτες της, στα διεθνή ύδατα έξω από τη Γάζα;
Τυχαίο; Δεν νομίζω.

κι όμως, αποτελεί μια ευκαιρία, του Δημήτρη Μαυρίδη

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να προβάλει αντιρρήσεις στις παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα του κ. Θανάση Τζιούμπα. Θα μπορούσε μάλιστα ακόμη να προσθέσει ότι μία προσέγγιση Ελλάδας – Ισραήλ, όπως περιγράφεται στο άρθρο αυτό, υποκρύπτει πολλούς και μεγάλους κινδύνους.
  Όμως το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να το απορρίψουμε χωρίς να συζητηθεί. Το Ισραήλ φαίνεται να αναζητεί πρακτικές διευκολύνσεις και αυτό σημαίνει ότι, από πλευράς μας, μπορούμε να εξασφαλίσουμε σοβαρά ανταλλάγματα. Με άλλα λόγια, να αναιρέσουμε σε κάποιο βαθμό την προϊούσα απομείωση και έκλειψη  του γεωπολιτικού μας δυναμικού.

Αλλά και η ανάσχεση της Τουρκίας είναι ένα ζήτημα στο οποίο, όπως τα πράγματα είναι σήμερα, δεν φαίνεται να μπορούμε να αναπτύξουμε πρωτοβουλίες. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να συμμαχήσουμε και με τον διάβολο, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την Τουρκία και όχι να υποκύπτουμε, όπως κάνουμε, σε αδιέξοδες απελπισίες.
    

Η προσέγγιση Ελλάδας-Ισραήλ δημιουργεί προϋποθέσεις κάποιας απομάκρυνσης της Τουρκίας από την συμπαράταξή της με τις δυτικές δυνάμεις και κυρίως με τις ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό είναι πρωτοφανές για όλη την περίοδο μετά το 1922 και αποτελεί μια προϋπόθεση για τον περιορισμό της άνισης διπλωματίας που χαρακτηρίζει την εξάρτηση του νέου ελληνικού κράτους από τις μεγάλες δυνάμεις. Πρέπει να μελετήσουμε τί θα σήμαινε το να βρισκόμαστε σε διαφορετικά στρατόπεδα-συνεταιρισμούς με την Τουρκία προσανατολισμένη προς έναν ισλαμοκεντρικό χώρο.

Θα πρέπει να σταθμίσουμε το τι χάσαμε με την απαξίωση του γεωπολιτικού μας δυναμικού απομακρυνόμενοι από τον γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και τι μπορούν να μας προσφέρουν ακόμη οι ΗΠΑ, οι οποίες θα παραμείνουν υπερδύναμη και στρατιωτικός παράγων στη Μέση Ανατολή για τις προσεχείς δεκαετίες.

Αλλά και το ίδιο το πολιορκημένο Ισραήλ θα πρέπει να το δούμε σαν μια χώρα που αγωνίζεται αποφασιστικά για την ύπαρξή της. Μια χώρα, για την οποία οι εξωτερικές απειλές παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τις απειλές που και εμείς αντιμετωπίζουμε.
  

Με το να απορρίπτουμε μεμψίμοιρα τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, που για πρώτη φορά παρουσιάζονται, σημαίνει ότι αρνούμεθα την άσκηση εξωτερικής πολιτικής και αδιαφορούμε για την ανάπτυξη εξωτερικών ερεισμάτων.
Δεν είναι αυτό εθελοδουλία;

μια αρνητική για τα εθνικά συμπόρευση, του Θανάση Τζιούμπα

Διάβασα πολλούς που επιμένουν να αναζητούν θετικά στο αμόρε Παπανδρέου- Νετανιάχου με κύριο επιχείρημα την ανάγκη συμμαχιών για την Ελλάδα, και τον πραγματισμό και το εθνικό συμφέρον ως γνώμονα των διεθνών σχέσεων. Τα επιχειρήματα όμως για το αν θα πρέπει να υπάρχει πολιτική συμμαχιών και σχέσεων δεν απαντούν ούτε στο ποιες συμμαχίες ούτε στους όρους και τους τρόπους σύναψης συμμαχιών. Με τη λογική αυτή το «γιατί όχι» είναι άλλο ζήτημα από το «γιατί ναι», το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο αξιωματικά. Ποια είναι η κατάσταση σήμερα στην Μέση Ανατολή;

Τα αραβικά καθεστώτα σφάζονται μεταξύ τους κι ακόμα παραπέρα, αφού χρησιμοποίησαν το παλαιστινιακό για να στηρίξουν την εσωτερική τους κυριαρχία, δεν παρέλειψαν να τους σφάξουν στην συνέχεια όταν έγιναν ενοχλητικοί. O Μουμπάρακ ολοκλήρωσε την περίσφιξη της Γάζας κλείνοντας για χρόνια τη Ράφα, το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας παρέχει όλους τους διαδρόμους που ζήτησε η IAF προετοιμάζοντας το χτύπημα στο Ιράν. Και για να το πάμε ακόμη κοντύτερα, στο σήμερα, ο Μουμπάρακ πεθαίνει κι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι περιμένουν στην γωνία. Τα πετροδολάρια των Σαούντ δεν μπορούν πια να αγοράσουν συμπάθειες στον αραβικό κόσμο. Προσθέστε και την ήττα της αμερικάνικης επέμβασης στο Ιράκ και το χάος που προαναγγέλλεται, την ISAF που ματώνει στο Αφγανιστάν, σκεφτείτε και την κατάρρευση του ισραηλινού αήττητου από τη Χεσμπολάχ, την αναξιοπιστία του Αμπάς και της πολιτικής «γη αντί ειρήνης», που ενταφιάστηκε μαζί με τους έμμεσα ή άμεσα δολοφονημένους από την σιωνιστική επιθετικότητα Αραφάτ και Γιτζάκ Ράμπιν, τις αναταράξεις που προκαλεί η αντίσταση της Γάζας που γίνεται το σύμβολο της αραβικής αντίστασης.

Στο χάος αυτό ελίσσονται σήμερα τόσο η Τουρκία όσο και το Ιράν. Είναι μια μετάβαση σε μια νέα εποχή, που σηματοδοτείται από την έκπτωση της αμερικάνικης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, παρά τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας για ανάκαμψη μέσω RMA (Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις, η ψηφιακή και ρομποτική τεχνολογία στα πεδία μάχης). Η πολιτική του Ισραήλ είναι η διαρκής επιθετικότητα, ο προληπτικός πόλεμος με πολιτικά ή στρατιωτικά μέσα. Εξαρτά την ύπαρξή του από τη δημιουργία no man’s land στην περίμετρό του, το μονοπώλιο της πυρηνικής απειλής, τους «προληπτικούς πολέμους», την αντιμετώπιση του δημογραφικού του αδιέξοδου με τους συνεχείς εκτοπισμούς Παλαιστινίων. Στο ίδιο δόγμα της διαρκούς πολιορκίας στηρίζει και την εσωτερική του τάξη και τα εργασιακά και κοινωνικά συμφέροντα των ευάριθμων επαγγελματιών ασφαλείας που διαθέτει.

Το όχι στην στρατηγική συμπόρευση με μια τέτοια επιθετικότητα είναι Όχι για λόγους εθνικού συμφέροντος. Κι αυτό επειδή το χάος αυτό που συντηρεί η σιωνιστική επιθετικότητα δημιουργεί κινδύνους ασφαλείας για την Ελλάδα, μια χώρα των συνόρων των πολιτισμών, μια χώρα που δεν ανήκει οργανικά ούτε στην ισχυροποιούμενη Ανατολή ούτε στην παρακμάζουσα Δύση. Η δυσεπίλυτη εξίσωση είναι το πώς, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μπορεί κανείς να μεγιστοποιήσει όσα πλεονεκτήματα διαθέτει. Μια άλλη στρατηγική συμμαχιών θα μπορούσε να μεταβάλει την Ελλάδα σε ενεργό παράγοντα της λύσης του προβλήματος. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει γνώση και μελέτη των προβλημάτων και των αντιφάσεων, υιοθέτηση αρχών δικαίου ως γνώμονα επιλογής πολιτικής και κυρίως μια στρατηγική για την χώρα που δεν θα αφήνει τις διεθνείς σχέσεις να εκπέσουν σε «λεόντειες συμμαχίες». Θα σήμαινε κατ’ αρχήν όρους, ισορροπίες και προϋποθέσεις και όχι αμήχανα χαμόγελα μιας αντιπαροχής, που αναρωτιέται κανείς ποιο είναι το αντάλλαγμα για την παροχή «στρατηγικού βάθους» στους ισραηλινούς σχεδιασμούς και την μεταβολή της Κύπρου σε σιωνιστικό προτεκτοράτο.
Τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη από το ισραηλινό λόμπυ, το μόνο μέχρι τώρα που έχουμε δει, μπορεί να είναι ένα επαρκές αντάλλαγμα; Άξονας εναντίον των Τούρκων θα είχε νόημα αν υπήρχε βούληση και πρακτική ανάσχεσης των Τούρκων, αν υπήρχε υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων απέναντι στα Πίρι Ρέις, αν τα αεροπλάνα της Π.Α. δεν είχαν σύνορο τον 25ο Μεσημβρινό, αν, αν… Όσο δεν υπάρχει τίποτε από όλα αυτά στον ορίζοντα, όσο η κατοχή της χώρας μας εντείνεται στο πολιτικό και το οικονομικό πεδίο, επίτρεψε μου να είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι σε διακηρύξεις που θέλουν να με πείσουν ότι η υπαγωγή μου σε έναν ακόμη προαγωγό (και τι προαγωγό) είναι πράξη προαγωγής της ανεξαρτησίας μου.

για να περπατήσεις χρειάζεσαι πόδια, του Θόδωρου Ντρίνια

Παραθέτω μερικά αποσπάσματα από ένα προ 20ετίας κείμενο του Π. Κονδύλη με αφορμή τότε τη βαλκανική κρίση και τον ρόλο της Ελλάδας (οι υπογραμμίσεις δικές μου):

[…]οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας. Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. […] […]

Οι πρωταρχικοί λόγοι, που έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή, με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. […] […] μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του.

Για να περπατήσει κανείς, πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια. το που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα, η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό. πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, που μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ ανταπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας.» […]

Και μια δική μου επισήμανση. Μια οικονομικά υπόδουλη, εκποιημένη και κοινωνικά διαλυμένη χώρα σαν την Ελλάδα δεν σημαίνει ότι μπορεί να διεκδικήσει ή να υπερασπίσει έστω και στο ελάχιστο τα συμφέροντά της στον διεθνή χώρο μόνο και μόνο επειδή η ηγεσία της διαλέγει κάθε φορά και άλλο νταβατζή. Μια ανυπόληπτη “πόρνη” θα παραμείνει, ελπίζοντας να επιζήσει από το έλεος ή την ικανοποίηση των συμφερόντων άλλων διεθνών “προστατών”. Αν η Ελλάδα δεν σταθεί, μάλλον επαναστατικώ τω τρόπω, γρήγορα, στα δικά της πόδια, εγκαταλείποντας τον παρασιτισμό, και δεν αναδυθεί ένα στιβαρό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και τόνωσης της εθνικής και κοινωνικής συνοχής, τότε η αξιοποίηση από μέρους της των όποιων νέων γεωπολιτικών δεδομένων στην περιοχή, αλλά και παγκόσμια, μοιάζει με βαρετή κουβέντα καφενείου και με φαντασιώσεις ισχύος που γεννάνε οι αντίστοιχοι ευσεβείς πόθοι. Επομένως, για τη σημερινή Ελλάδα, η «συμμαχία ακόμα και με το διάβολο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο μόνος σίγουρος δρόμος για την κόλαση…

η ψυχολογία της ήττας, του Δημήτρη Μαυρίδη

Ο μολογώ ότι και πάλι δύσκολα θα μπορούσα να φέρω αντιρρήσεις στην συγκεκριμένη επιχειρηματολογία των συνομιλητών μου

Οι αντιρρήσεις μου βρίσκονται σε άλλο επίπεδο. Δηλαδή στον ψυχισμό παραίτησης και απογοήτευσης, ο οποίος μας εμποδίζει από το  να επιχειρήσουμε. Η κατάστασή μας θεωρείται αθεράπευτη και προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν μπορούμε να κατορθώσουμε τίποτε.  Κυριαρχεί ένα μείγμα φαταλισμού και απαισιοδοξίας, στο οποίο προσκρούουν όλες οι προσπάθειες για δράση και όλες οι σκέψεις για βελτίωση των πραγμάτων. Και βέβαια η Ελλάδα πρέπει να στηριχθεί παραγωγικά στον εαυτό της και να υπερβεί την παρασιτική εξάρτηση στην οποία έχει συνηθίσει, γνωρίζουμε όμως ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει αύριο και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει προϋπόθεση  για δράση. Πρόκειται για τη στάση στην οποία οδηγούνται μερικοί από τους πιο σημαντικούς διανοουμένους μας, σε ό,τι αφορά το υπαρξιακό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Η δυσχερής θέση στην οποία βρισκόμαστε έχει βέβαια ενδογενείς αιτίες, πράγμα που οδηγεί συχνά σε αδιέξοδες απελπισίες. Αυτό καταλήγει, για συγκεκριμένα θέματα τα οποία συζητούνται, στο επιχείρημα ότι δεν πρέπει να επιχειρούμε, αφού θεωρείται βέβαιο ότι θα αποτύχουμε.

Όσον αφορά την συγκεκριμένη απειλή που αντιμετωπίζουμε από μέρους της Τουρκίας,  ο γενικότερος αρνητικός ψυχισμός ο οποίος έχει δημιουργηθεί  προστίθεται στο υπάρχον από το 1922 φοβικό σύνδρομο απέναντι στην Τουρκία, αποτέλεσμα εθνικών ταπεινώσεων της Ελλάδας, αλλά και ανατροπής της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αλλά και το μέγεθος του προβλήματος και ο εθισμός μας στην άνεση του παρασιτικού καταναλωτισμού μας εμποδίζουν να υιοθετήσουμε μια ενεργητική και δυναμική στάση. Στάση που επιβάλλεται από την πραγματικότητα μιας χώρας που βρίσκεται υπό απειλή και πολιορκία. Ήδη, το 1974, δεν πολεμήσαμε. ΄Εκτοτε, απέτυχε η επιδίωξή μας να απαλλαγούμε από τους ισχυρούς προστάτες που αναγκαζόμαστε να αναζητούμε. Ακυρώνεται έτσι ο κύριος και ανομολόγητος  λόγος της συμμετοχής μας στον συνεταιρισμό της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης.

Στο συγκεκριμένο πρόβλημα το οποίο συζητάμε, κινδυνεύουμε να παραλύσουμε κάτω από το βάρος της ανάλυσής του. Το δίλημμα βρίσκεται στο αν πρόκειται για ευκαιρία αναβάθμισης της γεωπολιτικής μας θέσης  ή για εμπλοκή σε αδιέξοδες καταστάσεις. Πρόκειται επίσης και για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που δεν έχει προσεχθεί: πρόκειται για την  απομάκρυνση της Τουρκίας από τους Δυτικούς πάτρωνές της και ανάληψη από τη χώρα αυτή ενός ηγετικού ρόλου στον ισλαμικό κόσμο. Το γεγονός αυτό, εφόσον πραγματικά συμβαίνει,  περιέχει, πιστεύω, το κλειδί της αντιμετώπισης της επεκτατικής και κατακτητικής Τουρκίας και της ανάσχεσής της. Πιστεύω πως, αντί να παραθέτουμε επιχειρήματα, πρέπει να ζυγίσουμε τα υπέρ και τα κατά αυτού που μας ζητούν  και αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να κάνουμε. Γιατί μας ζητούν κάτι και δεν εκλιπαρούμε εμείς, όπως συνήθως συμβαίνει.

Αν υποθέσουμε ότι αρνούμεθα την συνεργασία και την παροχή διευκολύνσεων προς το Ισραήλ, τι θα συμβεί; Η πιο πιθανή εξέλιξη θα είναι να  πάρουν ό,τι ζητούν χωρίς τη δική μας συναίνεση, όπως έγινε κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίπτωση αυτή, ο κίνδυνος να καταλήξουμε σε μια Ελλάδα της Μελούνας θα είναι μεγάλος. Στην αντίθετη περίπτωση, παρέχοντας τις διευκολύνσεις που μας ζητούν, θα αποκτήσουμε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα απέναντι στην Τουρκία. Δηλαδή, την προτίμηση και την υποστήριξη των Δυτικών, πράγμα για το οποίο  πάντα μακαρίζαμε την Τουρκία που κατά την αντίληψή μας το απολάμβανε.
 Ό,τι και να επιλέξουμε, ο δρόμος προς την κόλαση είναι ανοικτός. Οπωσδήποτε, πρέπει να εγκαταλείψουμε  την ευδαιμονική νάρκωσή μας και να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Όμως και να μην το κάνουμε, η πραγματικότητα έχει αρχίσει να εμφανίζεται και είναι σκληρή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek