του Θ. Ντρίνια, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Ο Άκης Γαβριηλίδης, για όσους δεν τον ξέρουν, είναι ένας από τις κύριους εκφραστές του ρεύματος του «αντιεθνικισμού», το οποίο είναι η ιδεολογική μόδα ενός μεγάλου τμήματος της ανανεωτικής, της ευρωπαϊστικής και της αντιεξουσιαστικής Αριστεράς στη χώρα. Αν και αρθρογραφεί συχνά σε έντυπα του ανανεωτικού χώρου, πιο γνωστός έγινε τους τελευταίους μήνες με την έκδοση του βιβλίου του Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού. Ρίτσος – Ελύτης – Θεοδωράκης – Σβορώνος. (Εκδόσεις Futura, 2006). Όπως καταλαβαίνει κάποιος, ήδη από την παράθεση των ονομάτων που έπονται του κυρίου τίτλου, στο στόχαστρο του συγγραφέα δεν είναι απλά ο «ριζοσπαστικός πατριωτισμός» αλλά ο αριστερός πατριωτισμός, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από τις συγκρούσεις της δεκαετίας του ’40 (Έπος του ’40-’41, Εθνική Αντίσταση, Εμφύλιος) και τις απηνείς διώξεις που υπέστησαν οι ηττημένοι από το μετεμφυλιακό κράτος και τους διεθνείς προστάτες του. Το βιβλίο, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλό του, θέτει το ερώτημα και ανιχνεύει πιθανές απαντήσεις για το «…πώς μπορούμε να γλιτώσουμε από τη λατρεία του θανάτου, από αυτόν τον εθνικισμό που εμφανίζεται ως κομμουνισμός, ή τον κομμουνισμό που εμφανίζεται ως εθνικισμός, ή ενδεχομένως που είναι όντως εθνικισμός; Δηλαδή αυτόν τον εθνοκομμουνισμό, την υπεράσπιση του “εθνικού κοινωνικού κράτους”…».

Στόχος του παρόντος σχολίου δεν είναι να κριτικάρει ή να ανασκευάσει τα όσα γράφει ο Γαβριηλίδης. Αυτό έχει ήδη γίνει από πολλούς και ίσως να μην είναι ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς την κεντρική ιδέα της άποψης ότι, «μετά την ενδοεθνική σύγκρουση της δεκαετίας του ’40, η ελληνική αριστερά […] οδηγήθηκε σε μια συγκρότηση της υποκειμενικότητας με βάση τη θυματοποίηση – την εξύμνηση των απωλειών, της θυσίας, της οδύνης», η οποία ακολούθως τη βούλιαξε στον βούρκο του πατριωτισμού, την διαπραγματεύεται ένας άνθρωπος ο οποίος, σε πρόσφατο διαδικτυακό διάλογο, παραδέχτηκε ότι: «…Πρώτα απ’ όλα, ίσως σας φανεί περίεργο, αλλά προσωπικά αγνοούσα τελείως αυτή την επιδίωξη του ΔΣΕ. Έχω μεσάνυχτα από την ιστορία του εμφυλίου, διότι δεν είχα κανένα συγγενή στο βουνό, άρα δεν έχω αφηγήσεις από κει, ούτε διδάχτηκα την ιστορία αυτή πουθενά αλλού, ούτε διάβασα ποτέ τα σχετικά βιβλία και τα απομνημονεύματα των αγωνιστών…»!

Ούτε βέβαια ο συντάκτης του παρόντος σχολίου, ερχόμενος σ’ επαφή με το πόνημα του νέου γκουρού του «αντιεθνικισμού», αλλαξοπίστησε κι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη «νεκροφιλία» του και να γίνει ένας καθώς πρέπει «ευρωπαίος» αριστερός! Απλά, ο Γαβριηλίδης, με το εν λόγω βιβλίο, δείχνει αξιοσημείωτο θάρρος και ιδεολογική εντιμότητα, σε πλήρη αντίθεση με την πολιτικάντικη στάση που κρατάει η πλειοψηφία του ευρύτερου χώρου που ανήκει. Γνωρίζει πολύ καλά ότι, για να ξεμπερδεύει κανείς με τον πατριωτισμό της Αριστεράς στην Ελλάδα (συνώνυμο του εθνικισμού κατά την άποψή του), δεν αρκούν η συκοφαντία, η στρεψοδικία και η ιδεολογική τρομοκράτηση, στην οποία επιδίδονται οι σύντροφοί του. Αυτό που χρειάζεται είναι η επίθεση στην ίδια την καρδιά της αριστερής παράδοσης! Της παράδοσης που κουβαλάει τις μνήμες της Αντίστασης, του Εμφυλίου, των αγώνων για Δημοκρατία και ψωμί, των αγώνων για την Κύπρο και την εθνική ανεξαρτησία. Γι’ αυτό και, συμβολικά στον τίτλο, αλλά και ουσιαστικά στο περιεχόμενο του βιβλίου, επιτίθεται σε αυτό που εκπροσώπησαν μέσα από το έργο τους (λογοτεχνικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό) εμβληματικές προσωπικότητες αυτής της παράδοσης όπως ο Ρίτσος, ο Σβορώνος, ο Θεοδωράκης κι ο Ελύτης (στους οποίους χρεώνει πάσαν νόσον: νεκροφιλία, εθνικισμό, ρατσισμό, φαλλοκρατισμό, αντισημιτισμό, ψευδο-επιστημονισμό, άρρωστο αντι-αμερικανισμό, κ.ο.κ.).

Ο Γαβριηλίδης αντιλαμβάνεται ξάστερα ότι αυτή η παράδοση δημιουργήθηκε από μια Αριστερά η οποία μπόρεσε, από μειοψηφική πολιτική δύναμη το ’30, να γίνει η κύρια εθνική δύναμη («εθνική» με την έννοια ότι εξέφρασε και οργάνωσε το πλειοψηφικό αίτημα για απελευθέρωση) κατά τη διάρκεια της Κατοχής, να δώσει στα ίσια και με ελάχιστα μέσα τη μάχη για την κατάληψη της εξουσίας απέναντι σε θεούς και δαίμονες (Βρετανούς, Αμερικάνους, παλάτι) και, όταν ακόμη ηττήθηκε και γνώρισε τους διωγμούς, να αναδυθεί ως η ηθική νικήτρια, η οποία πολύ γρήγορα ανασυντάχτηκε και πρωτοστάτησε στους αγώνες για Δημοκρατία, μεροκάματο και ανεξαρτησία. Και άρα γι’ αυτούς τους λόγους είναι μια ιδιαίτερα ανθεκτική παράδοση! Ενδεικτικά, για την πολιτική επανάκαμψη της Αριστεράς μετά τον εμφύλιο («εθνικιστική στροφή» τη χαρακτηρίζει!) και με αφορμή το Κυπριακό γράφει: «…η όξυνση του κυπριακού έπαιξε καταλυτικό ρόλο για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Ειδικότερα για την αριστερά, θα λέγαμε ότι αποτέλεσε μια “γενική πρόβα” στο ρόλο της ως “έθνους του έθνους” με τον οποίο επιχείρησε –και επέτυχε– να βγει από το περιθώριο και να ξαναποκτήσει επαφή με τον κόσμο». Κατανοεί δηλαδή ότι το πρόβλημα δεν είναι οι, κατ’ αυτόν, επίγονοι της «νεκροφιλίας» (π.χ. ΚΚΕ, Άρδην, ΚΟΕ, Λαφαζάνης και… ουκ έστιν αριθμός) αλλά η ίδια η παράδοση της Αντίστασης και του αριστερού πατριωτισμού! Και έχει δίκιο! Όσο η παράδοση αυτή θα παραμένει ζωντανή, τόσο θα αποτελεί σημείο αναφοράς για πρόσωπα κι οργανώσεις. Γι’ αυτό και δονκιχωτικά ο συγγραφέας στρέφει το δόρυ του στα φαντάσματα του «ριζοσπαστικού πατριωτισμού» και του «διαφοριστικού ρατσισμού», που εμποδίζουν αυτόν και τους συντρόφους του να συγκροτήσουν μια Αριστερά του «κινήματος των κινημάτων» (σαν αυτή μάλλον που συναντάμε στα «ένδοξα Παρίσια»), που θα τους επιτρέψει να νιώσουν την «ακατανίκητη ελαφρότητα και χαρά τού να είσαι κομμουνιστής»!

Το βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη, παρά τα όσα ενίοτε εξοργιστικά, αφελή ή και κακοχωνεμένα περιέχει, είναι ένα έντιμο βιβλίο. Και αυτό, γιατί ο συγγραφέας του, με απόλυτη συνέπεια και ειλικρίνεια, φτάνει την ιδεολογική του άποψη στο ακρότατο σημείο της: στην αποδόμηση της ίδιας της αριστερής παράδοσης των τελευταίων 60 ετών. Αυτής της παράδοσης, δηλαδή, που στη βέβηλη εκμετάλλευσή της στηρίζουν την πολιτική και εκλογική τους επιβίωση κόμματα, οργανώσεις και πρόσωπα των οποίων η πολιτική στρατηγική έχει ξεκόψει οριστικά από αυτήν. Όλοι αυτοί που σαν καλόγεροι κόβουν τα κομματάκια της και τα πουλάνε για «φυλακτά» στις συναθροίσεις τελετουργικής επίκλησης της «Αριστεράς», τις οποίες οργανώνουν για να μαζεύουν κανέναν πιστό. Αυτοί που γκρέμισαν τον Σβορώνο, τον Κορδάτο ή τον Γληνό, για να τους αντικαταστήσουν με τη Ρεπούση, την Κουλούρη και τον… Λιάκο. Αυτοί που προτείνουν στον Γλέζο να μπει στα ψηφοδέλτιά τους για να τους φέρει ψηφαλάκια, και ταυτόχρονα γράφουν στις εφημερίδες τους για «την πατριωτική αριστερά που έγινε επικίνδυνη». Εκείνοι που ειρωνεύτηκαν τις «χοντρές ελληνικές κοκάλες» του Αυξεντίου (όπως τον έκλαψε ο Ρίτσος) στηρίζοντας με χέρια και με πόδια το Σχέδιο Ανάν. Εκείνοι που τρέχουν να υποστηρίξουν τον Κουφοντίνα στα δικαστήρια, ο οποίος ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για την εκτέλεση Τούρκων πρακτόρων και διπλωματών, και ταυτόχρονα χαρακτηρίζουν όποιον αντιτίθεται ειρηνικά στον τουρκικό επεκτατισμό στο Αιγαίο και την Κύπρο «τουρκοφάγο και αριστεροδεξιό εθνικιστή». Όλοι αυτοί, δηλαδή, που, ενώ υποστηρίζουν παρόμοιες ή ακριβώς τις ίδιες ιδέες με αυτές του Γαβριηλίδη, δεν διαθέτουν το πολιτικό θάρρος που έχει αυτός. Και δεν το διαθέτουν γιατί επιζούν πολιτικά ως ταριχευτές και έμποροι αυτής της αριστερής παράδοσης που κατ’ ουσίαν χλευάζουν! Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι αρκετά έντυπα και εφημερίδες της ανανεωτικής Αριστεράς, παρά τον θεσμοθετημένο «αντιεθνικισμό» τους, έχουν επιβάλει μιαν άτυπη-υγειονομική ζώνη στον Γαβριηλίδη, καθώς καταλαβαίνουν ότι η ιδεολογική και πολιτική του ειλικρίνεια τούς ξεμπροστιάζει και λειτουργεί αρνητικά στον εκλογικό οπορτουνισμό τους.

Με τον Άκη Γαβριηλίδη μάς χωρίζει πραγματική άβυσσος! Αυτός επιθυμεί να ξεμπερδεύει με την αριστερή παράδοση της αντίστασης, εμείς θέλουμε τη διατήρηση των πολύ θετικών της στοιχείων (των ίδιων που θεωρούνται αρνητικά κατά την άποψή του) και τον εκσυγχρονισμό τους μέσα από τη «γείωσή» τους με τις απαιτήσεις της εποχής μας. Όμως, δεν μπορούμε να μην του αναγνωρίσουμε μια θαυμαστή ιδεολογική συνέπεια, στοιχείο υπό εξαφάνιση από τους πολυπληθείς (κρυπτο)ομοϊδεάτες του, οι οποίοι αναδεικνύονται πρωταθλητές στον σαλταπιδισμό και την «κωλοτούμπα», μόνο και μόνο για να επιβιώσουν πολιτικά. Για τους τελευταίους αξίζει η απλή, αγνή περιφρόνηση…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek