του Ε. Γκόλντσμιθ, από το Άρδην τ. 62, Νοέμβριος 2006 -Ιανουάριος 2007

Πρόλογος στο βιβλίο Το αστικό χωριό: μια Χάρτα για τη Δημοκρατία και την Αειφόρο Ανάπτυξη στην πόλη, του Αλβέρτου Μανιάκι (Alberto Magnaghi). Το βιβλίο κυκλοφορεί στην αγγλική από τις εκδόσεις Zed Books.
η διατριβή του σημαντικού αυτού έργου είναι πραγματικά ριζοσπαστική. Ο Αλβέρτος Μανιάκι, ένας ιδιαίτερα σεβαστός πολεοδόμος, στην πραγματικότητα μας καλεί να αντιστρέψουμε τις σύγχρονες τάσεις προς μια πλήρως παγκοσμιοποιημένη οικονομία στην οποία τεράστιες πολυεθνικές αντικαθιστούν τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ οι άνθρωποι της υπαίθρου εγκαταλείπουν τα χωριά τους και μετακινούνται σε ακόμη πιο τερατώδεις πόλεις, όπου η άμεση συμμετοχική δημοκρατία συστηματικά υποκαθίσταται από απόμακρες γραφειοκρατίες.
Δυστυχώς, αυτές οι τάσεις ποτέ δεν προχώρησαν γρηγορότερα. Ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται, από τα σημερινά έξι δισεκατομμύρια, να φτάσει τα οκτώ στα επόμενα 25 χρόνια, με το 90% της αύξησης να συμβαίνει στις αστικές περιοχές του Τρίτου Κόσμου. Με αυτό τον ρυθμό, στα αμέσως επόμενα χρόνια, τουλάχιστον 23 πόλεις αναμένεται να ξεπεράσουν τον πληθυσμό των δέκα εκατομμυρίων και αρκετές, μεταξύ των οποίων το Μουμπάι (πρ. Βομβάη), το Λάγος, το Σάο Πάολο και το Καράτσι, θα πλησιάζουν το μέγεθος του Τόκυο των 26 εκατομμυρίων κατοίκων.
Σύμφωνα με τον Ερβέρτο Γιραρδέ, στις επόμενες δύο δεκαετίες, περισσότεροι από δώδεκα εκατομμύρια θα μεταναστεύουν ετησίως από την ύπαιθρο προς τα αστικά κέντρα, πράγμα που συνεπάγεται την οικοδόμηση τετρακοσίων (400) νέων πόλεων με μέσο πληθυσμό τις εξακόσιες χιλιάδες κατοίκους. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μετανάστες θα είναι μικροί αγρότες, από τους οποίους υπάρχουν ακόμη τετρακόσια με πεντακόσια εκατομμύρια στην Ινδία και εννιακόσια εκατομμύρια στην Κίνα, λίγοι εκ των οποίων έχουν τη δυνατότητα να παράγουν τροφή αρκετά φτηνή ώστε να ανταγωνιστούν τη μαζική, υψηλά επιδοτούμενη παραγωγή, στην Ευρώπη και την Αμερική.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, ήδη, τουλάχιστον το 50% του αστικού πληθυσμού της Ινδίας ζει σε παράγκες. Το Μουμπάι, με πληθυσμό 14 εκατομμύρια, όπως σημειώνει ο Μαντζέτ Κριπαλάνι, έχει μετατραπεί σε «ένα σαρωτικό συνονθύλευμα καταθλιπτικών παραγκουπόλεων, φρακαρισμένων δρόμων, υπερφορτωμένης δημόσιας συγκοινωνίας, υπερβολικά πολλών επιχειρήσεων και αποσυντιθέμενων εμπορικών και ιδιωτικών κτιρίων».
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι, με τις παρούσες τάσεις, αυτή η κατάσταση μόνο να χειροτερέψει μπορεί, γιατί δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο η ινδική κυβέρνηση θα μπορούσε ποτέ να αντέξει το κόστος κατασκευής της υποδομής που χρειάζεται για να μπορέσει να ζήσει σε ανθρώπινες συνθήκες η μάζα των νέων κατοίκων. Λόγου χάριν, από πού θα μπορούσαν να βρεθούν τα χρήματα για να δημιουργηθεί νέο αποχετευτικό δίκτυο και σύστημα αποκομιδής απορριμάτων ώστε να αποφευχθούν επιδημίες μεταδιδόμενων νοσημάτων; Πώς μπορεί να βρεθούν δουλειές για τις μάζες των μεταναστών από τις αγροτικές περιοχές, εκ των οποίων οι περισσότεροι δεν έχουν καμία από τις δεξιότητες που χρειάζεται η σύγχρονη αστική οικονομία; Πώς μπορεί ο φυσικός κόσμος, που ήδη υποβαθμίζεται με ανεξέλεγκτο ρυθμό, να απορροφήσει τον αυξημένο αντίκτυπο, ειδικά καθώς οι ίδιες τάσεις εμφανίζονται σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο;
Οφείλουμε επίσης να κατανοήσουμε ότι, από οικολογική άποψη, η σύγχρονη προαστιακή εξάπλωση της πόλης δεν είναι παρά ένα τεράστιο καρκίνωμα που απορροφά τεράστιες ποσότητες φυσικών πόρων από την περιβάλλουσα επαρχία, παράγοντας στη θέση τους τεράστιες ποσότητες διαρκώς αυξανόμενων τοξικών αποβλήτων, όπως λέει ο Άβελ Ουώλμαν: «Μια πόλη είναι σαν ένα τεράστιο κτήνος με πολύ συγκεκριμένο μεταβολισμό. Κάθε μέρα πρέπει να καταπιεί εννιά χιλιάδες τόννους ορυκτών καυσίμων, δύο χιλιάδες τόννους τροφής, εικοσιπέντε χιλιάδες τόννους ύδατος, τριανταμία χιλιάδες πεντακόσιους τόννους οξυγόνου, και επιπροσθέτως άγνωστες ποσότητες διαφόρων μετάλλων. Πρέπει επίσης να ξεράσει στον ίδιο χρόνο κάπου εικοσιοκτώ χιλιάδες πεντακόσιους τόννους διοξειδίου του άνθρακος, δώδεκα χιλιάδες τόννους υδάτων, εκατόν πενήντα τόννους σωματιδίων, πεντακόσιους τόννους βοθρολυμάτων μαζί με τεράστιες ποσότητες σκουπιδιών, θειούχων και νιτρικών οξιδίων και πολλών ακόμη ετερογενών υλικών».
Ακόμη, και οι πόλεις ευθύνονται για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Δορυφορικές μελέτες έδειξαν ότι οι μεγα-πόλεις δημιουργούν τεράστιες ζώνες θερμότητας, που ενθαρρύνουν το νέφος και στρώνουν το έδαφος στις ηλεκτρικές καταιγίδες. Ακόμη χειρότερα, σύμφωνα με μια έκθεση του αμερικάνικου πανεπιστημίου Τζων Χόπκινς της Βαλτιμόρης, αυτές παράγουν περίπου 80% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος, που είναι κυρίως υπεύθυνες για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και επιπροσθέτως καταλαμβάνουν όλο και περισσότερη γη, η οποία όμως, καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται, είναι απαραίτητη για την παραγωγή τροφής.
Όντως, ο Λέστερ Μπράουν καταδεικνύει ότι τρεις χώρες που «αναπτύχθηκαν» περισσότερο και εκ τούτου αστικοποιήθηκαν περισσότερο, στη νοτιανατολική Ασία, η Ιαπωνία, η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα, έχασαν το 45% ως 55% της καλλιεργήσιμης με δημητριακά γης, μια τάση που ολοφάνερα πρέπει να αναστραφεί, όπως ξεκαθαρίζει ο Αλβέρτος Μανιάκι. Η άποψή του είναι ότι η κοινωνία, όπως κι η οικονομία της, πρέπει να αποκεντρωθεί. Ιδεατά, βλέπει μια κοινωνία φτιαγμένη από ένα δίκτυο χωριών το καθένα εκ των οποίων θα έχει τις τοπικές του παραδόσεις, συνεργαζόμενα κατά το δυνατόν το ένα με το άλλο.
Αυτά τα χωριά θα σχηματίζουν έναν συνεκτικό ιστό κοινοτήτων, πράγμα που σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι τα μέλη αυτών των κοινοτήτων θα συνδέονται με την υποχρέωση της αλληλοβοήθειας, όπως συνέβαινε πάντα στις παραδοσιακές κοινωνίες. Δεν μπορούν, δηλαδή, να συγκροτηθούν από ανθρώπους που επιζητούν μόνον το ίδιον όφελος, όπως συμβαίνει στις εξατομικευμένες κοινωνίες, στις οποίες ζουν οι περισσότεροι από μας σήμερα. Επίσης, ο Μανιάκι βλέπει τη δημοκρατία ως συμμετοχική δημοκρατία.
Η συμμετοχική διακυβέρνηση είναι δυνατή μόνο στο επίπεδο της κοινότητας, στο οποίο όλοι δύνανται να έχουν λόγο, και στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται ακριβώς από αυτούς που τους επηρεάζουν. Η συμμετοχική δημοκρατία είναι πολύ μακριά από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Σύμφωνα με τον Γκρέιντερ, τα λόμπυ των επιχειρηματιών σήμερα αντιμετωπίζουν τους ψηφοφόρους σαν κάτι λίγο παραπάνω από «ένα παθητικό σύνολο καταναλωτών – ένα μαζικό κοινό εν δυνάμει αγοραστών». Οι πιο εκλεπτυσμένες και καλοπληρωμένες εταιρείες έρευνας της αγοράς προσλαμβάνονται για να χειραγωγήσουν τους ψηφοφόρους κατά τον πιο εξοργιστικό τρόπο, ώστε να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δημοκρατία είναι περίπου αστειότητα: Οι άνθρωποι ψηφίζουν κατά των ίδιων τους των συμφερόντων χωρίς να το γνωρίζουν. Για να πειστεί, λόγου χάριν, το αμερικάνικο κοινό να αποδεχθεί τη Συνθήκη της NAFTA και τον GATT Κύκλο της Ουρουγουάης, όπως σημειώνει ο Δαυίδ Κόρτεν, «χρειάστηκε μια μαζική προωθητική καμπάνια, χρησιμοποιήθηκαν οι πιο προηγμένες τεχνικές που είχαν ως τότε αναπτύξει οι κυρίαρχοι της μαζικής χειραγώγησης του αγοραστικού κοινού και των ΜΜΕ».
Αυτό που κατόρθωσαν ήταν να πείσουν το κοινό ότι το ελεύθερο εμπόριο «είναι συνώνυμο με τη δημοκρατία και την πολιτική ελευθερία» – και τίποτε δεν βρίσκεται πιο μακριά απ’ την αλήθεια. Ο Τζ. Π. Ναραγιάν, πολιτικό τέκνο του Μαχάτμα Γκάντι, διακηρύσσει διαρκώς ότι η υπεύθυνη κοινωνία είναι υποχρεωτικά μια συμμετοχική δημοκρατία. Ο Τοκβίλ, επίσης, σημείωνε ότι, σε μια συμμετοχική δημοτική δημοκρατία, «η συνεργασία κάθε προσώπου σε όσα την αφορούν, διασφαλίζει την προσήλωση στο συμφέρον της. το βιοτικό επίπεδο που του προσφέρει εξασφαλίζει την προσήλωσή του. και η ευημερία της είναι ο σκοπός των σχεδίων του και της μελλοντικής του επιρροής». Ο Τζέφερσον, επίσης, επέμενε ότι η προσωπική συμμετοχή στη δημοτική κυβέρνηση και η πολιτική εκπαίδευση κάνουν τους πολίτες ικανούς να ξεπεράσουν το προσωποκεντρικό συμφέρον και διασφαλίζουν το κοινό συμφέρον.
Η εντοπισμένη συμμετοχική δημοκρατία, σημειώνει ο Μανιάκι, πρέπει να είναι κατά το δυνατόν αυτάρκης. Η αυτάρκεια των χωριών ήταν επίσης ουσιαστικής σημασίας για τον Μαχάτμα Γκάντι. Το έμβλημα της γκαντιανής φιλοσοφίας, συγκεκριμένα, η οικονομική της φιλοσοφία, ήταν η τσάρκα, η παραδοσιακή ινδική ρόκα. Ο Γκάντι δεν βαρέθηκε ποτέ να περιγράφει πώς τα ινδικά χωριά πριν τη βρετανική αυτοκρατορία –κι ήταν κάπου 500.000 χωριά– ευημερούσαν ιδιαίτερα, πραγματικές κυψέλες δημιουργίας, μια ευημερία που δεν στηριζόταν μόνο στη γεωργία αλλά και στην παραγωγή τεχνουργημάτων, χειροποίητων υφασμάτων. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε χωριό υπήρχαν κλώστες, λαναράδες, υφαντές και βαφείς, που παρήγαγαν υψηλής ποιότητας υφάσματα. Υπό τη βρετανική αυτοκρατορία, τεράστιοι φόροι επιβλήθηκαν στα χειροποίητα ινδικά υφάσματα, ώστε να δημιουργηθεί αγορά για τα μαζικής παραγωγής υφάσματα από τις κλωστοϋφαντουργίες του Λανκασάιρ.
Για τον Γκάντι, ήταν πρώτα απ’ όλα αυτός ο φόρος ο οποίος οδήγησε στη φρικτή φτώχεια τον μέσο Ινδό χωρικό. Η ιδέα του για την αυτάρκεια ενσαρκωνόνταν στην αρχή του Σουαδέσι (Swadeshi), βάσει του οποίου οι χωρικοί όφειλαν να αποκτήσουν όποια αγαθά ή υπηρεσίες χρειάζονταν, από το ίδιο τους το χωριό.
Για τον Ρόυ Ντάσμαν, του πανεπιστημίου του Τιμίου Σταυρού της Καλιφόρνιας –μέγας περιβαλλοντολόγος– το ιδανικό είναι ο «άνθρωπος οικοσύστημα», δηλαδή ο άνθρωπος που ζει από το δικό του οικοσύστημα κι είναι το αντίθετο του «ανθρώπου βιόσφαιρα», που αποκτά τα αγαθά που χρειάζεται από μακρινούς τόπους, δηλαδή από τη βιόσφαιρα ως σύνολο.
Ο Μανιάκι λέει περίπου το ίδιο πράγμα. Γι’ αυτόν, το τοπικό εμπόριο αναπτύσσει μιαν τοπική οικονομία, αυξάνει την ποικιλότητα των διαφόρων –διαθέσιμων στο δίκτυο των αγροτικών και αστικών κοινοτήτων– προϊόντων. Το σούπερ μάρκετ, κι ακόμη περισσότερο το χάυπερμάρκετ, καταστρέφουν αυτό το δίκτυο μαζί με την τοπική οικονομία, δημιουργούν ανεργία σκοτώνοντας την μικρή τοπική επιχείρηση και αντικαθιστώντας τη με μεγαλύτερες επιχειρήσεις, αφιερωμένες στη μαζική παραγωγή αγαθών κατώτερης ποιότητας.
Για να ευημερήσει η ντόπια κοινότητα, πρέπει πάνω απ’ όλα να έλξει την αειφορία της από την ίδια τη γη που καταλαμβάνει, την οποία ο Μανιάκι βλέπει ως μέρος της ίδιας της κοινότητας. Αυτή είναι κι η οπτική αυτού του εξαιρετικού άνδρα, του Ουέντελ Μπέρρυ – αγρότη, φιλοσόφου και ποιητή:
«Δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για την ανθρώπινη κοινότητα αν θέλουμε να μιλήσουμε για μια υγιή κοινότητα. Θα μιλήσουμε για τη γειτονία των ανθρώπων με τον ίδιο τον τόπο: το χώμα του, τα νερά του, τον αέρα του κι όλες τις οικογένειες και τις φυλές των μη ανθρωπίνων πλασμάτων που τον κατοικούν. Αν αυτή η κοινότητα είναι υγιής, τότε πιθανότατα είναι και αειφόρος, αυτάρκης κατά το μέγιστο και ελεύθερη από την τυραννία. Κι αυτό σημαίνει ότι τα μέλη της κοινότητας, κι όχι η κυβέρνηση, οφείλουν να ελέγχουν τη γη, τα δάση, τους ποταμούς και τις θάλασσες, απ’ όπου συγκεκριμένες κοινότητες αντλούν την αειφορία τους».
Πώς να διαφωνήσει κανείς μαζί του; Όντως, δεν μπορεί να επιτρέπεται σε κάποια μακρινή κεντρική κυβέρνηση να αποφασίζει αν τεράστια πλοία-εργοστάσια, εφοδιασμένα με τεχνολογία αιχμής, θα εξολοθρεύσουν τους πληθυσμούς ιχθύων από τους οποίους εξαρτώνται παραδοσιακά οι κοινότητες των ψαράδων, οι οποίες τους διαχειρίζονταν με σύνεση και αειφόρως επί αιώνες. Αυτό μόνο στη φτώχια, τη μιζέρια και τη δημιουργία ακόμη περισσότερων παραγκουπόλεων σε αστικά κέντρα, που θα φυτρώνουν σα μανιτάρια, μπορεί να οδηγήσει, όπως ήδη συμβαίνει στον τρίτο κόσμο.
Γενικώς, η ουσία του μηνύματος του Μανιάκι είναι πολύ κοντά σε αυτό του Ιωάννη Καββάνο, Διευθυντή του Κέντρου Πολιτικών Σπουδών της Ουάσιγκτον και, πιο πρόσφατα, του Διεθνούς Φόρουμ για την Παγκοσμιοποίηση στον Άγιο Φραγκίσκο:
«Το κλειδί για την αληθινή Δημοκρατία σε αυτή τη δεκαετία θα είναι αγώνας των κοινοτήτων και των οργανώσεων των πολιτών να ελέγξουν την ίδια τους τη μοίρα, να πάρουν τον έλεγχο στην ίδια τους τη γη και στις φυσικές πηγές, να αποφασίζουν συλλογικά για όσα επηρεάζουν το μέλλον τους. Οι συμφωνίες για το ελεύθερο εμπόριο, που συζητούνται αυτή τη στιγμή, παίρνουν τις αποφάσεις αυτές και τις ρίχνουν στα χέρια του ιδιωτικού τομέα».
Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι πολλές από αυτές τις συνθήκες επικρατούσαν μέχρι πρόσφατα στην Ελβετία. Σε αυτή τη χώρα, η πολιτική δύναμη είναι εγκατεστημένη εντός της κοινότητας, που συχνά αποτελείται από λίγα χωριά μιας συγκεκριμένης κοιλάδας. Αρχικά, η διακυβέρνηση της κοινότητας ήταν πλήρως συμμετοχική και άμεση. Την εξουσία είχε το Landsgemeinde, η δημογεροντία, που συγκεντρωνόταν σε κύκλο (δαχτυλίδι) σε δημόσιο μέρος, για να πραγματοποιήσει τις θρησκευτικές τελετές και να λάβει τις σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τη διακυβέρνηση.
Σήμερα, αυτό συμβαίνει μόνο σε λίγα ορεινά καντόνια, όπως τα Glaris, Unterwald και Appenzell.
Αρχικά, οι κοινότητες συνδέονταν μεταξύ τους, δημιουργώντας μια χαλαρή ένωση, που αναφέρεται στους Grisons ως «υπευθυνότητα» (jurisdiction). Χρειάστηκε η ναπολεόντειος κατοχή, στις αρχές του 19ου αιώνα, ώστε αυτές οι χαλαρές συμμαχίες ή καντόνια να θεσμοθετηθούν. Αυτές οι μεγαλύτερες ομάδες συνδέθηκαν περαιτέρω για να δημιουργήσουν την Ελβετική Συνομοσπονδία. Παρά ταύτα, οι κοινότητες κράτησαν αρκετή από την παλιά τους δύναμη, επιτρέποντας περιορισμένη εξουσία στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Μεταξύ άλλων, η σύνθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αντιπροσωπεύει αυτή του κοινοβουλίου, πράγμα που σημαίνει ότι αποτελείται από ανθρώπους, από ομάδες και από κόμματα όλων των ειδών κι έτσι έχει περιορισμένη δυνατότητα να παρακάμψει ριζικά το status quo. Επιπρόσθετα, ο πρόεδρος εκλέγεται μόνο για ένα έτος, πράγμα που περιορίζει ακόμη περισσότερο την εξουσία. Δεν είναι τυχαίο πως ελάχιστοι άνθρωποι εκτός Ελβετίας είναι σε θέση να κατονομάσουν τον πρόεδρό της, ή οποιονδήποτε εκ των πάλαι ποτέ προέδρων της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει τον Χίτλερ, τον Στάλιν, ακόμη και τον Αμίν Νταντά της Ουγκάντα, αλλά το ελβετικό πολιτικό σύστημα δεν έχει παραγάγει τέτοιους ανθρώπους.
Δυστυχώς, το σύστημα αυτό, της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας, δύσκολα επιβιώνει της οικονομικής ανάπτυξης και της εκβιομηχάνισης. Οι ντόπιοι δεν έχουν πια τη δυνατότητα της αυτοδιοίκησης σε τοπικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, πολλοί απ’ αυτούς έχουν την τάση να μετακινούνται προς τις μεγάλες πόλεις, όπως και σε κάθε άλλο μέρος του κόσμου. Οι πολυεθνικές, επίσης, έχουν γίνει πανίσχυρες. Παρά ταύτα, η Ελβετία παραμένει το πιο αποκεντρωμένο από τα ευρωπαϊκά κράτη και έχει ανεκτίμητη αξία να μάθουμε πως ακριβώς δουλεύει η άμεση συμμετοχική της δημοκρατία και πώς, βέβαια με ορισμένες μετατροπές, θα μπορούσε να μας παράσχει ένα μοντέλο για το είδος της κοινωνίας που ο Αλβέρτος Μανιάκι υποδεικνύει πώς πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε.
πηγεσ

  1. Herbert Girardet, Cities People Planet. εκδ. John Wiley, Chichester, UK, 2004.
  2. Manjeet Kripalani, από το Business Week της 1ης Νοεμβρίου 2004.
  3. Abel Wolmar, “The Metabolism of Cities”, από το Scientific American του Σεπτεμβρίου 1965.
  4. Lester Brown, “Who will feed China: Wake-up call for a small planet”, εκδ. The Worldwatch Institute, Ουάσιγκτον, Σεπτέμβριος 1995.
  5. William Greider, Who Will Tell the People? The Betrayal of American Democracy, εκδ. Touchstone, Simon & Schuster, Νέα Υόρκη, 1993.
  6. David Korten, When Corporations Rule the World, εκδ. Kumarian Press, 1995.
  7. J. P. Narayan, “Communitarian Society and Panchayati Raj”, εκδ. Bimal Prasad Chanakya Publications, Ινδία 1985.
  8. Alexis DeTocqueville, Democracy in America, Τόμοι Ι 1835, II, 1840
  9. Wendell Berry, The Unsettling of America: Culture and Agriculture, εκδ. Sierra Club Books, University of California Press, Μάρτιος 1996.
    Μετάφραση:
    Λαμπρινή Θωμά

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek