του Α. Γουέιρ, από το Άρδην τ. 61, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006

Ο Μπόρις Μπερεζόφσκι είναι ένας από τους επτά, διάσημους εντός και εκτός της Ρωσίας, «ολιγάρχες». Πλούσιοι και ισχυροί, τα μέλη της ολιγαρχίας είχαν κατορθώσει να ελέγχουν με τη βία, την υπεξαίρεση και τη διαφθορά τεράστιο μέρος της ρώσικης οικονομίας (οι αναφορές ποικίλουν μεταξύ του 70% και του 85%), από την πετρελαϊκή βιομηχανία και την αυτοκινητοβιομηχανία μέχρι τα ΜΜΕ.

Συγχρόνως, αυτή η ομάδα απόκτησε σταδιακά τον έλεγχο πάνω στο πολιτικό καθεστώς της χώρας. Χρησιμοποιώντας οικονομικούς πόρους αμφιβόλου προελεύσεως και τις προσβάσεις της στην εξουσία, η ολιγαρχία διόριζε και έπαυε πρωθυπουργούς και ανώτερα κυβερνητικά στελέχη, δίχως καν να μπαίνει στον κόπο να συγκαλύπτει τις παρεμβάσεις της.
Το 1997 ο ιδρυτής της Γιούκος, Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, μέλος αυτής της ομάδας κι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας, είχε δηλώσει σε μία συνέντευξη ότι:

«Εάν αξιολογήσουμε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες με βάση την κερδοφορία, η πολιτική είναι η πιο επικερδής ενασχόληση. Όταν βλέπουμε ότι η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μία σοβαρή κατάσταση, τραβούμε κλήρο για το ποιος από το περιβάλλον μας θα ασχοληθεί μαζί της»1.
Σχεδόν όλα τα μέλη της ολιγαρχίας, όπως αποδεικνύεται, έχουν συγκεκριμένες σχέσεις με το Ισραήλ. Ο δε Μπερεζόφσκι έχει ισραηλινή υπηκοότητα, γεγονός που προκάλεσε ένα σκάνδαλο διαστάσεων Γουότεργκεϊτ όταν αποκαλύφθηκε, το 1996, από μία ρωσική εφημερίδα2.
Έχει τόσο μεγάλη σημασία η διπλή εθνικότητα του Μπερεζόφσκι; Ναι. Στα πλαίσια της παγκόσμιας διακυβέρνησης, τα συμφέροντα του Ισραήλ και της Ρωσίας σαφώς αντιτίθενται. Το Ισραήλ θεωρεί ότι είναι προς τα συμφέροντα του να εγκαταστήσει στην Ρωσία ένα φιλικό καθεστώς, γιατί θεωρεί πως ο Πούτιν συμμαχεί με τους εχθρούς του.

Για το Ισραήλ είναι ιδανικό να έχει έναν υπήκοό του στα ανώτερα κλιμάκια της ρωσικής κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο συνέβαινει και στην περίπτωση του Μπερεζόφσκι. Ένα άρθρο της Jerusalem Post είναι αποκαλυπτικότατο επί του θέματος: παρουσιάζει τον Μπερεζόφσκι ως «νονό της ολιγαρχίας» και «άρχοντα της ρώσικης πολιτικής» ενώ παραθέτει και μία δήλωσή του όπου λέει ότι «η Ρωσία του Πούτιν αποτελεί κίνδυνο για το Ισραήλ» και ότι ο Πούτιν «υποστηρίζει την τρομοκρατία» στην Μέση Ανατολή, μέσω των ιδιαίτερων σχέσεων που είχε στο παρελθόν με το Ιράκ αλλά και των στενών σχέσεων που διατηρεί μέχρι σήμερα με το Ιράν3.

Οι Ρώσοι, βέβαια, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τον ρόλο του Μπερεζόφσκι στη χώρα. Όντως, ήταν πολύ ανησυχητικό ν’ ανακαλύπτουν ότι ένας ισχυρός ηγέτης της χώρας τους και μέλος του Ρώσικου Συμβουλίου Ασφαλείας ήταν Ισραηλινός υπήκοος.

Ως αποτέλεσμα των αποκαλύψεων των ΜΜΕ, αλλά και άλλων περιστατικών, οι σχέσεις της «ολιγαρχίας» με το Ισραήλ είναι πλέον γνωστές τόσο στην Ρωσία όσο και στο εξωτερικό. Στο Ισραήλ τα ΜΜΕ αναφέρονται σ’ αυτήν τακτικά, τις περισσότερες φορές με κολακευτικά σχόλια, ενώ μία πρόσφατη επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Η Ολιγαρχία» είχε ως θέμα αυτήν την ομάδα.

«Μερικά από τα επεισόδιά της» γράφει ο ισραηλινός Γιούρι Αβνερυ, «μοιάζουν εξωπραγματικά ή μάλλον θα ήταν εάν δεν είχαν προκύψει από πραγματικές πηγές: τους πρωταγωνιστές τους που καυχιούνται παντού για τους αξιοθρήνητους άθλους τους. Η σειρά είχε παραγωγούς Εβραίους μετανάστες από την Ρωσία».

Ο Άβνερυ γράφει ότι η ολιγαρχία χρησιμοποίησε την «κλοπή, τη δωροδοκία και τον φόνο», καθώς «εκμεταλλεύτηκε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης για να λεηλατήσει τα κρατικά ταμεία κερδίζοντας δισεκατομμύρια δολάρια. Προκειμένου να διαφυλάξει τη θέση της, πήρε το ρώσικο κράτος υπό τον έλεγχό της. Έξι από τα επτά μέλη της είναι Εβραίοι.»4

Σύμφωνα με ένα άρθρο του Ντέϊβιντ Χόφμαν (David Hoffman) στην Ουάσιγκτον Ποστ, αυτή η ομάδα εξαγόραζε και ήλεγχε ανώτατα κυβερνητικά στελέχη. Μετά τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του Γιέλτσιν το 1996, γράφει ο Hoffman: «οι μεγιστάνες συναντήθηκαν και αποφάσισαν να τοποθετήσουν έναν από αυτούς στην κυβέρνηση. Έπειτα από διαπραγματεύσεις διάλεξαν τον Βλαντιμίρ Ποτάνιν, ο οποίος έγινε αναπληρωτής πρωθυπουργός. Ένας λόγος που τον διάλεξαν είναι ότι ο ίδιος δεν είναι Εβραίος, διότι φοβόντουσαν ότι σε διαφορετική περίπτωση θα υπήρχε κατακραυγή εναντίον των Εβραίων ιδιοκτητών τραπεζών»5.

Οι Ρώσοι απεχθάνονται τα μέλη της ολιγαρχίας, τους θεωρούν κακοποιούς που απομύζησαν τη χώρα. Εφηύραν κι έναν νέο όρο για την κυριαρχία τους:«σεμιμπαρκίνσινα» που σημαίνει «η εξουσία των επτά τραπεζιτών», για τους οποίους είναι ευρέως γνωστό ότι διατηρούν μικρούς αλλά δολοφονικούς ιδιωτικούς στρατούς. Επίσης, κυκλοφορούν φήμες ότι ο Μπερεζόφσκι είναι υπεύθυνος για την δολοφονία ενός Αμερικανού δημοσιογράφου, του διευθυντή της ρώσικης έκδοσης του Forbes, Πωλ Κλέμπνικοφ.

Ενώ κανείς δεν έχει κατηγορηθεί επίσημα για την δολοφονία του Κλέμπνικοφ, ο οποίος είχε γράψει ένα βιβλίο για τον Μπερεζόφσκι, πολλοί συνδέουν τον ίδιο με το συμβάν. Όπως έγραψε κι ένας φίλος του Κλέμπνικοφ: «Η πείρα λέει ότι ποτέ δεν πρέπει να μπλέκεις μ’ αυτούς τους βίαιους δισεκατομμυριούχους, εκτός αν θέλεις να επιστρέψεις σπίτι σου μέσα σε φέρετρο»6.

Η εμπλοκή στην Τσετσενία
«Ο Μπερεζόφσκι καυχιέται ότι ξεκίνησε τον πόλεμο της Τσετσενίας», γράφει ο Άβνερυ, «στον οποίο δεκάδες χιλιάδες σκοτώθηκαν και μία ολόκληρη χώρα εξαφανίστηκε. [Ο Μπερεζόφσκι] ενδιαφερόταν για τα κοιτάσματα της περιοχής και για έναν αγωγό που θα διερχόταν από τα εδάφη της. Προκειμένου να τ’ αποκτήσει, έθεσε τέλος στην ειρηνευτική συμφωνία που παραχωρούσε στην χώρα περιορισμένη ανεξαρτησία. Τα μέλη της ολιγαρχίας απέπεμψαν τον Αλεξάντερ Λέμπεντ, τον δημοφιλή στρατηγό που σχεδίασε την συμφωνία, κι από τότε ο πόλεμος συνεχίζεται».
«Στο τέλος», συνεχίζει ο Άβνερυ, «υπήρξε αντίδραση: ο σκληρός, πρώην πράκτορας της Γκα-Γκε-Μπε, Βλαντιμίρ Πούτιν, συγκέντρωσε την εξουσία στα χέρια του, πήρε τον έλεγχο των ΜΜΕ, φυλάκισε ένα από επτά μέλη της ομάδας (τον Μιχαήλ Χοντορκόφσκι) και ανάγκασε άλλους να φύγουν από την χώρα (ο Μπερεζόφσκι είναι στην Αγγλία, ο Κουϊζίνσκι στο Ισραήλ και ο Μιχαήλ Τσερνόυ φέρεται να κρύβεται κάπου στην χώρα)».
Παρ’ όλα αυτά, εκτός από την Ουάσιγκτον Ποστ, κανένα άλλο αμερικανικό μέσο δεν αναφέρθηκε σε τίποτε από αυτά.Αντίθετα, παρουσιάζουν τον Μπερεζόφσκι και την συμμορία του ως «αμερικανικού στυλ» επιχειρηματίες που βρίσκονται υπό διωγμό από μία κυβέρνηση που, για να επαναλάβουμε ένα δημοσιογραφικό κλισέ, έχει «πολιτικά κίνητρα».

Τα ρεπορτάζ των αμερικανικών μέσων, ακόμα και όταν περιστασιακά υπαινίσσονται τις αποτρόπαιες πρακτικές των μελών της ολιγαρχίας, τείνουν να χρησιμοποιούν ήπιες εκφράσεις όπως «οι παράτολμοι νεαροί κεφαλαιοκράτες»7. Για παράδειγμα, μια σειρά ρεπορτάζ που ήταν συμπαραγωγή του FrontLine και των Τάιμς της Νέας Υόρκης, τους παρουσίαζε ως «πονηρούς επιχειρηματίες» ενώ αναρωτιόνταν «τι σημαίνει να είσαι νέος, Ρώσος και νεόπλουτος;»8. Οι βίαιες πρακτικές, η διπλή υπηκοότητά τους και ο έλεγχος των οικονομικών πόρων της χώρας, δεν αποτελούσαν ποτέ μέρος της εικόνας που παρουσίαζαν. […]

Πριν την επίθεση του Πούτιν, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον Ποστ, η ολιγαρχία είχε επιτύχει ν’ αποκτήσει «τον έλεγχο πάνω στα ηλεκτρονικά και τα έντυπα ΜΜΕ της Ρωσίας, που αποτελούσαν ζωτικά κέντρα για την ανάπτυξη της νεότευκτης δημοκρατίας και της καχεκτικής κοινωνίας των πολιτών»9. Ο στενός συνεργάτης του Μπερεζόφκσι, Βλαντιμίρ Κουϊζίνσκι, που διατηρούσε στενή φιλία με τον Ρούπερτ Μέρντοχ και ήταν έτοιμος να εγκαινιάσει μαζί του ένα δίκτυο δορυφορικών καναλιών, διέφυγε στο Ισραήλ όταν έγινε γνωστό ότι επίκειται η σύλληψή του…

Σημειώσεις και παραπομπές

  1. “Tycoons Take the Reins in Russia,” David Hoffman, από τα διεθνή της εφημερίδας Washington Post, 28 Αυγούστου 1998; σελ. A01
  2. “Media and Politics in Transition: Three Models”, Post-Soviet Media Law & Policy Newsletter, Τεύχος 35, Benjamin N. Cardozo School of Law, 27 Φεβρουαρίου 1997.
  3. “Boris Berezovsky: Putin’s Russia dangerous for Israel.’, Bret Stephens, εφημερίδα The Jerusalem Post, 5 Ιουλίου 2005.
  4. “Τhe Oligarchs”, Uri Avnery, CounterPunch, 3 Αυγούστου 2004.
  5. “Tycoons Take the Reins in Russia,” David Hoffman, από τα διεθνή της εφημερίδας Washington Post, 28 Αυγούστου 1998; σελ. A01
  6. “Same Old Ruthless Russia,” Michael R. Caputo, Washingtonpost.com.
  7. Washington Post, 28 Αυγούστου 1998.
  8. October 2003, Sabrina Tavernise,
  9. “Powerful Few Rule Russian Mass Media”, David Hoffman, Washington Post, 31 Μαρτίου 1997, σελ. Α01.
    Απόσπασμα από το: “Russia, Israel and Media Omis-sions”, Counterpunch 17/02/2005. Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Άλισον Γουέϊρ, ήταν για χρόνια ανταποκρίτρια εφημερίδωνστο Ισραήλ και την Παλαιστίνη,
    Μετάφραση Γ. Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek