του Μ. Σοσσουντόφσκι, από το Άρδην τ. 61, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006

Παρ’ ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταδίκασε το Ισραήλ για τις αγριότητες που διέπραξε στον Λίβανο, η κυβέρνησή του παραμένει πιστή του σύμμαχος και σημαντικός στρατιωτικός παίκτης στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία που διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ουάσινγκτον, το Τελ Αβίβ και το Αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες.
«Αυτός ο πόλεμος είναι άδικος… Ο ισραηλινός πόλεμος… απλά τροφοδοτεί το μίσος… Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς ότι μας περιμένουν ένας τρομερός γενικευμένος πόλεμος και μια τεράστια καταστροφή», είπε ο Ερντογάν στη Διάσκεψη των Ισλαμικών Χωρών (OIC) που έλαβε χώρα στην Κουάλα Λουμπούρ, στις αρχές Αυγούστου.
Το παράδοξο είναι ότι η Τουρκία, λόγω της στρατιωτικής συμμαχίας της με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, είναι εκ των πραγμάτων συνυπεύθυνη σ’ αυτόν τον «τρομερό γενικευμένο πόλεμο» που υπαινίχθηκε ο Πρωθυπουργός Ερντογάν.
Η αγανάκτηση που εξέφρασε ο αρχηγός της τουρκικής κυβέρνησης ανταποκρίνεται στο ισχυρό αντι-ισραηλινό αίσθημα που έχει αναπτυχθεί στη Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Το Κόμμα της Δικαιοσύνης (AKP), του οποίου ηγείται και είναι κυρίαρχο στην κυβερνητική συμμαχία, θεωρείται μια φιλο-ισλαμική πολιτική κίνηση. Ωστόσο, παρά τα όποια προσχήματα της τουρκικής πολιτικής, το κόμμα του πρωθυπουργού Ερντογάν είναι συνένοχο στα ισραηλινά εγκλήματα πολέμου.
Η καταδίκη του Ισραήλ από την Τουρκία αποτελεί μια εξόφθαλμη αντίφαση ως προς την ουσία της μεταξύ τους συμφωνίας για μια μακρόχρονη στρατιωτική συνεργασία, που ενεργά επεδίωξε η τουρκική κυβερνητική συμμαχία. Ο πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όχι μόνο υποστήριζε πάντοτε τα ισραηλινά συμφέροντα αλλά είχε επιπλέον αναπτύξει στενές προσωπικές σχέσεις με τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ, Αριέλ Σαρόν.
Οι ουσιώδεις αυτές αντιφάσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής οφείλονται στους υπάρχοντες περίπλοκους συσχετισμούς μέσα στην κυβερνητική συμμαχία, καθώς και μεταξύ κυβέρνησης και στρατιωτικής ηγεσίας, η οποία παραδοσιακά έχει στενή σχέση με το Πεντάγωνο και το ΝΑΤΟ. Μπορεί λοιπόν η συμμαχία με το Ισραήλ να αποτελεί αιτία τριβών στο τουρκικό κοινοβούλιο, από τα μέσα όμως του 1990 είναι αποδεκτή και έχει υποστηριχθεί από διαδοχικούς κυβερνητικούς σχηματισμούς.
Η τουρκο-ισραηλινή στρατιωτική συμμαχία
Η σημαντική στροφή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής συντελέσθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο συνέβαλε στον επανακαθορισμό των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων. Η τουρκο-ισραηλινή στρατιωτική συμμαχία εγκαινιάστηκε επί πρωθυπουργίας Τανσού Τσιλέρ και επισφραγίστηκε με τη «Συμφωνία Ασφάλειας και Συνεργασίας» (SSA), το 1994. Η στρατηγική αυτή σύμπραξη Τουρκίας-Ισραήλ αποτελούσε μέρος των μεταψυχροπολεμικών επιδιώξεων της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή, που υποστηρίχθηκαν και από μυστικές κατασκοπευτικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, το 1997, η κ. Τσιλέρ κατηγορήθηκε ότι είχε στρατολογηθεί από τη CIA και ότι «δέχτηκε χρήματα ξένων κυβερνήσεων (των ΗΠΑ) για να εργασθεί κατά των τουρκικών εθνικών συμφερόντων». (Φωνή της Αμερικής, 17 Ιουλίου 1997).
Η «Συμφωνία Ασφάλειας και Συνεργασίας» (SSA) του 1994 μιμήθηκε μια παλαιότερη μυστική συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, που είχε συνταχθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’50, μεσούντος του ψυχρού πολέμου, με την ονομασία «Περιφερειακό Σύμφωνο».
«Το 1958, ωστόσο, υπήρξε μια συναρπαστική μυστική συμφωνία μεταξύ των δύο εθνών ονομαζόμενη κάποιες φορές “Περιφερειακό Σύμφωνο”».[ ]
Αυτή η διμερής συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας του 1958 είχε μικρή διάρκεια ζωής. Κατά τη δεκαετία του ’60, η Τουρκία επεδίωξε την αποκατάσταση των σχέσεών της με τη Σοβιετική Ένωση και τις αραβικές χώρες. (Ibid)
Το πρωτόκολλο αμυντικής συνεργασίας, που συντάχθηκε το 1992 από την κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ακολούθησε αργότερα η υπογραφή της Συμφωνίας Ασφάλειας και Συνεργασίας (SSA).
Το 1997, ο Νεχμεντίν Ερμπακάν διαδέχτηκε στην πρωθυπουργία την Τανσού Τσιλέρ, ηγούμενος ενός «κεντροδεξιού ισλαμικού συνασπισμού» με το Κόμμα της Αλήθειας (της Τσιλέρ). Την ίδια όμως χρονιά, κατόπιν πιέσεων της στρατιωτικής ηγεσίας που περιγράφηκαν τότε σαν «μεταμοντέρνο πραξικόπημα», η κυβέρνηση Ερμπακάν εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση.
Η «Συμφωνία Ασφάλειας και Συνεργασίας» (SSA), που επεδίωξαν οι ΗΠΑ και υλοποίησε η κυβέρνηση Τσιλέρ, καθιέρωσε μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ μια στενή συνεργασία τόσο σε στρατιωτικό επίπεδο αλλά και όσον αφορά τις πληροφορίες, τη στρατιωτική εκπαίδευση, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις καθώς και τη συμπαραγωγή όπλων.[ ]
Από τις αρχές του 1992, η ισραηλο-τουρκική στρατιωτική συμμαχία βρίσκεται σε μόνιμη αντιπαλότητα με τη Συρία. «Το Μνημόνιο Αλληλοκατανόησης» του 1993 οδήγησε στη δημιουργία κοινών (ισραηλινο-τουρκικών) επιτροπών, οι οποίες είχαν ως στόχο τη διαχείριση των αποκαλούμενων «τοπικών απειλών». Σύμφωνα με τους όρους του Μνημονίου, η Τουρκία και το Ισραήλ συμφώνησαν «να συνεργασθούν στη συλλογή πληροφοριών για τη Συρία, το Ιράν και το Ιράκ και να έχουν τακτικές επαφές με στόχο την εκτίμηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των χωρών αυτών, καθώς και την τρομοκρατία».
«Η Τουρκία συμφώνησε να επιτρέψει στον ισραηλινό στρατό, IDF (Israeli Defense Forces), και στις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες να ασκήσουν ηλεκτρονική κατασκοπεία κατά της Συρίας και του Ιράν από την επικράτειά της. Σε αντάλλαγμα, το Ισραήλ βοήθησε στην εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των τουρκικών δυνάμεων ασφαλείας στη μάχη τους εναντίον της τρομοκρατίας κατά μήκος των συνόρων της Τουρκίας με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν». (Ibid)
Το 1997, Ισραήλ και Τουρκία ξεκίνησαν ένα «Στρατηγικό Διάλογο» που προέβλεπε υψηλού επιπέδου συνομιλίες μεταξύ των υπαρχηγών των γενικών επιτελείων στρατού, δύο φορές τον χρόνο (Μιλιέτ, 14 Ιουλίου 2006).
Την SSA του 1994 ακολούθησε μια «Συμφωνία Στρατιωτικής Εκπαίδευσης και Συνεργασίας» (MTCA), το 1996. Την ίδια χρονιά, η συνομολογία «Στρατιωτικής και Βιομηχανικής Συνεργασίας» μεταξύ των δύο χωρών οδήγησε στην υπογραφή μιας «μυστικής συμφωνίας» της Τουρκίας με την ισραηλινή στρατιωτική βιομηχανία, με σκοπό να εκσυγχρονίσει τα τεθωρακισμένα, τον στόλο των ελικοπτέρων και τα μαχητικά της αεροπλάνα F-4 και F-5 (Ibid). Ως αποκορύφωμα, οι δύο χώρες άρχισαν διαπραγματεύσεις προς επικύρωση μιας συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου (Free Trade Agreement) που τέθηκε τελικά σε εφαρμογή το 2000.
Στην επίσημη ημερήσια διάταξη των πρόσφατων ισραηλινο-τουρκικών συνομιλιών συμπεριλαμβάνονται κοινά προγράμματα, όπως η συμπαραγωγή των πυραυλικών συστημάτων Arrow II και Popeye II – το δεύτερο απ’ αυτά, γνωστό και σαν Have Lite, αποτελεί ένα σύγχρονο και εξελιγμένο αντιαεροπορικό σύστημα μικρών πυραύλων.

Ο ισραηλινός Arrow II
Ο ανατολικός μεσογειακός διάδρομος, από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω Λιβάνου και Συρίας έως τα συρο-τουρκικά σύνορα, αποτελεί τελευταία, από στρατηγική και οικονομική σκοπιά, ένα στρατηγικό στοιχείο της διαρκώς εξελισσόμενης ισραηλο-τουρκικής στρατιωτικής συνεργασίας. Συνδέεται μάλιστα στενά με το προτεινόμενο σχέδιο εγκατάστασης του πετρελαιαγωγού Τζεϊχάν-Ασκελόν (που θα κατασκευάσουν από κοινού Τουρκία και Ισραήλ), ο οποίος θα συνδέει τον αγωγό Μπακού-Τιφλίδα-Τζεϊχάν με τον αντίστοιχο ισραηλινό Ασκελόν-Εϊλάτ. (Michel Chossudovsky, «Ο πόλεμος του Λιβάνου και η μάχη του πετρελαίου», Ιούλιος 2006).
Ο πόλεμος του Λιβάνου, εν τέλει, αποσκοπεί στο να εγκαθιδρύσει έναν κοινό ισραηλο-τουρκικό στρατιωτικό έλεγχο στον θαλάσσιο διάδρομο που εκτείνεται από τα σύνορα Ισραήλ-Λιβάνου μέχρι τα σύνορα Συρίας και Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. [ ]
Το νερό αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα αυτής της στρατηγικής σχέσης. Βάσει μιας συμφωνίας του 2004, η Τουρκία οφείλει να πουλάει περί τα 50 εκατ. κυβικά μέτρα νερού ετησίως στο Ισραήλ για μια περίοδο 20 ετών. Κατόπιν προσφάτων εξελίξεων όμως, η συμφωνία αναθεωρήθηκε. Το νερό θα μεταφέρεται στο Ισραήλ μέσω ενός ισραηλο-τουρκικού υδραγωγού. (Ibid)

Συμφωνία Ασφαλείας ΝΑΤΟ-Ισραήλ
Τον Απρίλιο του 2001, το Ισραήλ έκανε μια «συμφωνία ασφαλείας» με το ΝΑΤΟ, στα πλαίσια των Μεσογειακών Συνομιλιών του ΝΑΤΟ:
«Αυτή η συμφωνία ασφαλείας προβλέπει το κατάλληλο δίκτυο προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών, όπως αυτό καθορίστηκε από το σύνολο των 19 χωρών μελών, και υπεγράφη από τις χώρες που επιθυμούν συμμετοχή σ’ αυτό, σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ».
Το 2004, ελήφθη απόφαση «να αναβαθμισθούν» οι Μεσογειακές Συνομιλίες του 2001 «σε μια καθαρή (στρατιωτική) συνεργασία και να εγκαινιασθεί η Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης (Istanbul Cooperation Initiative, ICI) από επιλεγμένες χώρες [στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι: Αλγερία, Αίγυπτος, Ισραήλ, Ιορδανία, Μαυριτανία, Μαρόκο και Τυνησία] της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής». Ο σκοπός της Πρωτοβουλίας Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης είναι: «να συμβάλει στην ασφάλεια και σταθερότητα της περιοχής με την προώθηση μεγαλύτερης και ουσιαστικότερης συνεργασίας, την ενίσχυση του πολιτικού υπόβαθρου των Συνομιλιών, την υποβοήθηση της αμυντικής αναδιάρθρωσης, τη συνεργασία στο πεδίο της ασφάλειας των συνόρων, την επίτευξη συμβατότητας λειτουργίας των στρατιωτικών τους δυνάμεων και τη συμβολή στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, ενώ παράλληλα θα συνδράμει άλλες διεθνείς προσπάθειες» (ΝΑΤΟ). []
Στην πραγματικότητα, η Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης (ICI) εξουδετερώνει τους δυνητικούς αντιπάλους του Ισραήλ μέσα στον αραβικό κόσμο. Δίνει ουσιαστικά πράσινο φως στο Ισραήλ και στην άψογη σύμμαχό του Τουρκία, εξασφαλίζοντας ότι οι άλλες χώρες μέλη (αραβικές) της ICI, υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, δεν θα παρέμβουν σε μια υποκινούμενη από το Ισραήλ σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Ο στόχος της Πρωτοβουλίας Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης (ICI) είναι: να παραλύσει τις αραβικές χώρες σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο, εξασφαλίζοντας ότι δεν θα αντιδράσουν ουσιαστικά κατά των αμερικανο-ισραηλινών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή.
Στα τέλη του 2004, αυτές οι «αναβαθμισμένες» Μεσογειακές Συνομιλίες (Πρωτοβουλία Συνεργασίας της Κωνσταντινούπολης) εξελίχθηκαν σε μια συμφωνία συνεκτικότερης στρατιωτικής συνεργασίας. Οι χώρες μέλη συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες, τον Νοέμβριο του 2004, υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ. Ανώτατοι Ισραηλινοί αξιωματούχοι της IDF συμμετείχαν σ’ ένα γύρο συνομιλιών με ανώτατους αξιωματικούς των έξι χωρών της λεκάνης της Μεσογείου συμπεριλαμβανομένων της Αιγύπτου, της Ιορδανίας, της Αλγερίας, Τυνησίας, Μαρόκου και Μαυριτανίας. Η κρυφή ατζέντα της συνάντησης ήταν ουσιαστικά η δημιουργία ενός πλαισίου για μια πιο ολοκληρωμένη συνεργασία ΝΑΤΟ-Ισραήλ, με τη σιωπηρή συγκατάθεση των αραβικών κρατών της πρώτης γραμμής.
Αυτή η σχέση συνεργασίας επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια των διμερών συνομιλιών ΝΑΤΟ-Ισραήλ που έλαβαν χώρα στο Τελ Αβίβ, τον Φεβρουάριο του 2005.

Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις ΝΑΤΟ – Ισραήλ
Στις αρχές του 2005, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Τουρκία διενήργησαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στα παράλια της Συρίας, στην Ανατολική Μεσόγειο, τις οποίες ακολούθησαν ασκήσεις ΝΑΤΟ-Ισραήλ με συμμετοχή αρκετών αραβικών χωρών.
Μετά τις κοινές αυτές ασκήσεις επισκέφθηκε το Ισραήλ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Ντε Χουπ Σέφερ. Ο κ. Σέφερ είχε συνομιλίες με τον πρωθυπουργό Αριέλ Σαρόν, τον υπουργό Εξωτερικών Σιλβάν Σαλόμ, τον υπουργό Άμυνας Σαούλ Μοφάζ, και τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων (IDF) υποστράτηγο Μοσέ Γιάλον (δελτίο τύπου του ΝΑΤΟ, 24 Φεβρουαρίου 2005).
Ο σκοπός των συναντήσεων ήταν «να εξευρεθούν τρόποι για να ενταθεί η υπάρχουσα συνεργασία, στον στρατιωτικό τομέα, στη μάχη κατά της τρομοκρατίας και κατά της ανάπτυξης όπλων μαζικής καταστροφής».
Η πρόοδος των σχέσεων ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και το Ισραήλ επιβεβαιώθηκε από τον Ντε Χουπ Σέφερ, γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, κατά την ομιλία που εκφώνησε στο Τελ Αβίβ, τον Φεβρουάριο του 2005:
«…Στη συνάντηση κορυφής του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη [Ιούνιος 2005], με τη σύμφωνη γνώμη του Ισραήλ και άλλων εταίρων για τη διαδικασία αυτή, συμφωνήσαμε να επιδιώξουμε την προώθηση των σχέσεών μας σε ανώτερο επίπεδο – εν συντομία να μετακινηθούμε από τον διάλογο στη συνεργασία. Θέλουμε την περαιτέρω ενίσχυση του πολιτικού διαλόγου. να προωθήσουμε τη βελτίωση της σύμπραξης των στρατιωτικών μας δυνάμεων και να ενθαρρύνουμε την περαιτέρω συνεργασία μας για την αμυντική αναδιάρθρωση στην κρίσιμη μάχη κατά της τρομοκρατίας…»
(Διαδικτυακός χώρος του ΝΑΤΟ, 24 Φεβρουαρίου 2005, πλήρες κείμενο της ομιλίας).[]

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ στον πόλεμο του Λιβάνου
Το ΝΑΤΟ σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να έχει έναν «ουδέτερο εξισορροπητικό» ρόλο στον Λίβανο. Την όποια ανάμιξη του ΝΑΤΟ θα υπαγόρευαν οι σαφείς όροι της «ΝΑΤΟ-ισραηλινής συνεργασίας». Ένα ΝΑΤΟϊκό «ειρηνευτικό σώμα», πειθήνιο στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, θα μεροληπτούσε υπέρ του Ισραήλ και εναντίον του Λιβάνου.[ ]
Στο μεταξύ, η ισραηλινή κυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία, κατόπιν της ΝΑΤΟ-ισραηλινής συμφωνίας του 2005, να ενισχύσει τη στρατιωτική της συμμαχία με την Τουρκία σε σχέση με τους τοπικούς της εχθρούς (Συρία και Ιράν) και επιπλέον να αναστηλώσει την κλονισμένη εικόνα του Ισραήλ.

Ο νέος φιλοϊσραηλινός αρχηγός
των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων
Μια σημαντική σχετικά εξέλιξη –που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την παρούσα κατάστα­­ση στον Λίβανο– είναι η χρονική στιγμή που επελέγη για τον διορισμό του νέου αρχηγού ενόπλων δυνάμεων από την κυβέρνηση Ερντογάν. Ο γενικός διοικητής των χερσαίων δυνάμεων Γιασάρ Μπουγιουκανίτ διαδέχθηκε τον στρατηγό Χιλμί Οζκιόκ στα τέλη Αυγούστου.

Στρατηγός Γιασάρ Μπουγιουκανίτ
Ο στρατηγός Μπουγιουκανίτ είναι φιλοϊσραηλινός. Είναι αποδεκτός από τις ΗΠΑ και σταθερά προσηλωμένος στον αμερικανικής εμπνεύσεως «αγώνα κατά της τρομοκρατίας».Το ότι ο διορισμός του συνέπεσε με την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο, σηματοδοτεί την άμεση σχέση του με το θέατρο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η επιλογή του στρατηγού Μπουγιουκανίτ για τη θέση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων κυοφορείτο από τον Δεκέμβριο του 2005, όταν είχε επισκεφθεί την Ουάσινγκτον για διαβουλεύσεις με τους Αμερικανούς ομολόγους του. Ο στρατηγός Μπουγιουκανίτ είχε συναντηθεί στο Πεντάγωνο με τον αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατηγό Πήτερ Πέης, τον αρχηγό στρατού στρατηγό Φράνσις Χάρβεϋ και τον υφυπουργό Άμυνας Έρικ Έντελμαν.
Συμμετείχε επίσης σε συσκέψεις του Αμερικανικού Ινστιτούτου Επιχειρήσεων (ΑΕΙ), ενός νεο-συντηρητικού ινστιτούτου πολιτικού σχεδιασμού (think tank) που διατηρεί στενές σχέσεις με το Πεντάγωνο.[]
Ταυτόχρονα με τον διορισμό του στρατηγού Μπουγιουκανίτ στη θέση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ερντογάν είχε ήδη καθορίσει το περίγραμμα της τουρκικής συμμετοχής στη «διεθνή δύναμη σταθερότητας στον Λίβανο», που προέβλεπε το σχέδιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και το οποίο ετοίμασαν Γαλλία και ΗΠΑ.
Υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μπουγιουκανίτ, ο τουρκικός στρατός μπορεί πλέον να αναλάβει ένα πιο ενεργό ρόλο στην επιδιωκόμενη από την ισραηλινή πλευρά διαμάχη. Ο ρόλος αυτός θα μπορούσε να βασισθεί είτε στη στρατιωτική συνεργασία που έχουν Ισραήλ και Τουρκία, είτε στη σχέση του Ισραήλ με το ΝΑΤΟ.
Στο μεταξύ, τον διορισμό του στρατηγού Μπουγιουκανίτ στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων θα ακολουθήσουν κατά πάσα πιθανότητα εκκαθαρίσεις στον στρατό, με στόχο το «ξήλωμα» οποιουδήποτε αντι-ισραηλινού αισθήματος από τις τάξεις της στρατιωτικής ηγεσίας. Ο πρώτος στόχος αυτής της προσπάθειας «εξωραϊσμού» θα μπορούσε να είναι ο υπαρχηγός του επιτελείου, στρατηγός Ισίκ Κοσανέρ, που είχε αρνηθεί στα μέσα Ιουλίου να συμμετάσχει στον εξαμηνιαίο «στρατηγικό διάλογο» με τους Ισραηλίτες ομολόγους του στο Τελ Αβίβ. []

«Τριπλή Συμμαχία», ΗΠΑ – Ισραήλ – Τουρκία
Ήδη από την κυβερνητική περίοδο Κλίντον διαμορφώθηκε μια τριγωνική στρατιωτική συμμαχία μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Τουρκίας. Αυτή η «Τριπλή Συμμαχία», υπο την αιγίδα του γενικού επιτελείου των ΗΠΑ, ολοκληρώνει και συντονίζει, μεταξύ των τριών χωρών, τις στρατιωτικές αποφάσεις που αφορούν τον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής. Βασίζεται στους στενούς στρατιωτικούς δεσμούς Ισραήλ και Τουρκίας με τις ΗΠΑ, που συμπληρώνονται από τις διμερείς στρατιωτικές σχέσεις του Τελ Αβίβ και της Άγκυρας. Όπως ήδη έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς, Ισραήλ και Τουρκία αποτελούν συνεταίρους των ΗΠΑ στις σχεδιαζόμενες αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν, και βρίσκονται σε κατάσταση υψηλού βαθμού ετοιμότητας από τα μέσα του 2005 (βλέπε Michel Chossudovsky Μάιος 2005).
ΗΠΑ-Τουρκία: «Κοινό Όραμα»
Κατόπιν των πρόσφατων εξελίξεων, στις 6 Ιουλίου, σχεδόν μια βδομάδα πριν τον βομβαρδισμό του Λιβάνου, μια συνθήκη με την ονομασία «Κοινό Όραμα», που υπεγράφη από τις ΗΠΑ και την Τουρκία, έρχεται να επιβεβαιώσει την «Τριπλή Συμμαχία». Στην τελετή υπογραφής στην Ουάσινγκτον παραβρέθηκαν ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αμπντουλάχ Γκιούλ και η υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Κοντολίζα Ράις.[]
Ουσιαστικά, η συνθήκη αυτή δεσμεύει την κυβέρνηση της Άγκυρας να υιοθετήσει τη στάση της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσινγκτον σχετικά με το δικαίωμα «αυτοάμυνας» του Ισραήλ. Η δέσμευσή της επικυρώθηκε μόλις μια βδομάδα πριν την επιδρομή στον Λίβανο. Σύμφωνα με τη Ζαμάν (Κωνσταντινούπολη, 6 Ιουλίου 2006), η συνθήκη «Κοινό Όραμα» διασφαλίζει ότι:
«Η Τουρκία παραμένει ευθυγραμμισμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση σε στρατηγικούς και τακτικούς όρους, προσθέτοντας ότι η Άγκυρα επιθυμεί, σε αντάλλαγμα, να συμμετάσχει στις διαδικασίες του πολιτικού σχεδιασμού για τη Μέση Ανατολή, αποφεύγοντας έτσι τον ρόλο του “τυφλού εκτελεστή” μιας πολιτικής που καθορίζεται από τους παγκόσμιους παίκτες».
Η συνθήκη αποσαφηνίζει την έννοια της στρατηγικής και στρατιωτικής ευθυγράμμισης της Τουρκίας, που αφορά την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής – Κεντρικής Ασίας, και έχει προσδιορισθεί από την «Πρωτοβουλία για την Ευρύτερη Μέση Ανατολή» της Ουάσινγκτον:
«[Η συνθήκη του Κοινού Οράματος] θα ενθαρρύνει τη δημοκρατία και τη σταθερότητα στο Ιράκ, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, την κεντρική Ασία και το Αφγανιστάν» [και ταυτόχρονα υποστηρίζει] «τις διεθνείς προσπάθειες επίλυσης του Μεσανατολικού· την προώθηση, μέσω της Πρωτοβουλίας για την Ευρύτερη Μέση Ανατολή, της ειρήνης και της σταθερότητας χρησιμοποιώντας τη δημοκρατία· την εδραίωση της ενεργειακής ασφάλειας· την ενίσχυση των διατλαντικών σχέσεων· και τη βελτίωση της αλληλοκατανόησης μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών» (Turkish Daily, 6 Ιουλίου 2006). []
Ο πόλεμος στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή
Ο πόλεμος του Λιβάνου είναι αναπόσπαστο τμήμα της ατζέντας των ΗΠΑ για το Μεσανατολικό. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, στρατιωτικά έγγραφα και δηλώσεις των υπηρεσιών ασφαλείας των ΗΠΑ υποδεικνύουν ξεκάθαρα τη Συρία και το Ιράν σαν δυνητικούς στόχους της αμερικανικής επιθετικότητας. Μία κλιμάκωση σχετική με τη Συρία αποτελεί ένα στρατηγικό σενάριο που συντάχθηκε από Αμερικανούς, Ισραηλινούς και Τούρκους σχεδιαστές.
Στην κοινή τους συνέντευξη τύπου στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους και ο πρωθυπουργός Τόνυ Μπλαιρ ανανέωσαν με αποφασιστικότητα τις απειλές τους κατά της Συρίας και του Ιράν. Οι απειλές αυτές υποστηρίζονται πλέον από αδιαμφισβήτητα στρατιωτικά σχέδια:
«Το μήνυμα προς αυτούς είναι πάρα πολύ απλό. Έχουν επιλογή· το Ιράν και η Συρία έχουν επιλογή. Ίσως φαντάζονται ότι μπορούν να την αποφύγουν· στην πραγματικότητα δεν μπορούν. Και εφ’ όσον οι καταστάσεις έχουν δρομολογηθεί όπως συνέβη στον Λίβανο τις τελευταίες εβδομάδες, αρκεί κατά την γνώμη μου να υπογραμμίσει το γεγονός ότι έχουν επιλογή. Μπορούν είτε να προσέλθουν και να συμμετέχουν σαν σωστά και υπεύθυνα μέλη της διεθνούς κοινότητας, είτε να αντιμετωπίσουν το ρίσκο μιας αυξανόμενης αντιπαράθεσης» («Λευκός Οίκος», 28 Ιουλίου 2006) [].
Αν η Συρία συρθεί σε πόλεμο, κατά πάσα πιθανότητα, η Τουρκία θα παρέμβει σύμφωνα με τους όρους της ισραηλο-τουρκικής συμμαχίας. Το ΝΑΤΟ, τηρώντας τη συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ το 2005, θα στείλει στρατεύματα.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Μπους, σε στενή συνεργασία με τη Βρετανία, πιέζει για μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αναφορικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει τους ερχόμενους μήνες σε σωφρονιστικούς βομβαρδισμούς κατά του Ιράν.
Αναφορικά με τον Λίβανο, ο Ιρανός πρόεδρος Αχμαντινετζάντ υπαινίχθηκε ότι το Ιράν θα παρέμβει αν η Συρία δεχθεί επίθεση:
Ο κ. [Μαχμούντ] Αχμαντινεζχάντ διατύπωσε σοβαρές ανησυχίες για τις σιωνιστικές στρατιωτικές επιθέσεις κατά Παλαιστινίων και Λιβανέζων πολιτών. Περιέγραψε τις επιθέσεις σαν σημάδι αδυναμίας του παράνομου καθεστώτος. Δήλωσε ότι, άσχετα με το τι μπορεί να πιστεύουν οι Σιωνιστές αξιωματούχοι, τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να σώσουν το καθεστώς.
Σχολιάζοντας τις πρόσφατες απειλές του Ισραήλ κατά της Συρίας, ο πρόεδρος είπε ότι τα εντεινόμενα επιθετικά μέτρα που παίρνει το καθεστώς θα ερμηνευθούν ως επίθεση ενάντια σ’ ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο, προσθέτοντας ότι θα συναντήσουν ισχυρή αντίδραση (Φωνή της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, Τεχεράνη, στα περσικά, 14 Ιουλίου 2006).
Καθώς κλιμακώνεται ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, τα αντιστασιακά κινήματα διαφόρων χωρών θα έλθουν κοντύτερα. Ήδη έχει αναπτυχθεί στο Ιράκ ένα κίνημα αλληλέγγυο στη Χεζμπολάχ. Στον Λίβανο πέφτουν τα σεχταριστικά φράγματα μεταξύ Σιϊτών και Σουνιτών. Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί Μαρωνίτες δίνουν τα χέρια για να υπερασπίσουν την πατρίδα τους.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν θα είναι ικανές να κάμψουν την αντίσταση στο έδαφος, χωρίς να καταστρέψουν όλη τη χώρα με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Αν η Συρία συρθεί σε πόλεμο και παρέμβει η Τουρκία θα οδηγηθεί σε ανάφλεξη ολόκληρη η Μέση Ανατολή. Η Τουρκία διαθέτει ένα τεράστιο στρατιωτικό οπλοστάσιο (ένα στράτευμα που αριθμεί 393.000 άνδρες στον Στρατό Ξηράς, 56.800 στην Αεροπορία και 54.000 στο Ναυτικό). Την ίδια στιγμή όμως ενισχύεται το αντι-ισραηλινό αίσθημα στην Τουρκία σε σημείο που η κυβέρνηση Ερντογάν θα αναγκασθεί να παρουσιάσει στην κοινή γνώμη τον ρόλο της Τουρκίας σαν τμήμα μιας περιορισμένης «ειρηνευτικής αποστολής» υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.


Μετάφραση: Γρηγόρης Σπηλιόπουλος
6 Αυγούστου 2006


Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek