του Θ. Τζίουμπα, από το Άρδην τ. 58, Μάρτιος-Απρίλιος 2006

«….Τίποτα δεν γίνεται χωρίς την
εργασίαν, η οποία είναι ο κύριος και πρωταρχικός παράγων της ζωής, όχι μόνον διότι δημιουργεί και δίδει περιεχόμενον εις την ζωήν, αλλά και διότι εξαγνίζει.
Η τιμιότης είναι το απαραίτητον πλαίσιον της εργασίας και της ζωής. Είναι τόσον πολύτιμος και απαραίτητος, ώστε η συμμόρφωσις προς αυτήν πρέπει εν ανάγκη να πληρώνεται με θυσίας. Αλλά αι θυσίαι αύται είναι εις την πραγματικότητα καταθέσεις κεφαλαίων, αι οποίαι αργότερα θα αποδώσουν πλουσιωτάτους καρπούς…»
(Διαθήκη Μποδοσάκη-Αθανασιάδη, 1978)

Το εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Θεσσαλονίκη υπήρξε καρπός της επιχειρηματικής δραστηριότητας του Αθανασιάδη-Μποδοσάκη, σε συνεργασία με τη Γαλλική SING. Με την ονομασία αυτή έγραψε τη δική του ιστορία στη δεκαετία του ’70, τόσο στα πλαίσια του κραταιού τότε κινήματος των εργοστασιακών σωματείων όσο και ως στόχος του πρώιμου οικολογικού κινήματος των κατοίκων του Εύοσμου και του Κορδελιού, των συνοικιών που υπέφεραν περισσότερο από τη βιομηχανική ρύπανση.
Δύο δεκαετίες αργότερα, το τοπίο στον βιομηχανικό πυρήνα της Θεσσαλονίκης είχε αλλάξει πλήρως. Από τα μεγαθήρια των εκατοντάδων και χιλιάδων εργαζόμενων με τα γεμάτα συμβολισμούς ονόματα, ο κατάλογος των απόντων μοιάζει ατελείωτος: ΞΥΛΟΠΑΝ, BIAMAΞ, ΕΘΥΛ, GOODYEAR, ΒΑΛΚΑΝ ΕΞΠΟΡΤ, για να αναφέρουμε μόνο τα μεγαλύτερα. Η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται με μια μελαγχολική μονοτονία: οι βιομήχανοι της αρπαχτής κρίνουν ασύμφορη την επένδυση, οι κυβερνήσεις του γνωστού «σοσιαλμανή» Κωνσταντίνου Καραμανλή αναλαμβάνουν να «σώσουν» την οικονομική υποδομή της χώρας με την κρατικοποίηση των επιχειρήσεων, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου χρησιμοποιεί τον τομέα αυτό ως πεδίο εφαρμογής της κοινωνικής του πολιτικής που θα δημιουργούσε τη βάση για τη μικρομεσαία δημοκρατία που εγκαθίδρυσε. Οι άνεμοι του νεοφιλελευθερισμού που έφεραν τη σημιτική διαχειριστική ομάδα στην διακυβέρνηση άλλαξαν και τα κριτήρια αξιολόγησης για τις κρατικοποιημένες επιχειρήσεις (όπως και για τις ΔΕΚΟ στη συνέχεια). Οι επιταγές των μοντέρνων καιρών απαιτούσαν συμμάζεμα, η έννοια της κοινωνικής χρησιμότητας και της ικανοποίησης των τοπικών αναγκών από την τοπική παραγωγή υποχωρούσε μπρος στις δεσμεύσεις για ανοιχτές αγορές και ελευθερία των εισαγωγών. Ένα-ένα, τα προπύργια του παλαιότερου αναπτυξιακού ονείρου καταρρέουν αφήνοντας πίσω τους μηχανές να σκουριάζουν και τους ανθρώπους να αναρωτιούνται αν η κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση του τόπου και της ζωής τους είναι χειρότερη από την περιβαλλοντική υποβάθμιση των φουγάρων που κάποτε κάπνιζαν.

Αν η φιγούρα του Μποδοσάκη αντιπροσώπευε ένα προηγούμενο πρότυπο παγκοσμιοποιημένης επιχειρηματικότητας (όπως η πώληση πυρομαχικών στους φασίστες του Φράνκο, σπάζοντας τον αποκλεισμό της Ισπανίας το ’36, ή οι εκατόμβες νεκρών εργατών στην κατασκευή των σιδηροδρόμων της Οθωμανικής Τουρκίας μέχρι τους νεκρούς εργάτες της ΠΥΡΚΑΛ), το «μετανεωτερικό» πρότυπο διαφέρει: το άνοιγμα των συνόρων σε ανθρώπους και εμπορεύματα συνοδεύτηκε από την εγκατάλειψη του κριτηρίου της τοπικότητας ως οικονομικής παραμέτρου. Οι οικονομικοί ηγήτορες αυτοαξιολογούνται με κριτήρια μικροοικονομικής κερδοφορίας και οι φθαρμένες έννοιες του κοινωνικού συνόλου ή κάποιας ηθικής της οικονομίας, που τα «παλιά τζάκια» θεωρούσαν εαυτόν υποχρεωμένο να επικαλούνται, αφέθηκαν στα αζήτητα. Οι θέσεις εργασίας, η απόγνωση του επιδόματος, η οικονομική ερήμωση ολόκληρων περιοχών, δεν αποτελούν αξιολογήσιμο μέγεθος μπροστά στις καμπύλες των ισολογισμών. Ο βασιλιάς πλέον δεν έχει πρόβλημα να δείξει τη γύμνια του.

Η ιστορία της SING, ή Ανώνυμη Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (όταν αποτελούσαν, μαζί με τα μεταλλεία του Μαντέμ Λάκο, επιχείρηση του Ομίλου Μποδοσάκη), ή Χημικών Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (Χ.Β.Β.Ε.) ως κρατικοποιημένη επιχείρηση, μοιάζει να ακολουθεί πιστά τον κανόνα:

Η χρεωκοπία του συγκροτήματος Μποδοσάκη, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έφερε στην Εθνική Τράπεζα τον έλεγχο και τη διαχείριση της δεύτερης σε μέγεθος λιπασματοβιομηχανίας της χώρας, όπως και της μικρότερης εξαγωγικής «Λιπάσματα Δραπετσώνας Α.Ε.» Παράλληλα, η Εμπορική Τράπεζα, μετά τη χρεωκοπία του συγκροτήματος Ανδρεάδη, ανέλαβε τον έλεγχο του άλλου κολοσσού του τομέα, της Βιομηχανίας Φωσφορικών Λιπασμάτων (Β.Φ.Λ.) της Καρβάλης (Καβάλα).

Το 1998 οι δυο Τράπεζες συμφωνούν να συγχωνεύσουν τις βιομηχανίες που ελέγχουν και η συγχώνευση αυτή παίρνει τη μορφή της απορρόφησης της Χ.Β.Β.Ε. από την Β.Φ.Λ., μικρότερης σε αριθμό προσωπικού και ύψος επένδυσης αλλά με μεγαλύτερο τζίρο. Το ποσοστό συμμετοχής στην νέα εταιρεία καθορίστηκε σε 61% για τη Β.Φ.Λ. και 31% για τη Χ.Β.Β.Ε. Οι δυο βιομηχανίες, κατά τη στιγμή της συγχώνευσης, πέρα από την αγορά χημικών (όπως το θειικό αργίλιο που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό του πόσιμου νερού), έλεγχαν το 65,9% της αγοράς των Αζωτούχων Λιπασμάτων, το 53% των Σύνθετων και το 64,2% των Ειδικών.
Το 1998, ο κύκλος εργασιών της Χ.Β.Β.Ε. έφτασε τα 34 δις δραχμές και τα καθαρά κέρδη προ φόρων τα 188 εκατομμύρια.
Το 2001, δρομολογείται η είσοδος στο Χρηματιστήριο της εταιρείας. Είναι η στιγμή που το μετοχικό κεφάλαιο κατανέμεται σε 40,72% στην Εμπορική, 23,4%, στην Εθνική, σε 18,3% στην Ιονική (οπότε το Ελληνικό Δημόσιο ελέγχει το 82,42%) και το υπόλοιπο μοιράζεται σε μικρότερους, ξένους κατά κανόνα, επενδυτές.
5 χρόνια μετά, κάτι σαν πρωτοχρονιάτικος μποναμάς, την πρωτοχρονιά του 2006, γίνεται γνωστό στους εργαζόμενους ότι, με πρωτοβουλία της Εμπορικής Τράπεζας, παίρνεται από τους μετόχους στις 10 Γενάρη η απόφαση να κλείσει το εργοστάσιο της Θεσσαλονίκης στις 12 του ίδιου μήνα.

Αυτό που φαίνεται παράδοξο, εκ πρώτης όψεως, να αποφασίζεται το κλείσιμο μιας τόσο σοβαρής βιομηχανικής επένδυσης και μάλιστα σε έναν τομέα στρατηγικό, αυτό των λιπασμάτων, από τα οποία εξαρτάται η χημικά συντηρούμενη ελληνική γεωργία, γίνεται κατανοητό αν δει κανείς τι μεσολάβησε τα 5 αυτά χρόνια.

Τα πρώτα σύννεφα εμφανίζονται τη στιγμή ακριβώς που γεννιέται ο κολοσσός. Ήδη από το 1997, οι Διοικήσεις των Τραπεζών (Καρατζάς της Εθνικής και Γεωργουτσάκος της Εμπορικής) αφήνουν να διαφανούν οι προθέσεις τους για «απαγκίστρωση από εταιρείες που ελέγχουν αλλά δεν εντάσσονται στον χρηματοοικονομικό χώρο». Την ίδια εποχή, η Βάσω Παπανδρέου, υπουργός Ανάπτυξης τότε, εισηγείται στη διυπουργική επιτροπή αποκρατικοποιήσεων να εξουσιοδοτήσει την ΕΤΒΑ να αναζητήσει αγοραστή για τις λιπασματοβιομηχανίες που ελέγχει, εγκαινιάζοντας το ξεπούλημα του κλάδου.

Οι λεγόμενες Συμφωνίες της Βασιλείας ανάμεσα στους τραπεζίτες των G 10 (1988 και 2004) επισημοποιούν τη στρατηγική των τραπεζών να εγκαταλείψουν τις μη τραπεζικές δραστηριότητες και την αρχή αυτή επιλέγουν να ακολουθήσουν Τράπεζες υπό δημόσιο μάνατζμεντ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, μέσω των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους, είχε δημιουργηθεί ένας ενδιάμεσος χώρος στη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων, ώστε να μην περάσουν στον ιδιωτικό τομέα επιχειρήσεις στρατηγικής για το δημόσιο συμφέρον σημασίας. Οι διαπραγματεύσεις για την πώληση των τραπεζών σε ιδιώτες (όπως αυτή της Εμπορικής στην Crédit Agricole) προϋποθέτουν ότι αυτό που θα πουληθεί θα είναι καθαρά τραπεζικού χαρακτήρα.

Ο πόλεμος φθοράς των Χ.Β.Β.Ε. μπορεί λοιπόν να αρχίσει. Η μονάδα θα πρέπει να καταστεί μη βιώσιμη ώστε να δικαιολογηθεί επικοινωνιακά το κλείσιμο της.

Και σε αυτόν τον πόλεμο είναι πολλοί που συνέβαλαν, με το αζημίωτο. Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, οι Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών έφτασαν να χρωστούν 120 εκατομμύρια ευρώ. Οι μεγαλέμποροι αγόραζαν και πλήρωναν με μεταχρονολογημένες επιταγές λήξης 31/12/2008. Και δεν θα πρέπει να θεωρείται παράξενο το γεγονός ότι τη λίστα των επισφαλών οφειλετών (μπαταχτσήδων επί το πολυπολιτισμικότερον) κοσμεί και ο βουλευτής Ημαθίας της Ν. Δ., κύριος Φωτιάδης. Πολλά από αυτά τα χρέη δεν υπάρχει ελπίδα να εισπραχθούν, καθώς, στον τρέχοντα προϋπολογισμό της επιχείρησης, πάνω από 34 εκατομμύρια ευρώ θεωρούνται «επισφαλείς απαιτήσεις», δανεικά κι αγύριστα με δυο λόγια. Οι ταμειακές ανάγκες έφτασαν να καλύπτονται με δάνεια από τις τράπεζες που την ίδια στιγμή ήταν ιδιοκτήτες, και βέβαια εισέπρατταν τόκο δανείζοντας τον «εαυτό τους», μεταφέροντας με τον τρόπο αυτό ποσά 12 – 12,5 εκατομμυρίων από τη μια τσέπη στην άλλη, δημιουργώντας την πλασματική εικόνα μιας προβληματικής και υπερχρεωμένης οικονομικής μονάδας.

Ο παραλογισμός φτάνει στο απόγειό του όταν 34 Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών, που χρωστούν στις Χ.Β.Β.Ε. 63 εκατομμύρια ευρώ, ιδρύουν, κάτω από την ομπρέλα της ΠΑΣΕΓΕΣ, την AGROS, μια εταιρεία που εισάγει λιπάσματα από το εξωτερικό, κατά κανόνα χαμηλής ποιότητας και τιμής, ανταγωνιζόμενες τον μέχρι τότε προμηθευτή τους με τα χρήματα που του χρωστάνε.

Έχει έρθει η στιγμή της ολοκλήρωσης του εγκλήματος: η ανακοίνωση των μετόχων θεωρούσε το εργοστάσιο των Χ.Β.Β.Ε. παρελθόν και έστελνε 650 εργαζόμενους (και ποιος ξέρει πόσους άλλους που η δουλειά τους εξαρτάται έμμεσα από τη λειτουργία του εργοστασίου) στις λίστες του ταμείου ανεργίας και του ΟΑΕΔ. Η Δεξιά κρατικοποίησε το εργοστάσιο, το ΠΑΣΟΚ το αποκρατικοποίησε, ή μάλλον «τραπεζιτικοποίησε» τη λεηλασία, και τώρα πάλι η Δεξιά έρχεται να κλείσει τον κύκλο.

Η κοινωνική ευαισθησία των υπουργών της «Λαϊκής Δεξιάς» (από τα σύντομα ανέκδοτα της εποχής) εξαντλείται σε προγράμματα εθελούσιας εξόδου ή νεφελώδεις υποσχέσεις απορρόφησης μέρους του προσωπικού στην Β.Φ.Λ. Καβάλας, μεταφέροντας το πρόβλημα στην αδελφή επιχείρηση.
Όμως, για να κλείσει ο κύκλος, θα πρέπει οι εργαζόμενοι να πάνε σπίτι τους, πράγμα που δεν δείχνουν διατεθειμένοι να κάνουν. Αξιοποιώντας την εμπειρία της αποτυχίας άλλων κινητοποιήσεων που προηγήθηκαν αλλά και την καθολική συμπαράσταση, φραστική τουλάχιστον, όλων των συνιστωσών της κοινωνικής ζωής μιας πόλης που φθίνει, αποφάσισαν το αυτονόητο: κινητοποιούνται.

Το εργοστάσιο είναι υπό κατάληψη από τις 20 Γενάρη, για να εμποδιστούν τα σχέδια των μετόχων να αρπάξουν τα προϊόντα από τις αποθήκες και να σφραγίσουν τις εγκαταστάσεις. Το σωματείο ελέγχει την παραγωγή και τον χώρο, και δεν αφήνει να βγει παρά μόνο θειικό αργίλιο για τις ανάγκες ύδρευσης των πόλεων.

Οι εργαζόμενοι των Χ.Β.Β.Ε. δεν έμειναν κλεισμένοι στο εργοστάσιο, με τις αντοχές τους να αναμετρώνται με τον χρόνο. Σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, οι εργαζόμενοι έκαναν αισθητή την παρουσία τους σε Υπουργεία και Βουλή, στα κεντρικά τραπεζών και στο Δικαστικό Μέγαρο. Ο αγώνας αυτός δεν μπορεί παρά να παίρνει και δυναμικές μορφές, που φαίνεται ότι η επιστράτευση της αστυνομικής βίας δεν αρκεί να αποθαρρύνει.
Δύο μήνες τώρα, στην πύλη του εργοστάσιου και τους δρόμους, η αποφασιστικότητα αυτών που δεν έχουν να χάσουν πια τίποτα και αγωνίζονται για το μέλλον της δουλειάς τους, αναμετριέται με τις παλινωδίες μιας κυβέρνησης που μοιάζει να τα έχει χαμένα. Γιατί πως αλλιώς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ευτράπελα όπως αυτό του Πρωθυπουργού όταν, περιχαρής, ανακοίνωνε ότι οι εξαγωγές στην Κίνα θα σώσουν την ελληνική λιπασματοβιομηχανία, διευκρινίζοντας με έμφαση ότι μιλάμε για 60.000 τόνους τον χρόνο, δηλαδή δυο καράβια ή κάτι λιγότερο από το 5% της παραγωγικής δυνατότητας της εταιρείας, τη στιγμή που οι τρέχουσες εξαγωγές προς τη συγκεκριμένη χώρα είναι τριπλάσιες.
Οι εργαζόμενοι δείχνουν να έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως ότι δεν έχουν τίποτε να περιμένουν από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που τους έφεραν στην κατάσταση αυτή, κι ότι το μόνο τους στήριγμα είναι η συμπαράσταση του κόσμου και η ενότητα με άλλους εργαζόμενους που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν στο δρόμο. Και οι κινήσεις συντονισμού με την Coca Cola, τον Χωναίο και άλλους, δημιουργούν προϋποθέσεις για να γίνει το αντιπαγκοσμιοποιητικό «φτάνει πια» σύνθημα της ίδιας της κοινωνίας. Σύμφωνα με το σωματείο εργαζομένων, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για υπαναχώρηση των τραπεζιτών στην απόφαση να κλείσει το εργοστάσιο, ύστερα από κυβερνητικές παρεμβάσεις. Αν αυτό συμβεί, κι αν αφορά το σύνολο των εργαζομένων, τότε ο αγώνας των εργαζομένων στα λιπάσματα θα είναι μετά από πολλά χρόνια ένας αγώνας που θα αποτελέσει την πρώτη νίκη του εργατικού κινήματος, μια νίκη που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Τα στοιχεία από την Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού Αρ. 57/Ι Ι / 1999, της 18ης Μάη 1999
  2. Τα ΝΕΑ, 13 Αυγούστου 2001
  3. Το ΒΗΜΑ, 2 Φλεβάρη 1997
  4. Euro2day, 29 Iούνη 2004
  5. Συνέντευξη τύπου στην Θεσσαλονίκη, 15 Γενάρη 2006
  6. ΕΠΙΚΑΙΡΑ Ημαθίας, 9 Μάρτη 2006

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek