του Κ. Χατζηαργύρη, από το Άρδην τ. 56, Οκτώβριος – Νοέμβριος 2005

Ο ρόλος του Ιδρύματος Φορντ, κι άλλων μικρότε­ρων και λιγότερο φημισμένων ιδρυμάτων, σαν όργανο ψυχροπολεμικών επιχειρήσεων άρχισε ν’ αποκαλύπτεται επισήμως από το 1966 και πέ­ρα. Ήταν τότε η εποχή που ο Τζόνσον αγωνι­ζόταν να συντρίψει το Βιετνάμ με τις βόμβες του. Τότε, πολλοί έντιμοι διανοούμενοι κι άλλοι άν­θρωποι, πλην του ότι μίσησαν το αμερικάνικο κα­τεστημένο για το βιετναμικό ανοσιούργημα, κατά­ληξαν επίσης στο συμπέρασμα πως κανένας απο­λύτως πολεμικός κίνδυνος δεν απειλούσε τις Ηνω­μένες Πολιτείες από την πλευρά του κομμουνισμού, σοβιετικού ή κινέζικου ή ο,τιδήποτε και πως ο δρό­μος για τη συμφιλίωση των ανθρώπων είναι ανοι­χτός. [] Από την κατανόηση τούτη, που υπήρξε συντριπτική για πολλούς ανθρώπους, φτάσαμε στο σημείο ν’ αρχίσουν ν’ αποκαλύπτον­ται πομπές και αίσχη, που πριν συγκαλύπτονταν εν ονόματι των αναγκών της αντικομμουνιστικής άμυνας. Σε όποιον θέλει να εμβαθύνει στη βαθειά ψυχολογική αλλαγή που παρατηρήθηκε, συστήνω να διαβάσει δύο βιβλία όπως του Τσόμσκι, Αμερικάνικη δύναμη κι οι νέοι μανδαρίνοι και των Αλεξάντερ Κόκμπερν και Ρόμπιν Μπλάκμπερν, Φοιτητική Εξουσία.

Από τον Απρίλη του 1966 και πέρα, οι αποκαλύ­ψεις ήσαν αλλεπάλληλες. Έφεραν στο φως τα παρα­κάτω: Πώς η C.I.A., τόσο άμεσα η ίδια όσο και μέσω ιδρυμάτων-παραβάν, χρηματοδοτούσε και καθοδηγούσε τις φοιτητικές ενώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Αγγλία (μέσω αγγλικού ιδρύματος, για να μη θίγεται το εθνικό φιλότιμο των παραληπτών), και σε κάμποσες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Πως η C.I.A. ήταν ο χρηματοδότης και καθοδηγητής περιοδικών που εμφανίζονταν σαν οι πιο γνήσιοι ερμηνευτές μιας απαρασάλευτης πίστης στα φιλελεύθερα και δημοκρατικά και για τούτο κι αντικομμουνιστικά ιδανικά –έχουμε εδώ την περίπτωση του Ενκάουντερ στην Αγγλία, του Μόνατ στη Γερμανία, των Πρεβ στη Γαλλία κ.λπ. Πως η C.I.A. δεν δίστασε επίσης κατά καιρούς να χρηματοδοτήσει άμεσα ή έμμεσα διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις, επισήμους σοσιαλιστικών κομμάτων κλπ., κλπ. Πως το πιο φημισμένο παραβάν της C.I.A. ήταν το περιώνυμο Κογκρέσσο για την Ελευθερία του Πολιτισμού. Και πως σαν παραβάν λειτούργησε και το Ίδρυμα Φορντ, που πρόθυμα ανάλαβε να χρηματοδοτήσει εκείνο το Ενκάουντερ, το Πρεβ, το Μόνατ, μόλις αποκαλύφτηκε ο ρόλος της C.I.A. και κείνη θεώρησε πως συμφέρει περισσότερο ν’ αποσυρθή από το προσκήνιο.

Γύρω στο Φλεβάρη 1967, με το πασίγνωστο πια άρθρο του περιοδικού Ράμπαρτς και με την καινούργια σύνδεση που κείνο επισήμανε ανάμεσα στη δραστηριότητα της Φορντ και της C.I.A. στην Ινδονησία, οι καταγγελίες είχαν μετατραπή σε πεποίθηση. Η Φορντ, που δεν τόλμησε ποτέ να δικαιολογηθή στο αμερικάνικο ή διεθνές κοινό, στεκόταν καταδικασμένη στην παγκόσμια συνείδηση, ο Ναμπόκωφ παραιτήθηκε από αντιπρόσωπός της στη Γαλλία, παραιτήθηκε και ένας από τους διευθυντές της Ενκάουντερ, που δεν υπήρξε ενήμερος του ρόλου της C.I.Α. κι έπειτα της Φορντ, κι αν εμείς στην Ελλάδα δεν τα πήραμε είδηση αυτά μόλο που η Ελευθερία, π.χ., αφιέρωσε μακριές ανταποκρίσεις στην υπόθεση, ο λόγος ήταν απλούστατα πως εμείς στην Ελλάδα είχαμε τότε τα δικά μας και δεν προσέχαμε τίποτε άλλο.

Η εντύπωση που οι αποκαλύψεις αυτές προκάλεσαν στην Ευρώπη, ιδιαίτερα, ήταν αφάνταστα βαθειά. Η αηδία, που ένοιωσαν οι Ευρωπαίοι φοιτητές, συντέλεσε στο να τους καταστήσει πρωτοπόρους στα γεγονότα του Μάη 1968. [ ] Μια μικρή, μ’ αξιοπαρατήρητη, απόρροια των αποκαλύψεων ήταν να παύσει ουσιαστικά να λειτουργεί η «Διεθνής Φοιτητική Διάσκεψη», η δυτική δηλαδή φοιτητική συνομοσπονδία που και γι’ αυτήν αποδείχτηκε πως πληρωνόταν από τη C.I.A. και τα διάφορα ιδρύματα, Κάθεργουντ, Πάπας κι όλα τα άλλα παραβάν της C.I.A.

Μα υπήρξαν κι άλλες συνέπειες των αποκαλύψεων αυτών. Σοβαροί ερευνητές, διαπιστώνοντας το ρόλο που έπαιξαν τα λεγόμενα «Ιδρύματα», με πρωτοπόρο ανάμεσά τους το ίδρυμα Φορντ, στην καλλιέργεια της παγκόσμιας διαφθοράς με στόχο την εξυπηρέτηση των πιο αντιδραστικών στόχων, γύρεψαν να καταπιαστούν πιο συστηματικά με το όλο πρόβλημα των ιδρυμάτων, ώστε να το ερμηνεύσουν. Έτσι ανασύρθηκαν από το χρονοντούλαπο τα πορίσματα μιας πολύ συστηματικής έρευνας, πούχε διεξαγάγει πάνω στο θέμα αυτό, το 1960-1963, ο Αμερικανός βουλευτής Ράιτ Πάτμαν, και που, όταν πρωτογνωστοποιήθηκαν, κανένας δεν τα πρόσεξε. Άρχισε η συστηματική μελέτη του «Διευθυντηρίου των Ιδρυμάτων» κι άλλων σχετικών κειμένων, και συγκεντρώθηκαν πολλές κι αποκαλυπτικές πληροφορίες –που άλλες δημοσιεύτηκαν στους Τάιμς Νέας Υόρκης και σ’ άλλα δημοσιεύματα, άλλες πάλι τροφοδότησαν εξακολουθητικά τα Ράμπαρτς, και οι κύριες ανάμεσά τους συστηματοποιήθηκαν και παρουσιάστηκαν σε ξεχωριστό κεφάλαιο σ’ ένα μνημειώδες έργο έρευνας, το βιβλίο Οι πλούσιοι κι οι υπερπλούσιοι – ποιοι είναι οι ιδιοχτήτες της Αμερικής και πως φυλάν τα πλούτη τους, του Φέρντι Λούντμπεργκ (δημοσιεύτηκε στ’ αγγλικά μόνον νομίζω). Παραθέτω μερικά στοιχεία ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να κρίνει υπεύθυνα με τι έχει να κάνει. Υπάρχουν –εδώ αναφέρομαι στα στοιχεία των αρχών του 1967– κάπου 6.803 δηλωμένα ιδρύματα στην Αμερική. Πρέπει να υπάρχουν κι άλλα, γιατί τα λαθρόβια ιδρύματα είναι κάτι το πολύ συνηθισμένο, και το πολύ χρήσιμο, άλλωστε, για την C.I.A. Τα γνωστά πάντως ιδρύματα, σύμφωνα με το «Διευθυντήριο Ιδρυμάτων», είχαν το 1964 περιουσιακά στοιχεία αξίας 14,5 δισ. δολλαρίων και το 1967, στις αρχές, περιουσιακά στοιχεία αξίας 20,3 δισ. δολλαρίων. Ο πλούτος τους, μ’ άλλα λόγια, αυξάνει αδιάκοπα, όπως ταιριάζει σε μια εποχή βαθμιαίας κατίσχυσης των μεγάλων μονοπωλίων. Έτσι, πριν το 1910, υπήρχαν μονάχα 18 ιδρύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, κι ενός μονάχα τα περιουσιακά στοιχεία ξεπερνούσαν σ’ αξία τα 10 εκατομμύρια δολλάρια. Τα πιο πολλά τους ιδρύθηκαν μετά το 1950 – για την ακρίβεια, το 56 τοις εκατό από τα πιο μεγάλα ιδρύματα.

Ο γίγαντας ανάμεσα στα Ιδρύματα είναι το ίδρυμα Φορντ. Η Φορντ Φαουντέισιον είχε, το 1964, σύμφωνα με το «Διευθυντήριο Ιδρυμάτων», περιουσιακά στοιχεία αξίας 3.320 εκατομμυρίων δολλαρίων. Το δεύτερο στις διαστάσεις ίδρυμα, το Ίδρυμα Ροκφέλλερ, δημιούργημα της Στάνταρντ Όιλ, είχε την ίδια εποχή μόλις 632 εκατομμύρια σε περιουσιακά στοιχεία, το Ντιούκ Εντάουνμεντ, που ερχόταν τρίτο, είχε 478 εκατομμύρια κ.ο.κ. Πώς κατάφερε η Φορντ Φαουντέισιον, να φτάση σε τέτοιες διαστάσεις; Ήταν βέβαια από την αρχή ένα πολύ ισχυρό ίδρυμα. Μ’ ακολούθησε επίσης και την αρχή που εφαρμόζουν τα άλλα ιδρύματα, και που εφαρμόζουν φυσικά όλα τα μπίζνες στην Αμερική και σ’ όλον τον κόσμο:

Έκανε επενδύσεις, κι έκανε κερδοσκοπία. Πραγματοποίησε κέρδη με τις μακροπρόσθεσμες «επενδύσεις» και με τις βραχυπρόθεσμες «επενδύσεις», δηλαδή στη σπέκουλα, πραγματοποίησε κέρδη και με την ανατίμηση των αξιών του. Η ανατίμηση των αξιών διόγκωσε τα περιουσιακά στοιχεία. Μ’ αυτά επίσης διογκώθηκαν και με τη μηχανή της επανεπένδυσης χρηματικών κερδών –που θα την περίμενε κανείς, βέβαια, να είναι μέθοδος που μονάχα οι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν κι όχι οργανισμοί δήθεν ταγμένοι να μοιράζουν τα λεφτά τους σ’ όσους έχουν πραγματική ανάγκη. Μέχρι το 1960, το Ίδρυμα Φορντ είναι διαπιστωμένο πως επανεπένδυσε από τα πραγματοποιημένα κέρδη του 432.916.432 δολλάρια, δηλαδή 433 εκατ. δολλάρια. Κι έχει εδώ επίσης τα πρωτεία το Ίδρυμα Φορντ. Δεύτερο ήρθε το Ίδρυμα Κάρνεγκη με 66 εκατ. δολλάρια, τρίτο το Ίδρυμα Ροκφέλλερ με 51 εκατομμύρια. Είναι λοιπόν το ίδρυμα Φορντ, όπως κι όλα τα άλλα ιδρύματα, μια καπιταλιστική επιχείρηση, που βασικοί της στόχοι είναι η μεγιστοποίηση των κερδών, η ανατίμηση των περιουσιακών στοιχείων με τη σωστή κερδοσκοπία, η επανεπένδυση των κερδών στην πιο μεγάλη κλίμακα, με σκοπό μια μελλοντική μεγιστοποίηση κερδών σε μια πιο μεγάλη ακόμη κλίμακα κ.λπ. Κι είναι τα ιδρύματα καπιταλιστικές επιχειρήσεις όχι κοινές, αλλά προνομιούχες. Με την έννοια πως δεν υπόκεινται, σαν τις κοινές επιχειρήσεις, σε φορολογική επιβάρυνση. Αυτός είναι κι ο λόγος για την ορμητική ανάπτυξή τους. Χάρη στο αφορολόγητό τους, μπορούν να συσσωρεύουν τα κέρδη. Η συσσώρευση αυτή των κερδών, πάλι, επιτρέπει στα ιδρύματα να ενισχύουν οικονομικά τις μητρικές επιχειρήσεις, που εκείνες υπόκεινται σε φορολογία. Και ταυτόχρονα επιτρέπει στη μητρική επιχείρηση, και στο καπιταλιστικό καθεστώς γενικά, να κάνει τη φιγούρα του, να παρουσιάζεται πως ενδιαφέρεται για την υγεία του λαού και των λαών, για την παιδεία και τις τέχνες και για τους φτωχούς διανοούμενους που υποτίθεται πως, σ’ αντάλλαγμα για λίγη «κατανόηση», είναι πρόθυμοι να κάνουν πολλές παραχωρήσεις ή τουλάχιστον να χορηγήσουν ιδεολογικά συγχωροχάρτια στους υπέρμαχους και τους κερδοσκόπους του καπιταλισμού.[ ]

Από το δεκαπενταμελές συμβούλιο των επιτρόπων, που εποπτεύει τη λειτουργία του Ιδρύματος και φροντίζει για τα οικονομικά κι άλλα του συμφέροντα, τα δυο είναι μέλη της οικογένειας Φορντ: Ο Μπένσον Φορντ, κι ο Χένρυ Φορντ ΙΙ. Τα άλλα δεκατρία είναι άτομα του κόσμου των επιχειρήσεων και της αντιδραστικής πολιτικής ζωής που όλα τους επιλέγονται προσωπικά από τους ίδιους τους Φορντ. Το Ίδρυμα Φορντ είναι, μ’ άλλα λόγια, απλώς ένας βραχίονας του μονοπωλίου Φορντ, και πολιτεύεται ακριβώς όπως η εταιρεία Φορντ.

Μα βέβαια το ίδρυμα δεν είναι απλώς ένα μέσο ευκολώτερης συσσώρευσης κερδών και υποβοήθησης της εταιρείας Φορντ από την ψυχολογική άποψη. Έχει και πλατύτερους στόχους το ίδρυμα αυτό. Όταν, μετά το θάνατο του Χένρυ Φορντ Ι, που δεν καταλάβαινε από δημόσιες σχέσεις κι είχε σκαν­δαλίσει ακόμη και τους Αμερικανούς αστούς με την αλαζονεία της αγραμματοσύνης του, πρωτόγινε σκέψη να οργανωθή το Ίδρυμα Φορντ, που θ’ αναλάβαινε να παρουσιάσει την «οικογένεια» κάτω από ένα φως πιο ευνοϊκό, ένας από τους στόχους που τέθηκε ήταν η «εγκαθίδρυση της ειρήνης». Όπως παρατήρησε ένας σχολιαστής που ανάλαβε να υπερασπιστή το Ίδρυμα εναντίον των εχτρών του, «ειρήνη σημαίνει… να προσπαθήσουμε να κα­ταστήσουμε άλλα έθνη πιο φιλικά προς εμάς παρά προς τους κομμουνιστές». Αυτός είναι ένας παράδο­ξος ορισμός του αγώνα για την «εγκαθίδρυση της ειρήνης». Με βάση αυτόν τον στόχο κι άλλους ανάλογους, σαν την «προάσπιση της δημοκρατίας» που, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο φιλικό στο Ίδρυμα σχολιαστή, «πρέπει φυσικά να είναι η δική μας δημοκρατία», το Ίδρυμα Φορντ αποδύθηκε σε μια μεγάλη εξόρμηση προορισμένη να προβάλλει τον εαυτό του και την «πατρίδα» του στις άλλες χώρες. Με τις υποτροφίες, τα βοηθήματα, τα προ­γράμματα βοηθείας, κι άλλες ανάλογες υπηρεσίες. Θέλησε λοιπόν να στρατολογήσει τους κατάλλη­λους ανθρώπους για να ηγηθούν στις προσπάθειές του. Πήρε πρώτο τον Πωλ Χόφφμαν, τον άνδρα που πρωτοργάνωσε το Σχέδιο Μάρσαλ! Ακροδεξιοί Α­μερικάνοι του τύπου Μακάρθυ τον κατάγγειλαν σα μέλος, μαζί με τον Αϊζεγχάουερ κι άλλα ανάλογα πρόσωπα, μιας σκοτεινής κομμουνιστικής συνωμο­σίας. Μα ο κάθε σοβαρός άνθρωπος ξέρει τι ήταν ο Χόφφμαν. Ανάλαβε να οργανώσει το πρώτο πρό­γραμμα διάσωσης της Δυτικής Ευρώπης από τον κομμουνισμό, κι αναμφισβήτητα –ήταν τότε ακόμη πολύ αδύνατες οι δυνάμεις του σοσιαλισμού– πέ­τυχε σε τούτο. Όμως, αντιπροσώπευε μια γενεά Αμερικάνων ηγητόρων που μεγάλωσαν με την πεποίθηση του αήττητου της Αμερικής και για τού­το θεωρούσε πως η Αμερική έχει τη δυνατότητα να κάνει που και που καμιάν επίδειξη φιλελευθερισμού. Χρειάστηκε λοιπόν για τούτο, καθώς σκο­τείνιαζαν βαθμιαία οι ορίζοντες του ιμπεριαλισμού, να φύγει κι από το Ίδρυμα Φορντ, και μαζί του έφυ­γαν όλοι οι άλλοι «φιλελεύθεροι αντικομμουνιστές» του φυράματός του.

Στη θέση του μπήκε ο Τζων Μακ Κλόϋ, ένας νο­μομαθής με πείρα διοίκησης του Πενταγώνου, που το 1947 ο Τρούμαν διόρισε διοικητή της Διεθνούς Τραπέζης και, το 1949, μετά τις πρώτες γερμανικές εκλογές και τη θριαμβευτική επιτυχία του Αντενάουερ, τον διόρισε ύπατο αρμοστή του στη Βόννη, σαν άνθρωπο ικανό να δείξει στον Αντενάουερ πως η Αμερική συμμερίζεται τα βίαια αντικομμουνιστικά του αισθήματα και μάλιστα υπερθεματίζει σ’ αυτά. Το 1952, με την εκλογή του Αϊζεγχάουερ, ο Μακ Κλόϋ έφυγε από τη Γερμανία. Τον διόρισαν τότε αμέσως πρόεδρο του Ιδρύματος Φορντ. Αυτό ήταν κάτι το απολύτως φυσικό. Ο Φόστερ Ντάλλες, π.χ., διατέλεσε πρόεδρος του Ιδρύματος Ροκφέλλερ, πριν ο Αϊζεγχάουερ τον διορίσει υπουργό των Εξωτερικών και παρομοίως ο Ντην Ρασκ ήταν πρόεδρος του Ιδρύματος Ροκφέλλερ, πριν γίνει υπουργός των Εξωτερικών του Κέννεντυ και του Τζόνσον, μ’ εντολή να δικαιολογεί τους πιο απάνθρωπους βομβαρδισμούς του Βιετνάμ. Ποιος ανάλαβε αργότερα, κοντά στις μέρες μας την ηγεσία της Φορντ Φαουντέϊσιον; Προτάσει του Τζων Μακ Κλόϋ, τα καθήκοντα αυτά ανατέθηκαν στον Τζωρτζ Μπάντυ. Το άτομο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διατέλεσε ειδικός σύμβουλος του Κέννεντυ και του Νίξον για την εθνική ασφάλεια. Μ’ αυτή του την ιδιότητα, ήταν ο ιέρακας των ιεράκων σ’ ό,τι αφορούσε την εξόντωση δια πυρός και σιδήρου του βιετναμέζικου λαού, κι εκπλήρωνε φυσικά επίσης χρέη συνδέσμου του Λευκού Οίκου με τη C.I.A. Ο διορισμός του Μακ-Τζωρτζ Μπάντυ είχε σημασία πολύ παραπάνω από συμβολική. Η C.I.A, όπως είδαμε στην αρχή τούτης της ανάλυσης, είχε χτυπηθή σκληρά από τις αποκαλύψεις για την υπόγεια δραστηριότητά της στην Ευρώπη κι αλλού. Τα φτηνά μικροπαραβάν του τύπου ιδρυμάτων Πάπας κ.λπ. είχαν τη χρησιμότητά τους. Χρειάστηκε να παρέμβει κάποιος που να διαθέτει πιο μεγάλο κύρος και να μπορεί να κινείται ανυποψίαστα.

Γι’ αυτό και συνέπεσε τότε να μετατραπή η Φορντ, αντί της CIA, στο χρηματοδότη του περιοδικού Ενκάουντερ και των αδερφάδων του στις άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Εδώ στην Ελλάδα, ήρθε, προκειμένου να υπερασπιστή το ίδρυμα εναντίον όλων των επιθέσεων εναντίον του, ο κ. Λάουρυ. Ο άνθρωπος αυτός, με τους απίθανα θρασείς τρόπους, μας παρουσιάστηκε σα «δημοσιογράφος». Η όλη συμπεριφορά του, βέβαια, έδειχνε πως είναι ολότελα διαφορετική η πηγή της δύναμής του και της αυτοπεποίθησής του. Πάντως, δεν ξέρουμε από που κρατάει η σκούφια του Λάουρυ. Γνωρίζουμε όμως ποιος είναι ο Σέπαρντ Στόουν. Διορίστηκε στη Φορντ Φαουντέϊσιον με τον τίτλο του «διευθυντή διεθνών υποθέσεων». Προηγουμένως, ήταν συνταγματάρχης στην αμερικανική κατασκοπεία. Ήταν επίσης ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Μακ Κλόϋ στη Γερμανία. Το έργο του ήταν η στρατολόγηση «φίλων της Αμερικής», η διείσδυση στην εχθρική παράταξη, η κρυφή προβολή και προώθηση κάθε εξτρεμιστικής τάσης.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Δυο πράγματα κατά κύριο λόγο:

Πρώτο, πως είναι μύθος, από τους πιο θλιβερούς, η αντίληψη πως στη Φορντ Φαουντέϊσιον αντιμετωπίζουμε τάχα μια φιλανθρωπική οργάνωση, ένα «κληροδότημα». Όταν ο Χένρυ Φορντ προεδρεύει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας Φορντ, φορεί τη μάσκα του αδυσώπητου κυνηγού του κέρδους. Όταν προεδρεύει στο συμβούλιο επιτρόπων του Ιδρύματος Φορντ, φορεί τη μειλίχια προσωπίδα του φιλάνθρωπου. Μα και στις δυο περιπτώσεις, ο άνθρωπος είναι ο ίδιος, οι στόχοι είναι οι ίδιοι: Να μπορέσει η εταιρία Φορντ να μαζέψει εν ασφαλεία πιο πολλά λεφτά. Και να διαθέσει ό,τι διαθέτει για το καλό της εταιρίας, του καπιταλιστικού συστήματος, του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. [ ]

Οι άνθρωποι αυτοί των μεγάλων ιδρυμάτων, που χτες μπορεί κάλλιστα σα στρατηλάτες να ασχολούνταν με γενοκτονικές επιχειρήσεις, κι αύριο μπορεί κάλλιστα να μαδάν σαν εκτελεστικοί πολυεθνικών επιχειρήσεων το δικό τους κράτος και σε πιο μεγάλη έκταση ακόμη τα ξένα κράτη, έχουν μέσα τους την ανάγκη να διασφαλιστούν εναντίον του κομμουνισμού. Νιώθουν την υποχρέωση να εργαστούν για να παραπλανήσουν, να διαιρέσουν όσους θα μπορούσαν ν’ αντιταχτούν σ’ αυτούς. Δεν είναι φυσικά τόσο αφελείς ώστε να δίνουν λεφτά και βοηθήματα μονάχα όπου τους δίνονται άμεσα πολιτικά κι ιδεολογικά ανταλλάγματα. Ξέρουν να ελίσσονται κι είναι ρεαλιστές. Θα δώσουν ορισμένες φορές ακόμη κι όπου δεν θα τους πουν ευχαριστώ, έτσι ώστε να μπορέσουν να εντυπωσιάσουν με τη μεγαλοψυχία τους. Θα δώσουν όπου ξέρουν πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξουν τα μυαλά των ανθρώπων, στις γενικές τους τουλάχιστο γραμμές, έτσι ώστε να σπείρουν κάποια σύγχυση σχετικά με το ποιος είναι και ποιος δεν είναι καλός Αμερικανός. Θα δώσουν όπου τούτο θα τους σταθή χρήσιμο για να διαιρέσουν τους αντιπάλους τους. Και θα δώσουν για να εξαγοράσουν όπου τούτο τους είναι δυνατό.

Αυτά είναι που κάνουν στην Ελλάδα. Μ’ αυτό ασχολούνται από το 1967. Μαζί με την Αμερικάνικη Υπηρεσία Πληροφοριών, τη λεγόμενη U.S.I.S., που και κείνη ειδικεύεται ανάμεσα στ’ άλλα σε τέτοιες εξυπηρετήσεις προς τους διανοούμενους. Μαζί με διάφορους απίθανους Εγγλέζους και μισοεγγλέζους, από κείνους που πάντα είναι πρόθυμοι να κατακλύσουν σε κρίσιμες στιγμές μια χώρα σαν τη δική μας, «σ’ αναζήτηση λίγης λιακάδας».
Το 1967 μας έριξε σε μεγάλη σύγχυση. Έδειξα κιόλας πως κανένας Έλληνας, ουσιαστικά, δε σημείωσε το χειμώνα και την άνοιξη του 1967 τις σαφείς καταγγελίες του Ιδρύματος Φορντ, που δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό τύπο. Αμέσως κατόπιν πολλοί διανοούμενοι, δημοκρατικοί και προοδευτικοί όλων των αποχρώσεων, βρέθηκαν σε μεγάλες δυσκολίες. Δεν μπόρεσαν συχνά να καλύψουν τις βιοτικές ανάγκες τους. Κι έπειτα, σ’ άλλες περιπτώσεις, βρέθηκαν σ’ αδυναμία να συνεχίσουν την καλλιτεχνική ή συγγραφική εργασία τους και κατάληξε έτσι ν’ απομονωθούν σε μεγάλο βαθμό από το κοινό ή κι από δημοκράτες και προοδευτικούς διανοούμενους στον υπόλοιπο κόσμο.

Είχαν κι έχουν επίσης οι διανοούμενοι αυτό το δικαιολογημένο παράπονο –όχι μονάχα αυτοί, άλλωστε– πως για το όλο καντάντημα είναι υπεύθυνες οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω της CIA και των πρακτόρων της.
Είναι μόνιμη επιδίωξη κάθε ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης, σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ ένα μέρος του κατεστημένου της εργάζεται να επιβάλει μιαν εθνικά ασύμφορη λύση σ’ άλλη χώρα, άλλο μέρος ν’ αναλαβαίνει το ρόλο του προστάτη του έθνους που καταπιέζεται ή αδικείται. Έτσι διασφαλίζεται ο δρόμος για τη «διαδοχή». Έτσι στρατολογούνται κι ανάμεσα στους αντίπαλους του καθεστώτος άτομα που αργότερα θα δεχτούν κι εκείνα να παίξουν το ρόλο της 5ης φάλαγγας. Οι Άγγλοι, ιδιαίτερα, ειδικεύτηκαν σ’ αυτούς τους ελιγμούς, κι οι Αμερικανοί επιδίωξαν από την πρώτη στιγμή να μιμηθούν σ’ όλα το αγγλικό ιμπέριουμ. Μια από τις όψεις αυτής της πολιτικής είναι οι «παροχές». Επαναλαβαίνω πως δεν έχουν όλες τους το στόχο της προσωπικής εξαγοράς. Υπάρχουν παροχές που μοναδικός τους σκοπός είναι ν’ αποδείξουν την εντιμότητα, την αμεροληψία, την ανεκτικότητα ακόμη κείνου που παρέχει. Υπάρχουν παροχές που απλώς ελπίζεται ν’ απολήξουν σε μιαν κάποια «εξουδετέρωση» κείνου που εισπράττει. Υπάρχουν παροχές που αποσκοπούν στη δημιουργία παρεξηγήσεων. Και παροχές που στόχος τους είναι η εξαγορά.

Γι’ αυτό κι είναι λάθος να εξεγείρεται κανείς για τον καθένα, ακόμη και τον πιο έντιμο κι αθώο της υπόθεσης, που εισπράττει αυτές τις παροχές. Με το να πολιτεύεται κανείς έτσι, παίζει το παιγνίδι του Ιδρύματος Φορντ. Μα είναι λάθος επίσης βαρύ, το να επιμένει κανείς, μπροστά σ’ αυτά τ’ αναμφισβήτητα γεγονότα, στο αθώο του Ιδρύματος Φορντ. Μπορεί βέβαια να πλανιέται ειλικρινά κείνος που υποστηρίζει αυτή την άποψη. Οι διανοούμενοι άλλωστε διακρίνονται συχνά για κάποιο εγωισμό και για την απροθυμία τους να παραδεχθούν πως μπορεί να σφάλλουν. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη υπομονή, και μεγάλη ανεκτικότητα. Μα και σαφήνεια επίσης. Πρέπει ο καθένας να τεθή, και να θέσει τον εαυτό του, μπροστά στις ευθύνες του. Και με βάση αυτές να πάρει τη θέση του. Σκιαγράφησα το Ίδρυμα Φορντ και τις δραστηριότητές του, με βάση όχι τα όσα νομίζω πως ξέρω εγώ, αλλά με βάση τα όσα καταγγέλνουν τα γεγονότα κι οι πιο σοβαροί μελετητές του θέματος. Πάνω σ’ αυτά ας συζητήσουμε, κι όχι πάνω στις ωραιολογίες, ούτε και πάνω στο αληθινά απαράδεκτο ερώτημα του ποιος είναι ο πιο καλός και ποιος όχι.

  • (Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Προσανατολισμοί, τ. 12, Μάρτιος 1973. Αναδημοσιεύουμε εδώ το μεγαλύτερό του μέρος.)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek