από το Άρδην τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005

Κατ’ αρχάς, όπως έχει ειπωθεί χιλιάδες φορές, η παγκοσμιοποίηση δεν αποτελεί κάτι το εντελώς καινούργιο ή πρωτοφανές. Σε κάθε ιστορική περίοδο εμφανίζονται μορφές παγκοσμιοποίησης, μόνο που κάθε φορά είναι διαφορετικές. έτσι αυτό που αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση είναι μεν επανάληψη μιας παλαιότερης περιόδου αλλά και ταυτόχρονα και κάτι το καινoφανές.

Βέβαια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα οι απόψεις διίστανται. Ο Κώστας Βεργόπουλος π.χ. υποστηρίζει ότι δεν νοείται η παγκοσμιοποίηση ως μια ιδιαίτερη και καινούργια φάση˙ είναι επανάληψη παλαιότερων φάσεων του ιμπεριαλισμού –όπως αυτή, από το 1870 περίπου ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με επίκεντρο τότε την Αγγλία. Κια τότε υπήρχαν χαρακτηριστικά παρόμοια με τα σημερινά, δηλαδή επρόκειτο για μια οικονομία χωρίς δασμούς, με ελεύθερη αγορά, μεγάλες εξαγωγές κεφαλαίου και εμπορευμάτων (η βάση της οικονομίας ήταν οι εξαγωγές και όχι η εσωτερική παραγωγή). Τηρουμένων των αναλογιών και σε διαφορετική κλίμακα, το ίδιο συνέβη και την τελευταία περίοδο, ιδιαίτερα μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού μπλοκ. Οι οπαδοί αυτής της αντίληψης αναφέρουν ορισμένα βάσιμα στοιχεία: ότι μέχρι το 1910 περίπου οι παγκόσμιες εξαγωγές αποτελούσαν ένα υψηλό ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, κάτι ανάλογο με σήμερα, και ότι ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την συνεχή επιδίωξη της Αγγλίας να καταργήσει τους δασμούς πράγμα που είχε εν μέρει επιτύχει.

Η αντίθετη άποψη, πάλι στο οικονομικό πεδίο, είναι πως η παγκοσμιοποίηση αποτελεί κάτι το εντελώς καινοφανές, με πρωτότυπα χαρακτηριστικά, τα οποία συνίστανται κυρίως στο ξεπέρασμα των εθνών-κρατών και στον κυρίαρχο ρόλο των πολυεθνικών. Το καινούργιο λοιπόν είναι η «επικοινωνιακή επανάσταση», η χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας, ο νέος ρόλος των χρηματιστηρίων και οι πολυεθνικές οι οποίες υποκαθιστούν τα εθνικά κράτη.

Στην πραγματικότητα και οι δύο αυτές αντιλήψεις εμπεριέχουν κάποια στοιχεία αλήθειας. Κατ’ αρχάς, είναι γεγονός πως όλες οι κοινωνίες στο παρελθόν έχουν γνωρίσει φάσεις επέκτασης και συρρίκνωσης των παγκοσμιοποιητικών τους τάσεων. Για παράδειγμα, ο αρχαίος κόσμος πέρασε από μικρές πολιτειακές συσσωματώσεις, όπως η πόλη-κράτος, σε κράτη οικουμενικών διαστάσεων με τον Αλέξανδρο και τη Ρώμη. Δηλαδή, οι αγροτικοί πολιτισμοί με την υπέρβαση των μικρών κρατικών οντοτήτων και τη διεύρυνσή τους έφτασαν κάποια στιγμή σε κάτι ανάλογο με το σημερινό φαινόμενο που αποκαλείται παγκοσμιοποίηση. Το ίδιο συνέβη εκείνη την περίοδο, ή λίγο μετά στην Κίνα και στην Ινδία.1 Ακολουθεί στη συνέχεια μια περίοδος διάλυσης. Μετά τη Ρώμη, έχουμε ένα πρώτο «σπάσιμο» σε Βυζάντιο – Ρώμη, και αργότερα παραπέρα κατακερματισμό και ανάδειξη μικρότερων κρατών, ενώ αντίστοιχες διαδικασίες, με μια χρονική υστέρηση, παρατηρούνται και στον Αραβικό κόσμο. Στην σύγχρονη καπιταλιστική φάση, η εποχή της κυριαρχίας της Αγγλίας, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, είχε ανάλογα χαρακτηριστικά με τη σημερινή. Βεβαίως, όταν μιλάμε για παγκοσμιοποίηση εκείνη την εποχή, δεν εννοούμε πως είναι ταυτόσημη με σήμερα, αλλά ότι κατ’ αναλογίαν συνέβη το ίδιο. Άρα ως φαινόμενο δεν είναι κάτι το εντελώς καινοφανές.

Ο αντίλογος επιμένει ότι, για πρώτη φορά, τα παγκοσμιοποιητικά φαινόμενα αποκτούν πλανητικά χαρακτηριστικά. Έχουμε μια σαφή τάση μετάβασης στις πολυεθνικές εταιρείες που δημιουργούν νέες πραγματικότητες στην οικονομία˙ έχουμε την επικοινωνιακή παγκοσμιοποίηση που είναι το Διαδίκτυο, οι δορυφόροι, οι επικοινωνίες, η παγκόσμιοποιημένη τηλεόραση, και πάρα πολλά νέα στοιχεία.
Εντούτοις το ερώτημα παραμένει για το εάν αυτό που αποκαλούμε παγκοσμιοποίηση είναι αναστρέψιμο ή όχι. Πολλοί, ταυτίζοντας την ανάπτυξη των καθολικών επικοινωνιακών δικτύων με την μορφή που έχει πάρει η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει επιστροφή.

Όμως οι δύο αυτές διαδικασίες δεν ταυτίζονται. Η επικοινωνιακή παγκοσμιοποίηση, η οποία είναι όντως χωρίς επιστροφή, μπορεί να συμβαδίζει με αποκεντρωμένες και τοπικοποιημένες μορφές παραγωγής, ανταλλαγών και πολιτικής οργάνωσης. Όταν, για παράδειγμα, οι αυτοκρατορικές δουλοκτητικές δομές του αρχαίου κόσμου αντικαταστάθηκαν από τις φεουδαλικές δομές ή τα εθνικά κράτη του ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, σημειώθηκε μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά αντίθετα άνοδός της! Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβη και μετά το 1914, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ’60. Η ενδυνάμωση των εθνικών παραγωγικών μηχανισμών της εποχής του φορντισμού και του κεϋνσιανισμού σε αντίθεση με το περισσότερο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο της περιόδου 1870-1910 δεν σηματοδότησε πτώση της παραγωγικότητας της εργασίας αλλά αύξησή της.
Έτσι και σήμερα πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία η πρόσφατη παγκοσμιοποίηση –η οποία αρχίζει μετά την κρίση του ’73 και στο πολιτικό-οικονομικό πεδίο φθάνει στο απόγειό της μετά το ’90– εισέρχεται στην καθοδική της φάση. Καθώς έγινε και σε παλαιότερες εποχές η επέκταση των αυτοκρατορικών δομών στην ιστορία ακολουθείται από μορφές συρρίκνωσης και επιστροφής σε δομές περιφερειακές, εθνικές ή οιονεί εθνικές.

Όπως προαναφέραμε, η νέα μορφή παγκοσμιοποίησης εγκαινιάζεται την περίοδο που μπαίνει σε κρίση η παλιά μορφή του έθνους-κράτους, ως συνέπεια της πάλης των τάξεων και της ανόδου των κοινωνικών συγκρούσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθώς ξεσηκώνονται οι χώρες του παλιού Τρίτου Κόσμου, από την Αφρική, την Κίνα, την Ινδία μέχρι την Λατινική Αμερική, προκαλείται μια αποδόμηση της παλιάς αποικιακής δομής, η οποία κορυφώνεται την δεκαετία του ’60 με το Βιετνάμ. Τότε, έχουμε τις προσπάθειες των χωρών του Τρίτου Κόσμου για ανεξαρτησία – που εκφράστηκαν και διεθνώς με τις «αδέσμευτες χώρες» κ.λ.π. Αυτή η τάση θα πλήξει εν τέλει τον Πρώτο Κόσμο μέσα από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου, τα αίτια της οποίας είναι πολιτικά: Ξεκινούν από την ανατροπή του καθεστώτος στη Λιβύη και καταλήγουν στην δημιουργία του Ο.Π.Ε.Κ. στα 1973.

Το δεύτερο, και νομίζω το πιο σημαντικό στοιχείο, είναι η εσωτερική κρίση της δομής του παλιού φορντιστικού ή κεϋνσιανού κράτους, το οποίο αναπτύσσεται στον μεσοπόλεμο και ιδιαίτερα μετά την κρίση του ’29, και ως ένα βαθμό συντηρείται μέχρι σήμερα.

Ας κάνουμε μια απαραίτητη αναδρομή επισημαίνοντας τους σταθμούς των συγχρόνων εξελίξεων: η κρίση του ’29 οδήγησε στην διαμόρφωση του σύγχρονου βιομηχανικού και κοινωνικού έθνους-κράτους, η κρίση του ’73 σημαίνει το τέλος αυτής της περιόδου, τουλάχιστον για τις δυτικές χώρες και την επιτάχυνση των παγκοσμιοποιητικών διαδικασιών, ενώ, τέλος, μετά την 11 Σεπτεμβρίου του 2001 μπαίνουμε και πάλι σε μια περίοδο κρίσης της παγκοσμιοποίησης.

Η κρίση του 1929 και ο εθνοκεντρικός κεϋνσιανισμός
Η κρίση του ’29 υπήρξε μια κρίση υποκατανάλωσης, καθώς μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυξήθηκε η παραγωγή αλλά δεν αυξάνεται αντίστοιχα η κατανάλωση. Έτσι οδηγηθήκαμε σε κατάρρευση του παγκόσμιου εμπορίου –το οποίο πέφτει στο 25% των προ της κρίσης μεγεθών του– ,των διεθνών ανταλλαγών, σε γενικευμένη άνοδο της ανεργίας και τεράστια πολιτική κρίση.

Η απάντηση που πρότεινε ο Χένρυ Φορντ στην Αμερική, –γι’ αυτό ονομάστηκε και φορντισμός– ήταν να πληρώνει τους εργάτες του παραπάνω ώστε ν’ αγοράζουν τα αυτοκίνητά του.

Κατά συνέπεια, ο λεγόμενος καταναλωτικός καπιταλισμός, που εγκαινιάζεται στις ΗΠΑ στο μεσοπόλεμο και επεκτείνεται στην Ευρώπη μετά το 1945, προϋποθέτει μια αύξηση στα μεροκάματα έτσι ώστε να μπορεί να καλυφθεί η άνοδος της παραγωγής. Πώς είναι δυνατόν όμως ο καπιταλισμός να δίνει αύξηση στα μεροκάματα; Με έναν όρο: Η αύξηση αυτή να στηρίζεται στην άνοδο της παραγωγικότητας˙ δηλαδή κάθε χρόνο θα έχουμε μια άνοδο της παραγωγικότητας π.χ. 3%. Η αύξηση των μισθών δεν θα είναι παραπάνω από 3% και, κατά συνέπεια, θα μπορούν και οι καπιταλιστές να κερδίζουν και οι εργάτες να ανεβάζουν τα εισοδήματά τους. Σε αυτή την αρχή στηρίζεται και το κράτος πρόνοιας, το λεγόμενο κεϋνσιανό κράτος. Σύμφωνα μ’ αυτή είναι δυνατό να βρεθεί μια ισορροπία η οποία επιτυγχάνεται με την κρατική παρέμβαση και τις κρατικές επενδύσεις, οι οποίες αυξομειώνονται παρακολουθώντας τον οικονομικό κύκλο (τότε δημιουργείται ο εκτεταμένος δημόσιος τομέας καθώς μέχρι τότε οι δημόσιες επενδύσεις είναι πάρα πολύ μικρές). Όπως έλεγε σε μια χαρακτηριστική αποστροφή ο Κέϋνς αρκεί να βάζουμε εργάτες να ανοίγουνε τρύπες στο δρόμο και να τις ξανακλείνουνε για να δημιουργούμε εισόδημα, ενεργό ζήτηση και εν τέλει άνοδο της παραγωγής. Αυτός είναι και ο ρόλος των δημόσιων επενδύσεων και των δημοσίων δαπανών: ότι προκαλούν ζήτηση και άνοδο της ζήτησης, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής, αύξηση των κερδών κ.ο.κ.

Μετά την κρίση του ’29 και την κατάρρευση των διεθνών ανταλλαγών, επιλέγεται από όλες σχεδόν τις χώρες, με διάφορες μορφές, μια εθνοκεντρική συγκρότηση της οικονομίας˙ είτε με τον Ρούσβελτ στην Αμερική και το λεγόμενο κεϋνσιανό κράτος, είτε στην Γερμανία και την Ιταλία με το αντίστοιχο φασιστικό κράτος, είτε στη Ρωσία με την ανοικοδόμηση και την εκβιομηχάνιση που αρχίζει ο Στάλιν, μετά το ’30. Το κράτος συγκροτείται με βάση την αντίληψη ότι για να μπορέσουμε ν’ αυξήσουμε τα κέρδη, ή έστω για να συγκρατηθεί η οικονομία θα πρέπει ν’ αυξήσουμε την κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας, μια και οι παγκόσμιες αγορές είχαν καταρρεύσει.

[Ο ναζισμός και φασισμός το εφαρμόζουν αυτό στρεφόμενοι και/ή κύρια στην πολεμική βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα και στην άνοδο των μισθών –εξάλλου η δύναμή τους­ στηρίχθηκε και στο ότι είχανε μια εσωτερική συναίνεση, καθώς εξαφάνισαν την ανεργία και δημιούργησαν συνθήκες πλήρους απασχόλησης δίνοντας, για ένα διάστημα τουλάχιστον, «και βούτυρο και κανόνια». Αυτή την πολιτική προσπάθησαν να τη συνεχίσουν με τον πόλεμο, φορτώνοντας τα βάρη στους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς και τους Εβραίους. Όμως στην πρώτη φάση, τουλάχιστον, ακολούθησαν μια πολιτική παράλληλη με την ρουσβελτιανή.]

Μόνο που η ρουζβελτιανή πολιτική υλοποιείται σε φιλελεύθερο πεδίο επιτυγχάνοντας ευρύτερες συναινέσεις ενώ η φασιστική και η ναζιστική με ολοκληρωτικό πολιτικό καθεστώς.

Το κεϋνσιανό σχήμα, στην αμερικάνικη εκδοχή του, η οποία και κυριάρχησε, επεκτείνεται μετά τον πόλεμο σε όλες τις δυτικές χώρες, πράγμα που σημαίνει ότι, με τις δυνατότητες που υπήρχαν, και εξ αιτίας των καταστροφών από τον πόλεμο, η άνοδος της παραγωγής ήταν εξαιρετικά μεγάλη. Aπό το 1945 περίπου έως το 1975 έχουμε μια περίοδο που η οικονομία, ιδιαίτερα η ευρωπαϊκή, αυξάνεται με ρυθμούς 6-7 ή 8% το χρόνο, και η Ιαπωνία με ακόμα μεγαλύτερους, οι οποίοι σήμερα μοιάζουν εξωπραγματικοί. Μια αύξηση που στηρίζεται στην άνοδο της παραγωγικότητας (2-4% το χρόνο, καμιά φορά και 5%) γεγονός που επιτρέπει την αύξηση των μισθών και την παράλληλη άνοδο των κερδών. Αυτή ήταν η εποχή της κοινωνικής συναίνεσης και της σοσιαλδημοκρατίας. Σ’ αυτήν ακριβώς την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στήριξε η σοσιαλδημοκρατία την άνθισή της στην Ευρώπη και στην Αμερική. Μια πραγματικότητα που η κομμουνιστική Αριστερά την αρνιόταν για πάρα πολλά χρόνια καθώς επέμενε στην αντίληψη ότι δεν είναι δυνατόν σ’ ένα καπιταλιστικό σύστημα ν’ αυξάνονται οι μισθοί των εργατών και ταυτόχρονα ν’ ανεβαίνουν τα κέρδη… [Διότι η μαρξιστική θεωρία είναι θεωρία της μόνιμης υποκατανάλωσης –αυτό υποστηρίζεται δυστυχώς και από τον Μαρξ– και της διαρκούς πτώσης του βιοτικού επιπέδου: οι πραγματικοί μισθοί διαρκώς πέφτουν ενώ η άνοδος πραγματοποιείται μόνο στους ονομαστικούς μισθούς˙ στον καπιταλισμό δεν υπάρχει δυνατότητα πραγματικής ανόδου του εισοδήματος και έτσι επέρχεται η λεγόμενη εκπτώχευση της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.]

Ο δεύτερος όρος για την κεϋνσιανή ισορροπία είναι πως οι πρώτες ύλες, και μάλιστα η ενέργεια, παραμένουν σχετικά φθηνές. Άρα ο Τρίτος Κόσμος πρέπει να είναι υποταγμένος για να μπορεί στις μητροπόλεις να ισχύει η κεϋνσιανή σύμβαση (τότε πραγματοποιήθηκαν και οι αναλύσεις για Μητρόπολη και τον Τρίτο Κόσμο).

Η κρίση του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού συμβολαίου

Το ΚΕϋΝΣΙΑΝΟ μοντέλο οδηγήθηκε σε κρίση το 1973, πρώτον διότι, εξ αιτίας της εξέγερσης του Τρίτου Κόσμου, ανέβηκε η τιμή των πρώτων υλών και κυρίως του πετρελαίου (οι τιμές υπερτριπλασιαστηκαν σε ένα χρόνο) και δεύτερον διότι το κόστος της εργατικής δύναμης άρχισε να ξεπερνάει κατά πολύ την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας. Μία άνοδος του εργατικού εισοδήματος (άμεσου και έμμεσου) προϋπέθετε ότι στο εσωτερικό των χωρών υπάρχει ένα τέτοιο επίπεδο ανεργίας που θα υποχρεώνει τους μισθούς να αυξάνονται λιγότερο από την παραγωγικότητα… Αυτές οι προϋποθέσεις από τις αρχές τις δεκαετίας του ’60 ανατρέπονται. Υπάρχει πλήρης απασχόληση, καθώς είναι η περίοδος που στη Δύση σχεδόν δεν υπάρχει ανεργία και οι μισθοί αρχίζουν και αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Άρα οι εργαζόμενοι μπορούν να φτάνουν τις διεκδικήσεις τους πολύ ψηλά. Γι’ αυτό σε όλη τη δεκαετία του ’60, με αποκορύφωμα το ’68, έχουμε μία έκρηξη αγώνων που δεν περιορίζονται απλώς στα αιτήματα για καλύτερες συνθήκες, αλλά πάνε πολύ πιο πέρα. Ακολουθεί αμέσως μετά και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου που είναι συνέπεια της ανόδου των αντιαποικιακών κινημάτων και το αποτέλεσμα είναι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70 τα κέρδη καταρρέουν.

Η σύμβαση λοιπόν στην οποία στηριζόταν ο κεϋνσιανισμός ήταν ότι η εργατική τάξη και το κεφάλαιο των αναπτυγμένων χωρών συνεργάζονται σε βάρος του Τρίτου Κόσμου και του περιβάλλοντος, διότι η διαρκής ανάπτυξη για την οποία μιλάμε δημιουργούσε προβλήματα στο περιβάλλον τα οποία δεν λαμβάνονταν υπ’ όψιν. Έχουμε λοιπόν από τη μια τα οικολογικά προβλήματα που οξύνονται, τους εργάτες που απορρίπτουν τη συγκεκριμένη σύμβαση και τους φοιτητές που λένε: τα θέλουμε όλα. Είναι ακριβώς μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό κλίμα που η κοινωνική συνταγματική βάση του παλιού έθνους-κράτους και η κεϋνσιανή ρύθμιση καταρρέουν εξαιτίας των κοινωνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Απέναντι σ’ αυτό η απάντηση του κεφαλαίου είναι η παγκοσμιοποίηση, με πρώτο βήμα την μείωση των επενδύσεων. Με την κρίση από το ’73 μέχρι το ’80 έχουμε μια πολύ μεγάλη πτώση της παραγωγής. το κεφάλαιο αποσύρεται από την επένδυση ακριβώς γιατί δεν υπάρχουνε κέρδη. Εμφανίζεται ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός και εγκαινιάζονται οι πολιτικές που στρέφονται ενάντια στο κράτος πρόνοιας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε μια τέτοια πολιτική πρωτοπορεί η Θάτσερ στην Αγγλία ενώ ακολουθεί ο Ρήγκαν στις ΗΠΑ. πρόκειται για τις δύο πρώτες χώρες στις οποίες είχε εφαρμοστεί αυτό που λέμε σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός. Στην μεν Αμερική αρχίζοντας από τον Ρούσβελτ, στη δε Αγγλία αρχίζοντας από το 1945, όταν ανέβηκαν οι Εργατικοί στην Κυβέρνηση. [Η Αγγλία είχε οικοδομήσει το σημαντικότερο κράτος πρόνοιας σε όλο τον κόσμο. Το πρώτο κρατικό σύστημα υγείας στην Ευρώπη είναι το αγγλικό, καθώς γίνεται αμέσως μετά το ’45, και εν συνεχεία ακολουθεί το σκανδιναβικό.] Σ’ αυτές λοιπόν τις δύο χώρες (Αγγλία-ΗΠΑ) όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης είχαν πέσει πάρα πολύ και είχαν και τις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες άρχισε η αντεπίθεση του κεφαλαίου.

Παράλληλα ακολουθείται μια πολιτική η οποία εξάγει τις αντιθέσεις από το εσωτερικό των χωρών προς τα έξω. Αυτό γίνεται με την εξαγωγή κεφαλαίου και την ταυτόχρονη εξαγωγή της βιομηχανικής παραγωγής από τις μητροπόλεις. Ένα αυξανόμενο ποσοστό της βιομηχανικής παραγωγής παράγεται πλέον στο Χονγκ Κονγκ, στην Ταϊβάν, στη Νότια Κορέα και σε πολλές άλλες επιλεγμένες χώρες με πολύ φθηνό κόστος, ενώ παράλληλα εισάγονται στις χώρες της Δύσης όλο και περισσότεροι ξένοι εργάτες-μετανάστες για να σπάσει η εσωτερική «ακαμψία», όπως έλεγαν, της εργατικής τάξης (οι νεοφιλελεύθεροι θεωρούσαν ότι ο εργατικός μισθός είναι «άκαμπτος» και πρέπει να γίνει «ελαστικός»). Αυτά υπήρξαν δύο από τα βασικά όπλα της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.

Από το 1913 μέχρι το ’73, για εξήντα ολόκληρα χρόνια οι εξαγωγές ως ποσοστό του συνολικού εισοδήματος στις αναπτυγμένες χώρες μειώνονταν. Με αλλά λόγια, ακόμα και μετά το 1945, το εθνικό εισόδημα αυξανόταν ταχύτερα από τις εξαγωγές (οι εξαγωγές αυξάνονταν με ρυθμούς της τάξης του 4-5% και η παραγωγή με 6-7%). Καθώς οικονομία τότε ήταν στραμμένη στο εσωτερικό, οι ελίτ ενδιαφερόταν πρωτίστως για τις εσωτερικές ισορροπίες. Από το ’73 και μετά σταδιακώς αντιστρέφεται αυτή η σχέση, και μέχρι σήμερα, για τριάντα χρόνια οι εξαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από την άνοδο του εισοδήματος. Ταυτόχρονα επιταχύνονται οι εξαγωγές κεφαλαίου κυρίως μέσω των Χρηματιστηρίων και δημιουργείται αυτό που ονομάστηκε χρηματιστηριακή οικονομία. Περνάμε σταδιακά σε εξαφάνιση της εθνικής βάσης των νομισμάτων. Τα νομίσματα μέχρι το ’73 στηρίζονται στον χρυσό, άρα κάθε νόμισμα έπρεπε να έχει την αντιστοιχία του στον χρυσό που βρισκόταν στις αποθήκες της κεντρικής Τράπεζας. Από το ’73 και μετά περάσαμε σε νομίσματα ανταλλάξιμα μεταξύ τους χωρίς την ανάγκη αποθέματος σε χρυσό, για να φτάσουμε στο ηλεκτρονικό νόμισμα των χρηματιστηριακών ανταλλαγών. Στο παρελθόν η ανταλλαγή συναλλάγματος ήταν μια πολύ περίπλοκη υπόθεση. Δεν υπήρχε ουσιαστικά η λογική του διεθνοποιημένου χρήματος. Όλες αυτές οι αλλαγές παράλληλα με τη διεθνοποίηση των επιχειρήσεων οδηγούν σε μια νέα οικονομική πραγματικότητα.

Το πρώτο αποτέλεσμα αυτής της παγκοσμιοποίησης, της πολιτικής της έντασης των εξαγωγών και των ανταλλαγών ήταν ότι κατέρρευσαν οι σοσιαλιστικές χώρες, οι οποίες δεν ήταν προσαρμοσμένες σε συνθήκες διεθνοποίησης των οικονομιών. Επιχείρησαν βέβαια να προσαρμοστούν με τις μεταρρυθμίσεις Γκορμπατσώφ αποτυγχάνοντας όμως σ’ αυτήν την προσπάθεια που έκαναν να ενσωματωθούν στην παγκόσμια αγορά σε συνθήκες οι οποίες ήταν διαφορετικές από την λογική πάνω στην οποία είχαν οικοδομηθεί . Το ίδιο συνέβη και στο στρατιωτικό επίπεδο: Ο Ρήγκαν π.χ. τους διέλυσε με την άνοδο των στρατιωτικών δαπανών, τις οποίες εκτίναξε στα ύψη με τον «Πόλεμο των Άστρων», έτσι ώστε η Σοβιετική Ένωση δεν μπόρεσε να αντέξει. Ο οικονομικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός, λοιπόν, όπως και η εσωτερική κρίση του λεγόμενου σοσιαλιστικού μοντέλου οδήγησε σε οικονομική κατάρρευση.

Αυτή η νέα πραγματικότητα είχε τις εξής συνέπειες:

Από μια πρώτη άποψη οι οξυμένες ταξικές αντιπαραθέσεις της προηγούμενης περιόδου υποχωρούν, καθώς εκλείπει η εργατική τάξη, ως μια συμπαγής, οργανωμένη σε συνδικάτα2, διεκδικητική δύναμη. Για παράδειγμα στην Ιταλία, όπου οι κοινωνικές αντιθέσεις είχαν παρει εκρηκτική μορφή και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργατική τάξη είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του, υπήρχε μια περίοδος όπου πολλοί μιλούσαν για την περίφημη «Διπλή Εξουσία». Δηλαδή είχαν κερδίσει τόσα πολλά οι εργαζόμενοι, μέσα από αγώνες, ώστε εν τέλει φτιάχτηκε μια μορφή συντάγματος (το περίφημο Statuto del lavoratori) πέρα από το Σύνταγμα της χώρας, το οποίο ρύθμιζε τις εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων με όρους πάρα πολύ ευνοϊκούς γι’ αυτούς. Δηλαδή οι εργάτες είχανε δικαίωμα σε εσωτερική εκπαίδευση, εργοστασιακά συμβούλια κ.ά.˙ Επρόκειτο όντως για συνθήκες οιονεί διπλής εξουσίας, με την έννοια ότι αναγνωρίζονταν στην εργατική τάξη ένα επίπεδο αυτόνομης οργάνωσης σε κάθε επίπεδο, ξέχωρης δηλαδή από την σφαίρα του κράτους ή των επιχειρηματικών δυνάμεων. Κάτι που ίσχυε από τα τέλη του ’60 μέχρι το ’80 σε ορισμένες χώρες και υπό ορισμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, σε μεγάλα εργοστάσια όπως ήταν η Fiat-Mirafiori στο Τορίνο, μια επιχείρηση που είχε 100.000 άτομα απεργούσε σχεδόν κάθε μέρα, εφαρμόζοντας τη λεγόμενη κυλιόμενη απεργία: Δηλαδή έκανε απεργία ένα τμήμα και δεν έβγαιναν κομμάτια για το επόμενο στην αλυσίδα της παραγωγής και άρα σταμάταγε μεγάλο μέρος του εργοστασίου με την απεργία εκατό ανθρώπων. Καθώς υπήρχαν ορισμένα τμήματα τα οποία ήτανε κομβικής σημασίας για την παραγωγή, όλοι οι υπόλοιποι δεν δούλευαν γιατί δεν είχανε κομμάτια για να κάνουνε τη συναρμολόγηση.
Ένα σύνολο από τέτοιες μορφές αγώνα που παρατηρούνται στα εργοστάσια, ανέπτυξαν την λογική της άρνησης της μισθωτής εργασίας – αυτήν ακριβώς που εξέφρασε το κίνημα της αυτονομίας στην Ιταλία. Ήταν η λογική της άρνησης των διευθυντών, της διάκρισης δηλαδή ανάμεσα στους εργάτες και στους διευθυντές που υπήρχε μέσα στο εργοστάσιο. Τι είχε γίνει; Οι εργάτες ήταν συνδικαλισμένοι σε πολύ υψηλό ποσοστό, το 60%-70% του συνόλου. Το πιο πρωτοπόρο κομμάτι αυτού του κινήματος, πήγαινε και πέρα από τα συνδικάτα, καθώς τα συνδικάτα εθεωρούντο ότι είχαν –και σ’ ένα βαθμό είναι αλήθεια– απλώς διαπραγματευτικό ρόλο. Έτσι, είχαν υιοθετήσει άλλη μορφή οργάνωσης, οριζόντια. τα περίφημα εργατικά συμβούλια μέσα από τα οποία αποφάσιζαν αμεσοδημοκρατικά (τα οποία ξαναφτιάχνονται για πρώτη φορά μετά το 1910-1920, στη Γαλλία και κυρίως στην Ιταλία). Αυτή υπήρξε μια ακόμη μορφή της περίφημης δυαδικής εξουσίας.

Έτσι, από ένα τέτοιο κλίμα –στο οποίο οι ταξικές εντάσεις ήταν εξαιρετικά έντονες– περνάμε, μέσα από τη διάλυση που επέφερε η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, στο εντελώς αντίστροφο, όπου οι συνδικαλισμένοι εργάτες αποτελούν μόλις το 10-20% –το μεγαλύτερο παραμένει στη Γερμανία όπου είναι γύρω στο 25%. Όλοι οι καινούργιοι εργαζόμενοι στις νέες μορφές εργασίας δεν μπορούν να συνδικαλιστούν. Έχουμε να κάνουμε επιπλέον με εργαζόμενους οι οποίοι είναι πολυεθνικής προέλευσης και συχνά δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, οπότε σπάει η παλιά εργατική ενότητα. Όλοι αυτοί οι λόγοι εξηγούν το πέρασμα σ’ αυτό που η ιταλική αυτονομία ονόμασε κοινωνικό εργοστάσιο. Η θεωρία του κοινωνικού εργοστασίου υποστήριζε πως η παραγωγή της αξίας δεν λαμβάνει χώρα πλέον μόνο στο εργοστάσιο, αλλά εξάγεται και σε άλλους τομείς της οικονομίας και ευρύτερα, της κοινωνικής ζωής –γι’ αυτό πρόκειται για ένα κοινωνικό εργοστάσιο– και άρα θα έπρεπε να βρούμε νέες μορφές οργάνωσης που ν’ ανταποκρίνονται σ’ αυτή την εξέλιξη. Ως μια μορφή αγώνα, ένα κομμάτι του κινήματος είχε επιλέξει την ένοπλη πάλη. Το τι συνέβη μ’ αυτήν την επιλογή βέβαια, και το τι συνέπειες είχε αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

Η χρυσή  εποχή της παγκοσμιοποίησης

Η νέα μορφή έχει που πάρει το κεφάλαιο πλέον είναι παγκοσμιοποιημένη, με τα εργοστάσια να συγκεντρώνονται στις λεγόμενες «νέες βιομηχανικές χώρες» και τις δυτικές χώρες να επικεντρώνονται κυρίως στις υπηρεσίες. Oι μεγάλες μονάδες παραγωγής διαλύονται και δεν υπάρχουν πια εργοστάσια με… 100.000 άτομα. Η παραγωγή κατακερματίζεται, στηρίζεται πλέον στις εργολαβίες, στην δουλειά με το κομμάτι κ.λπ. και όχι στις κάθετες, γιγάντιες μονάδες. Αυτή όλη η αλλαγή η οποία έγινε στη δομή της οργάνωσης εργασίας οδήγησε σε μια υποχώρηση του εργατικού κινήματος που σταδιακά μετέτρεψε και τα παλιά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε φιλελεύθερα καθώς άλλαξε και η ταξική βάση τους˙ δεν υπάρχουν πια συμπαγή εργατικά κόμματα στη Δύση, εξαφανίζονται. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Εργατικό Κόμμα Αγγλίας που ήταν το πιο συμπαγές εργατικό κόμμα. Δεν είναι τυχαίο, όσον αφορά το συγκεκριμένο, ότι πια ο Μπλερ του άλλαξε και το όνομα, το είπε Νέο Εργατικό Κόμμα διότι πια η βάση του δεν είναι οι μισθωτοί εργάτες.

Η βαριά παραγωγή και η παραγωγή μεγάλης κλίμακας διώχνεται στο εξωτερικό και αναδύεται το φαινόμενο της Κίνας. Η Κίνα μέσα σε μερικά χρόνια έφτασε να έχει 100 εκατομμύρια εργάτες παραγωγής. Δηλαδή διαλύθηκε στην Δύση το παλιό εργοστάσιο και η εργατική τάξη και μεταφέρθηκε στην Κίνα. Πριν μερικά χρόνια είχε αρχίσει με την Ταϊβάν, την Ταϋλάνδη κ.ο.κ. Σήμερα, η Κίνα είναι το εργαστήριο του κόσμου. Τούτο έγινε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Δημιουργήθηκε δηλαδή μια τεράστια καινούργια εργατική τάξη αλλά έξω από τις δυτικές χώρες…
Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν ήρθε για να απαντήσει στα προβλήματα της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Και πράγματι απάντησε. Η άνοδος των κερδών, τα οποία είχαν σχεδόν μηδενιστεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μέσα σε 20-30 χρόνια είναι τεράστια. Την προηγούμενη περίοδο, όταν λέγανε οι καπιταλιστές ότι όχι μόνο δεν κερδίζουν τίποτα αλλά χάνουν, ήταν αλήθεια. Στην Ελλάδα εγκατέλειψαν τα εργοστάσια, τα έδωσαν στο κράτος και εν συνεχεία πέρασαν στον λεγόμενο Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων.

Τότε η κοινωνία βρίσκονταν σε ένα σταυροδρόμι. Είτε θα περνούσε σε μια άλλη μορφή οργάνωσης, μετακαπιταλιστική, είτε το κεφάλαιο θα έδινε τη δική του απάντηση.

Συνέβη το δεύτερο, δηλαδή η παγκοσμιοποίηση. Προϋπόθεση γι’ αυτόν το μετασχηματισμό ήταν να ελαχιστοποιηθούν και εν τέλει να μηδενιστούν οι δασμοί, οι οποίοι ήτανε σχετικά μεγάλοι στην προηγούμενη περίοδο (διότι το εθνικό κράτος σήμαινε προστατευτισμό) και εμπόδιζαν τόσο τις εξαγωγές όσο και τη δημιουργία ενός συστήματος μεταφοράς της βαριάς βιομηχανίας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου με τα φθηνά εργατικά μεροκάματα, ώστε η Δύση να μην έχει πια πρόβλημα εσωτερικής κοινωνικής ισορροπίας. Έτσι, δεν χρειάζεται πλέον να υπάρχει κάποια συμφωνία με την εργατική τάξη για να μοιράζονται τα κέρδη της ανάπτυξης, εφόσον τα κέρδη αυτά δεν προέρχονται κυρίως, ή αποκλειστικά, από την εσωτερική παραγωγή. Προέρχονται από τις εξαγωγές, από την εξαγωγή κεφαλαίου, από το χρηματιστήριο. Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στην Αμερική. Η Αμερική σήμερα έχει περίπου 650 δισεκ. δολάρια έλλειμμα, δηλαδή παράγει όλο και λιγότερα στην βιομηχανική παραγωγή. Παράγει –αν το θεωρούμε παραγωγή– σε άλλους τομείς, π.χ. στις υπηρεσίες: Περίπου το 80% του εθνικού εισοδήματος της Αμερικής είναι υπηρεσίες. Από την άλλη, η αγροτική παραγωγή έχει περιοριστεί στο 1-1,5% (και παρ’ όλα αυτά είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο στο επίπεδο αγροτικών εξαγωγών). Πώς λοιπόν καλύπτει το ισοζύγιο; Εξάγει κεφάλαιο, αλλά εισάγει πολύ περισσότερα προϊόντα και κεφάλαιο. Αυτή τη στιγμή οι Αμερικάνοι παίρνουν σε ομόλογα περίπου 700 δισ. δολάρια το χρόνο από την Κίνα, την Ιαπωνία και την Γερμανία κυρίως, που έχουν εμπορικό πλεόνασμα. Τα δίνουν στους Αμερικάνους, για να μπορούν οι τελευταίοι να αγοράζουν τα προϊόντα τους.
Δηλαδή η Αμερική ζει ως ένα παράσιτο, και από εδώ αρχίζει η κρίση της παγκοσμιοποίησης. Οι ελίτ πέτυχαν τόσο πολύ στην παγκοσμιοποίηση ώστε δημιούργησαν τους ανταγωνιστές τους. Αυτό είναι το καταπληκτικό που έγινε με την παγκοσμιοποίηση: Πέτυχε και πετυχαίνοντας οδηγήθηκε στην κρίση της. Παγκοσμιοποίησε τις δομές, μετέφερε τη βιομηχανία έξω από τη Δύση, άρα δημιούργησε τις βάσεις για να ανατραπεί η κυριαρχία της Δύσης.
Ένα από τα ερωτήματα που προκύπτουν με βάση τα παραπάνω είναι και το εξής: Στην ρουζβελτιανή ή κευνσιανή ρύθμιση για να αγοράσουμε τα εμπορεύματα που φτιάχνουμε αυξήσαμε τους μισθούς. Τώρα που υπάρχει εσωτερική ανεργία ποιος τα αγοράζει τα εμπορεύματα; Είναι προφανές πως τα αγόραζε η μεσαία τάξη και τα προστατευμένα στρώματα των εργατών. Το εισόδημα συνολικά ανέβηκε αλλά μεγάλωσαν οι κοινωνικές ανισότητες. Δηλαδή η λογική του κεφαλαίου είναι ότι δεν μας ενδιαφέρει πια να καταναλώνει η εργατική τάξη όπως παλιά. Αυτό είναι το μοντέλο της κοινωνίας των υπηρεσιών και της λεγόμενης κοινωνίας των δύο τρίτων. Εξάλλου η άνοδος του εισοδήματος είναι πολύ μικρότερη από παλιά, ακριβώς γιατί έχουμε και την οικολογική κρίση που απορροφά όλο και μεγαλύτερο ποσοστό κεφαλαίων για την απορρύπανση. Δεν έχουμε την άνοδο της παραγωγής που υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του ’60 και αρχές του ’70. Τότε η άνοδος στις χώρες του ΟΟΣΑ ήτανε περίπου 6%, σήμερα είναι 3% ή 3,5%. Στην Ευρώπη είναι 1,-1,5% με 2-2,5%. Έχουμε δηλαδή μια άνοδο ακόμα, αλλά πολύ μικρότερη και η οποία διοχετεύεται κυρίως σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα. Ουσιαστικά, για μια περίδο συνέβαινε αυτό που ονόμασαν κοινωνία των 2/3. Υπήρχαν, δηλαδή, τα 2/3 ή το 1/2 το οποίο συνέχιζε να κερδίζει και το άλλο 1/3 ή 1/2 που έχανε ή τουλάχιστον δεν κέρδιζε. Έτσι οι κοινωνικές ανισότητες μεγάλωσαν πολύ, ενώ στην προηγούμενη περίοδο είχανε μειωθεί αισθητά. Δηλαδή π.χ. στη Σουηδία ή στην Ιαπωνία είχαν διαφορά εισοδημάτων 1:4, που σημαίνει ότι το πλουσιότερο 10% είχε 4 φορές παραπάνω από το φτωχότερο 10%. Σήμερα οι ανισότητες αυτές έχουν φτάσει στο 1:8 με 1:10, ενώ στην Ελλάδα έχουν ξεπεράσει το 1:10 και στην Αμερική έχουν φτάσει το 1:11, 1:12, και δεν αναφερόμαστε καν σε χώρες που παραδοσιακά ήταν 1:30 όπως στην Τουρκία ή στην Βραζιλία. Έχουμε άνοδο των ανισοτήτων και παρ’ όλα αυτά διατηρείται το σύστημα διότι φέρνουμε ξένους μετανάστες οι οποίοι είναι διαρκώς καινούργιοι. Η ανάγκη ανανέωσης των μεταναστών έχει να κάνει με το ότι οι παλιοί αποκτούν δικαιώματα και εντάσσονται. Γι’ αυτό βλέπετε ότι σε όλο το σύστημα το οποίο υπήρχε στη Δύση τα τελευταία χρόνια ήταν η διαρκής είσοδος ξένων έτσι ώστε να κρατιέται πάντα μια βάση που να ρίχνει συνεχώς το κόστος εργασίας και τα μεροκάματα. Βέβαια σήμερα αυτό δημιουργεί άλλα προβλήματα: Ρατσισμό, σύγκρουση και κοινωνικά προβλήματα ανυπέρβλητα.

Η κρίση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης

Φτάνουμε λοιπόν σε μια κρίση της παγκοσμιοποίησης η οποία θα εκφραστεί σε όλα τα πεδία. Ένα από τα πεδία είναι και το κόψιμο της μετανάστευσης. Η παγκοσμιοποίηση πέτυχε όλους τους στόχους –γκρέμισε το σοβιετικό καθεστώς, έπεσε ο αντίπαλος, έγινε παγκόσμια η αγορά, η βιομηχανική παραγωγή μεταφέρθηκε κατά μεγάλο ποσοστό στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, εκ των οποίων ορισμένες όπως η Κίνα μπορεί να είναι και παγκόσμιος ανταγωνιστής τους, και μπήκε σε κρίση.

Ένα παράδειγμα είναι η αποταμίευση. Βασική αρχή του καπιταλισμού είναι η ανάγκη αποταμίευσης για να υπάρχουν επένδυσεις. Αν είναι μηδαμινή η αποταμίευση θα είναι μηδαμινή και η επένδυση. Η ανανέωση του παραγωγικού δυναμικού προϋποθέτει κάθε χρόνο περίπου (ανανέωση όχι άνοδος) 15% του εθνικού εισοδήματος να πηγαίνει στις επενδύσεις. Άρα σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει ένα ποσοστό κέρδους και αποταμίευσης για να επενδύεται. Αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ κυμαίνονται από χρόνο σε χρόνο από 0 αποταμίευση σε -2, έως +2. Πώς όμως επιβιώνουν; 650 δισ. δολάρια εισάγουν φέτος, από τα οποία 120-130 από την Κίνα, 150-200 από την Ιαπωνία, άλλα τόσα σχεδόν από τη Γερμανία και από τους υπόλοιπους. Δηλαδή η λεγόμενη εξαγωγή κεφαλαίου που έκανε η Αμερική γύρισε στο αντίστροφό της. Έγινε δηλαδή ο μεγαλύτερος εισαγωγέας κεφαλαίου του κόσμου. Και δεν είναι πια επιπλέον κεφάλαιο. Μ’ αυτό στηρίζει την οικονομία της. Χωρίς αυτό καταρρέει την άλλη μέρα. Από εκεί αρχίζει και η πτώση του δολαρίου. Το 1980 ακόμα, η Αμερική ήταν πλεονασματική χώρα και εξήγαγε περισσότερα προϊόντα από όσα εισήγαγε. Αυτό δείχνει ποια ήταν η βάση της αμερικάνικης οικονομίας η οποία επέτρεψε στη χώρα να είναι τόσο ισχυρή. Στη συνέχεια αρχίζει ένα βύθισμα το οποίο επιταχύνεται τα τελευταία χρόνια και για αυτό ως απάντηση οι Αμερικάνοι προσπαθούν να ρίξουν την τιμή του δολαρίου. Όμως έτσι παύει να είναι το δολάριο αποθεματικό νόμισμα. Ήδη οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες το 30% των αποθεμάτων τους το έχουν μεταφέρει στο ευρώ. Δηλαδή η επιτυχία των Αμερικάνων (αυτές είναι και οι περίφημες αντιφάσεις του καπιταλισμού) στο να εξάγουνε τις αντιθέσεις και να φτιάξουν ένα τέτοιο παγκόσμιο σύστημα, οδηγεί στο ότι μεταθέτουν την παραγωγή έξω από τις μητροπόλεις το οποίο μέχρι σήμερα ήταν η μεγάλη τους δύναμη. Μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο όμως δημιουργούν τους ανταγωνιστές τους. Ήδη η Ινδία είναι δεύτερη χώρα στον κόσμο σε software και η Μπανγκαλόρ θεωρείται η δεύτερη μετά τη Σίλικον Βάλεϋ στην Αμερική. Δηλαδή έχουμε μια επιτάχυνση της ανάπτυξης των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου με την Κίνα να αναπτύσσεται κάθε χρόνο με ρυθμούς 8-10% και την βιομηχανική παραγωγή της να είναι γύρω στο 15% (6-7% έχει φτάσει η Ινδία η οποία στον ανταγωνισμό της με την Κίνα προσπαθεί να επιταχύνει τους ρυθμούς για να μην μείνει πίσω από τον μεγάλο της αντίπαλο). Πάνω από το 35% της παγκόσμιας παραγωγής, κοντά στο 40% πλέον, βρίσκεται στην Ασία και το οικονομικό κέντρο μετατίθεται πια εκεί.

Καθώς η μεταφορά της παραγωγής και τα φαινόμενα της ανεργίας, της κρίσης των κοινωνικών ασφαλίσεων αλλάζουν το τοπίο και στο εσωτερικό των πιο αδύναμων δυτικών χωρών –βλέπε Ευρώπη– η «κοινωνία των δύο τρίτων» τείνει να μεταβληθεί σε «κοινωνία του ενός τρίτου». Ενώ οι πολυεθνικές και τα ανώτερα στρώματα κερδίζουν ακόμα από την παγκοσμιοποίηση, τα κατώτερα, αλλά σταδιακώς και ένα αυξανόμενο ποσοστό των μεσαίων στρωμάτων, χάνουν από αυτή. Και επομένως αλλάζουν οι πλειοψηφίες και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών –τουλάχιστον– χωρών. Έτσι εξηγείται και το φαινόμενο της ανατροπής των συσχετισμών που επέφεραν τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα στη Γαλλία και την Ολλανδία.

Η οικονομική παγκοσμιοποίηση αρχίζει πλέον να απειλεί τους εσωτερικούς συσχετισμούς στην ίδια τη Δύση! Και η πρώτη απάντηση είναι η στρατιωτικοποίηση. Άρα η απάντηση των Αγγλοσαξόνων δεν είναι η παγκοσμιοποίηση της δεκαετίας του ’90 η οποία έβγαινε φυσιολογικά: χρηματιστήρια – κέρδη κ.λπ. Με την κρίση των χρηματιστηρίων που αρχίζει από το 1997 και μετά, η λογική της Δύσης (και κυρίως των Αμερικάνων και τον Άγγλων) μετατίθεται προς την κατεύθυνση του στρατιωτικού και όχι του οικονομικού ιμπεριαλισμού. [Γι’ αυτό και η κυρίαρχη μορφή του ιμπεριαλισμού είναι ο Μπους και η στρατιωτική επέμβαση. Δεν είναι ο Κλίντον και τα χρηματιστήρια. Θυμόσαστε πόσο ισχυρό ήταν το σύνθημα παγκοσμιοποίηση τότε και πόσο έχει αδυνατίσει σήμερα.]

Θα αρχίζουν λοιπόν να δυναμώνουν οι φωνές υπέρ του προστατευτισμού. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συμφέρει το μεγάλο κεφάλαιο, διότι μόνο στην Κίνα έχουν 60 δισ. δολάρια επενδύσεις. Την ίδια ώρα δηλαδή που η Αμερική καλύπτει το εμπορικό έλλειμμά της με τα χρήματα που έρχονται από την Κίνα, όλες οι μεγάλες αμερικάνικες εταιρείες είναι εκεί διευρύνοντας και αυτές το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ. Δηλαδή ισχύει αυτό που έλεγε ο Λένιν: ότι οι καπιταλιστές μας πουλάνε το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε. Για την ώρα πουλάνε το σχοινί με το οποίο τους κρεμάει η Κίνα. Έτσι μεγαλώνει η εσωτερική κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις που επιμένουν στην παγκοσμιοποίηση και εκείνες που καταστρέφονται από αυτή. Και στη Δυτική Ευρώπη που δεν έχει να κερδίσει πολλά από τον αμερικάνικο στρατιωτικοποιημένο ιμπεριαλισμό οι φωνές αυτές δυναμώνουν διαρκώς και θα ενισχυθούν ακόμα και μέσα σε ένα κομμάτι των αρχουσών τάξεων και των ελίτ.

Η καθοδική πορεία της παγκοσμιοποίησης που έχει αρχίσει εδώ και μερικά χρόνια θα επιταχυνθεί και κινδυνεύει να μεταβληθεί σε κατρακύλισμα. Και οι Γάλλοι, όπως τόσες φορές στην πρόσφατη ιστορία, σάλπισαν πρώτοι μπροστά στα τείχη στις 29 Μαΐου του 2005.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Όσον αφορά την Κίνα έχουμε δει όλα τα σύγχρονα «ηρωϊκά» έργα που παίζονται για την εποχή την οποία συγκροτείται το κινεζικό κράτος σαν ενιαίο κράτος, γύρω στο 200-300 μ.Χ. είναι στην ανάλογη περίοδο με τη Ρώμη και τους ελληνιστικούς χρόνους, ενώ λίγο πριν ή λίγο μετά, το ίδιο γίνεται και στην Ινδία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek