του Ι.Ν. Μαρκόπουλου, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005

σημασιολογικά, η λέξη προγονολατρία είναι συνήθως αρνητικά φορτισμένη, με μειωτικές συχνά συνδηλώσεις. Το άτομο που διακατέχεται από το θρησκευτικό, στην ουσία του, συναίσθημα της προγονολατρίας, αναζητά τη φυσιογνωμία του, ταυτίζοντας το «εγώ» του με ένα προγονικό, εξιδανικευμένο, πολιτισμικό και κοινωνικό φαντασιακό. Συγχρόνως, το άτομο δηλώνει, έστω έμμεσα, και συχνότατα ασύνειδα, την ιστορική του συνέχεια, τη φυλετική του ενδεχομένως καθαρότητα και ενίοτε κάποιες θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Αυτές οι κοινωνικο-ιστορικές, πολιτισμικές, εθνιστικές και θρησκευτικές συνδηλώσεις καθορίζουν ένα στρεβλό πλαίσιο αναζήτησης ταυτότητας και προβάλλουν ένα φυλετικό ελιτισμό, που είναι σύμφυτος με τάσεις ξενοφοβίας και ρατσισμού, και γενικότερα με ενέργειες και πρακτικές που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν από αντιδημοκρατικές έως και φασιστικές. Υπό το πρίσμα αυτό είναι προφανές ότι η προγονολατρία δεν μπορεί να αποτελέσει μια θετική, παραγωγική βάση για την κοινωνικο-ιστορική μελέτη του παρελθόντος, τη βίωση του παρόντος και τον οραματισμό του μέλλοντος.

Αν όμως αυτά ισχύουν για την προγονολατρία, και την αρχαιολατρία κατ’ επέκταση, τι περιθώρια υπάρχουν άραγε για να εκφράσει κανείς, έστω και με δηλωμένες τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις, τον θαυμασμό του για την αρχαιοελληνική σκέψη και για τη δυναμική και την επικαιρότητα του αρχαιοελληνικού «παραδείγματος»; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι σίγουρα απλή και, οπωσδήποτε, δεν μπορεί να δίνεται περιστασιακά.

Και εξηγούμαι.

Στη χώρα μας παρουσιάζεται το πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο, να θεωρείται η έκφραση θαυμασμού ως μία ύποπτη, γραφική, αναχρονιστική και αντιπαραγωγική, εν τέλει, ενέργεια, μόνο όταν προέρχεται από ελληνικά χείλη, από ελληνικές γραφίδες, και να γίνεται, αντιθέτως, ασμένως αποδεκτή όταν δηλώνεται από ξένους διανοούμενους και μελετητές. Τιμητές του νεοελληνικού θαυμασμού, για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και τα επιτεύγματά του, είναι συνήθως κάποιοι γνωστοί εκπρόσωποι της σύγχρονης ελληνικής διανόησης —με ή χωρίς εισαγωγικά— οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να εκθειάζουν κάθε εκσυγχρονιστικό τερτίπι αλλά και οτιδήποτε, γενικότερα, φέρει τη σφραγίδα του «εκσυγχρονισμού».
Ας επιστρέψουμε, όμως, στον τεκμηριωμένο, εδραίο θαυμασμό μας για τον αρχαίο ελληνικό λόγο και πολιτισμό. Η αρχαιοελληνική σκέψη, με τα πρωτόφαντα επιτεύγματά της στη φιλοσοφία, την επιστήμη, τα γράμματα και τις τέχνες, αποτελεί μία παγκοσμίως πιστοποιημένη μοναδικότητα, μία singularity στην Ιστορία των ιδεών, μία ασυνέχεια στην Ιστορία του ανθρώπου. Συνιστά ένα πολιτιστικό και πολιτισμικό «παράδειγμα» με ανυπέρβλητη δυναμική και εμβέλεια, στον ιστορικό χρόνο, που αρδεύει σταθερά, και γονιμοποιεί, τη φιλοσοφία και την επιστήμη επί αιώνες.
Για το κοινωνικο-ιστορικό και πολιτισμικό αυτό φαινόμενο έχουν γραφεί, και συνεχίζουν να γράφονται, εκατοντάδες βιβλία και πραγματείες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτά είναι γνωστά πράγματα, που ουδείς ασφαλώς μπορεί να αγνοήσει. όπως, άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει το πλήθος των ξένων, κορυφαίων διανοουμένων, που με θαυμασμό έχουν, κατά καιρούς, εκφραστεί για το φαινόμενο αυτό. Ας μου επιτραπεί, δείγματος χάριν, να αναφερθώ στον νομπελίστα B. Russel1, ο οποίος δηλώνει σχετικά: «Σ’ ολόκληρη την Ιστορία, τίποτε δεν είναι τόσο εκπληκτικό ή τόσο δύσκολο να περιγραφεί όσον η αιφνίδια άνοδος του πολιτισμού στην Ελλάδα». Ή ακόμη στον επίσης νομπελίστα E. Schroedinger, που υποστηρίζει, ότι «[…] ο λόγος που η φιλοσοφία των Ελλήνων μας ελκύει σήμερα τόσο έντονα είναι επειδή πουθενά στον Κόσμο, ούτε πριν ούτε μετά από αυτούς, δεν συγκροτήθηκε ένα τόσο προοδευμένο, καλά διαρθρωμένο οικοδόμημα γνώσεων και σκέψης, χωρίς το μοιραίο σχίσμα που στέκεται εμπόδιο επί αιώνες και σήμερα έχει γίνει πλέον ανυπόφορο». Το μοιραίο σχίσμα στο οποίο αναφέρεται ο Schroedinger είναι η αγεφύρωτη διαφορά και εχθρότητα μεταξύ της επιστημονικής κοσμοθεωρίας, που εδράζεται στην καθαρή λογική, και της μεταφυσικής, φιλοσοφικής κοσμοθεώρησης, που στηρίζεται στον καθαρό συλλογισμό, στο συναίσθημα και στη θρησκευτικότητα του ανθρώπου. Ο νομπελίστας Φυσικός θεωρεί, ότι η αγεφύρωτη αυτή διαφορά είναι μία κατάρα, που δεν επιτρέπει την ενοποίηση όλων των «δρόμων» σκέψης, ώστε να επιτευχθεί μία κατανόηση της Φύσης αλλά και του ιδίου του ανθρώπου που αποτελεί μέρος της. Το εμπόδιο αυτό, που όπως καταγγέλλει ο Schroedinger έχει γίνει πλέον ανυπόφορο, κατόρθωσε να το παραμερίσει, για μία και μοναδική φορά στην Ιστορία της ανθρωπότητας, η αρχαιοελληνική σκέψη, με τον ενοποιημένο και αδιαίρετο δρόμο της2. Τέλος, ας μου επιτραπεί να αναφέρω τον διαπρεπή Αμερικανό καθηγητή A.N. Whitehead, που σημειώνει συναφώς, πως η ευρωπαϊκή φιλοσοφική παράδοση αποτελείται από «μία σειρά υποσημειώσεων στον Πλάτωνα»3.

Υπάρχει όμως ακόμη μία ιδιαιτερότητα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού που δεν έχει αρκούντως αναδειχθεί και σχολιασθεί. Όπως και από άλλη θέση υποστήριξα4, ο Ελληνισμός κράτησε το τιμόνι της Ιστορίας περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια, οδηγώντας την από τις Ηράκλειες Στήλες μέχρι τον Ινδό ποταμό και από την Αφρική μέχρι τον Καύκασο. κι όταν αυτός αποτραβήχτηκε, αυτό που άφησε πίσω του ήταν θέατρα, ναοί, γυμναστήρια και στάδια, φιλοσοφία και επιστήμη. Και αξίζει κανείς να αναρωτηθεί, αν υπάρχουν άραγε πουθενά απομεινάρια ενός Κολοσσαίου, αν υπάρχουν αρένες που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες. Αλλά εμείς, «τους κίονες που στήσαμε δεν ήταν για αρένες»5, και οι Αθηναίοι δεν είχαν στις τριήρεις τους αλυσοδεμένους δούλους, ως κωπηλάτες, όπως συνέβαινε με τις ρωμαϊκές γαλέρες.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος ήταν ιδανικός, ότι συνιστούσε μια «καθαρή μορφή». Σίγουρα υπήρχαν δουλεία, αντιδημοκρατικές θεωρήσεις και πρακτικές, καταπίεση και εκμετάλλευση, έριδες και πόλεμοι. Σε αντίθεση, όμως, με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και με πολλές από τις ομόρριζες νεωτερικές εκδοχές της, το αρχαιοελληνικό «παράδειγμα» ουδέποτε επέδειξε χαρακτηριστικά συμπτώματα άκαμπτου αυταρχισμού, πομπώδους αλαζονείας και βαρβαρότητας, σε μέτρο τουλάχιστον και συχνότητα που να το χαρακτηρίζουν διαχρονικά. Το ιστορικό του αχνάρι δεν φυλάσσεται μόνο ως ένα πολύτιμο, μοναδικό «αντικείμενο» στο Μουσείο της Παγκόσμιας Ιστορίας. προτείνεται συγχρόνως και ως ένα κραταιό πρότυπο, που θα συνεχίζει να νοηματοδοτεί τον σύγχρονο φιλοσοφικό και επιστημονικό στοχασμό, την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στη λαίλαπα του εργαλειακού ορθολογισμού6 και της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης.

Σημειώσεις

  1. Βλέπε Μπέρτραντ Ράσσελ, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας – Οι Προσωκρατικοί, μτφρ. – σημ. Αιμ. Χουρμούζιου, Εκδ. Αρσενίδη, Αθήνα 1982, σ. 35. Λίγο πιο κάτω, στο κείμενο, ο Ράσσελ συνεχίζει να εκφράζει ακόμη μια φορά τον μεγάλο θαυμασμό του για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, λέγοντας πως «Ό,τι συνέβη ήταν τόσο καταπληκτικό ώστε, ακόμη και σε καιρούς εντελώς πρόσφατους, οι άνθρωποι περιορίζονταν να χάσκουν ενεοί και να μιλούν με μυστικοπάθεια για την ελληνική ιδιοφυΐα».
  2. Βλέπε σχετικά, E. Schroedinger, Η Φύση και οι Έλληνες – Ο Κόσμος και η Φυσική, μτφρ. – επιστ. επιμ. Θ. Γραμμένου, Π. Τραυλός – Ε. Κωσταράκη, Αθήνα 1995, σσ. 17-21.
  3. Βλέπε στο B. Williams, Πλάτων, Επιμ. Ε. Κεκροπούλου, Ενάλιος, Αθήνα 2001, σ. 9. Όπως επίσης αναφέρεται στις παραπομπές του βιβλίου (σ. 95), δεν θα πρέπει ίσως να θεωρηθεί, σύμφωνα με τον Kraut (1992), ότι η παρατήρηση του Whitehead υπαινίσσεται, πως όλοι οι μετά τον Πλάτωνα φιλόσοφοι δέχονταν τις απόψεις του ως δικό τους σημείο εκκίνησης.
  4. Βλέπε Ι.Ν. Μαρκόπουλος, Ελληνικότητα και Πολιτισμός, ΑΒΑΤΟΝ, τεύχ. 17, Ιούνιος – Ιούλιος 2001, σ. 6.
  5. Από το ποίημα «Λάμπει το φως», της Ποιητικής Συλλογής του Ι.Ν. Μαρκόπουλου, Ψηφίδα σε χορευτική παραλλαγή, Πνευματική Ζωή, Αθήνα 2003.
  6. Για την «επιστροφή» στην αρχαία σκέψη και στις επικούρειες κυρίως εκδοχές της, στα πλαίσια μιας υπέρβασης του εργαλειακού ορθολογισμού και των αιτιοκρατικών μεσσιανικών αντιλήψεων, βλέπε το πρόσφατο βιβλίο του Γ. Καραμπελιά, Η Θεμελιώδης Παρέκκλιση – Ρομαντισμός και Διαφωτισμός στον Εικοστό Πρώτο Αιώνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2004.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek