της Laura-Maϊ Gaveriaux, από το Άρδην τ. 105, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2016

Από το φθινόπωρο του 2015, τα αντίποινα που ασκούν οι τουρκικές δυνάμεις, μετά τις μάχες με την πολιτοφυλακή του PΚΚ (Κόμμα των Εργαζομένων του Κουρδιστάν), αφανίζουν τη νοτιο-ανατολική Τουρκία. Πολλές πόλεις έχουν καταστραφεί και οι μαρτυρίες που έχουν συλλεχθεί επί τόπου αναφέρονται σε σοβαρές βιαιοπραγίες κατά του πληθυσμού.  

Το φως του ήλιου πλημμυρίζει τη μεγάλη πλατεία του Σιλόπι, πόλη 80.000 κατοίκων, στα νοτιο-ανατολικά της Τουρκίας, σε απόσταση μικρότερη από δεκαπέντε χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ιράκ και τη Συρία. Ανάμεσα στον Δεκέμβριο 2015 και τον Ιανουάριο 2016, οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας επιτέθηκαν με βιαιότητα στον πληθυσμό και τους μαχητές του Κόμματος των Εργαζομένων του Κουρδιστάν (PKK), ενός σχηματισμού που υποστηρίζει τη δημοκρατική συνομοσπονδία και διεκδικεί την αυτονομία των πλειοψηφικά κουρδικών περιοχών. Οι μάχες εκτυλίχθηκαν κεκλεισμένων των θυρών: αφού υπεβλήθη επανειλημμένα σε μεγάλης διάρκειας απαγόρευση κυκλοφορίας, όπως και πολλές άλλες πόλεις, το Σιλόπι απομονώθηκε επί τριάντα επτά ημέρες.

Σε όλη τη χώρα, συστηματικές επιθέσεις βάζουν σαν στόχο τις δυνάμεις της τάξης, ακόμα και μέσα στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, και ενισχύουν την καταστολή, που επιφέρει νέα αντίποινα. Έτσι, στις 10 Ιουνίου, μια ριζοσπαστική οργάνωση, που έχει αποσχισθεί από το PKK, τα «Γεράκια της Ελευθερίας του Κουρδιστάν», διεκδικούσε την έκρηξη ενός παγιδευμένου αυτοκινήτου εναντίον αστυνομικών, στην Κωνσταντινούπολη. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η κυβέρνηση είχε ψηφίσει ένα νόμο που διευκόλυνε την άρση ασυλίας ορισμένων βουλευτών, με σκοπό να φιμώσει τους 49 βουλευτές του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών ( HDP).

Ετούτο το ανοιξιάτικο πρωινό, η ατμόσφαιρα παραμένει τεταμένη στο Σιλόπι. Οι συχνές διελεύσεις των τεθωρακισμένων της τουρκικής αστυνομίας και το ελικόπτερο που περιπολεί στον ουρανό υπενθυμίζουν ότι ο πόλεμος δεν είναι μακριά. Ουρές σχηματίζονται μπροστά σε δύο δημόσιους υπάλληλους,  που έχουν καταφθάσει με το λυόμενο τραπεζάκι τους και τη γραφομηχανή τους. Αυτές τις ημέρες έχουν περισσότερη δουλειά από ό,τι συνήθως. Ο κόσμος έρχεται να τους δει, άλλος για μια αίτηση για το σπίτι του που έχει καταστραφεί, άλλος για να στείλει μια επιστολή στον διευθυντή των φυλακών, άλλος για να δηλώσει έναν θάνατο.

Η κ. Ρισκίγιε Σεφλέκ, γύρω στα εξήντα, κατοικεί στην καρδιά της περιοχής όπου διεξήχθησαν οι συγκρούσεις. «Το άρμα που βρισκόταν πίσω από το σπίτι στόχευε το τζαμί. Αλλά  το βλήμα διαπέρασε το σαλόνι!» Κάτω από το δαντελένιο λευκό μαντήλι της, που οι Κούρδισες φοράνε στα μαλλιά τους, το βλέμμα της δείχνει κουρασμένο. Μας υποδέχεται στον κήπο, με τον σύζυγό της, τις κόρες της και τα εγγόνια της. Το ένα από τα αγόρια μεταφέρει καινούργια ρούχα που επιθεωρεί η οικογένεια. «Είναι για τον Τερνέρ, τον εγγονό μου», εξηγεί η κ. Σεφλέκ με ύφος σοβαρό. «Είναι 16 χρονών και βρίσκεται στη φυλακή. Προηγουμένως, έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις εβδομάδες, γιατί μία σφαίρα τον τραυμάτισε στον γοφό». Ο έφηβος δεν ανήκε στην πολιτοφυλακή. Προφανώς, παγιδεύτηκε μέσα στις συγκρούσεις, όπως όλοι οι κάτοικοι του Σιλόπι, αποκλεισμένοι μέσα στην πόλη τους που έχει μεταβληθεί σε ποντικοπαγίδα.

Συλλέξαμε πολλές παρόμοιες μαρτυρίες, σε όλες τις πόλεις του τουρκικού Κουρδιστάν που επισκεφθήκαμε. Παντού, η ίδια διαπίστωση. Η ειρηνευτική διαδικασία ανάμεσα στις τουρκικές αρχές και το PKK, που εγκαινιάστκε το 2009, με σκοπό να βάλει τέλος σε μία σύγκρουση που ξεκίνησε το 1984 και μετράει πάνω από 40.000 νεκρούς, έχει ναυαγήσει. Για τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον καινούργιο πρωθυπουργό του, Μπιναλί Γιλντιρίμ, διορισμένο στις 24 Μαΐου 2016, «δεν υφίσταται πλέον καμία δυνατότητα διαλόγου με το PKK». Το λεξιλόγιό τους δεν αφήνει καμιά αμφιβολία: «εκκαθάριση», «εκμηδενισμός», «τελική νίκη».

   Την Άνοιξη του 2013, οι συνομιλίες είχαν οδηγήσει στην οπισθοχώρηση των Κούρδων μαχητών στο Ιράκ· ωστόσο, δεν άντεξαν μετά τις εξελίξεις του εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Η ένταση αναζωπυρώθηκε κατά τη διάρκεια των μαχών στο Κομπάνι, όπου αντιπαρατέθηκαν οι συριακές δυνάμεις των Κούρδων, που πρόσκεινται στο PKK, με την Οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους (Ο.Ι.Κ.)[1].  Στις κουρδικές πόλεις, πολλές διαδηλώσεις καταγγέλλουν την παθητικότητα της τουρκικής κυβέρνησης, η οποία κατηγορείται για συνεργασία με την Ο.Ι.Κ. Στις 20 Ιουλίου 2015, μια ενέργεια, που αποδόθηκε στην τελευταία, προκάλεσε 33 νεκρούς και περί τους 100 τραυματίες, ανάμεσα στους Τούρκους και Κούρδους σοσιαλιστές νεολαίους, που είχαν συγκεντρωθεί στο πνευματικό κέντρο του Σουρούτς, κοντά στα συριακά σύνορα, και ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν για το Κομπάνι, για να συνδράμουν στην ανοικοδόμησή του. Οι διαδηλώσεις πολλαπλασιάστηκαν· δύο ημέρες μετά τη δολοφονική ενέργεια, το PKK, κατηγορώντας την Άγκυρα για συνενοχή με τους τζιχαντιστές, σκότωνε δύο αστυνομικούς στο Τσεϊλανπινάρ, στον Νότο, κοντά στα συριακά σύνορα. Αυτό άρκεσε στις τουρκικές αρχές για να εξαγγείλουν έναν «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία», που υποτίθεται ότι στόχευε ταυτόχρονα την Ο.Ι.Κ. και το PKK, αλλά κατευθυνόταν πρωτίστως ενάντια στις κουρδικές δυνάμεις.

«Εδώ έχει γίνει κατεχόμενη περιοχή»

Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2015, τα περισσότερα προπύργια των Κούρδων γνώρισαν συμπλοκές που ολοένα επιδεινώνονταν. Στις αρχές Δεκεμβρίου, στο Σιλόπι, οι ομάδες του Κινήματος της πατριωτικής επαναστατικής νεολαίας (YDG-H) έσκαψαν αρχικά χαρακώματα στους δρόμους και ύψωσαν οδοφράγματα «για να προστατευθούν από την τουρκική αστυνομία», διακηρύσσοντας ταυτόχρονα την αυτονομία της πόλης. Οι νεαροί πολιτοφύλακες  αντικαταστάθηκαν σύντομα από έμπειρους μαχητές που κατέφθασαν από το Ιράκ, και συγκεκριμένα από το όρος Καντίλ, όπου βρίσκεται το στρατηγείο του PKK. Αυτές οι εξεγέρσεις των πόλεων προκάλεσαν την επέμβαση 10.000 στρατιωτών του τουρκικού πεζικού, με την υποστήριξη τεθωρακισμένων και ελικοπτέρων. Παντού, τα μπλόκα εγκαταστάθηκαν μόνιμα αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην καταστολή. «Η απαγόρευση κυκλοφορίας μεταβλήθηκε σε μηχανή καταστροφής των πόλεων», δηλώνει ο βουλευτής Φερχάτ Εντσού, μέλος του HDP. Μόλις τελειώνει μια φάση των συγκρούσεων στις πόλεις και αποσύρονται οι πολιτοφύλακες του PKK, οι κουρδικές δημοτικές αρχές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των αντιποίνων εκ μέρους της εξουσίας. Πολλοί δήμαρχοι που πρόσκεινται στο HDP έχουν συλληφθεί, όπως στο Σιλόπι η κ. Εμινέ Εσμέρ, που φυλακίστηκε και αντιμετωπίζει κατηγορίες για «υποκίνηση σε ένοπλη εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης».

Πολλοί κάτοικοι της νοτιο-ανατολικής Τουρκίας είναι πεισμένοι πως ο Ερντογάν είναι συνδεδεμένος με την Ο.Ι.Κ. και πως υπάρχει ακόμα και μια συμφωνία με αυτή την οργάνωση ώστε να αναχαιτισθούν οι κουρδικές διεκδικήσεις. Η ενέργεια που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2015, στη διάρκεια μιας συγκέντρωσης του HDP, στην Άγκυρα, που οδήγησε στον θάνατο 97 ατόμων, χωρίς ποτέ να εντοπιστούν ή να συλληφθούν οι δράστες, ενίσχυσε αυτή την υποψία. Το ίδιο ισχύει και με τις διώξεις εναντίον δύο δημοσιογράφων της εφημερίδας Τζουμχουριέτ, οι οποίοι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν με την κατηγορία της «διασποράς κρατικών μυστικών», όταν έδωσαν στη δημοσιότητα ένα βίντεο που άφηνε να φανεί ότι οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες εφοδίαζαν με οπλισμό τους Σύρους ισλαμιστές[2]. Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, τζιχαντιστές βρίσκονται στο πλευρό των κυβερνητικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. «Δεν μιλούσαν τουρκικά, ίσως αζέρικα. Είχαν μακριές γενειάδες και έμοιαζαν με τους ανθρώπους του ISIS», αναφέρει ο κ. Αμπντουλκερίμ[3], κάτοικος του Σουρ, που λέει επίσης ότι είδε ξαφνικά κάποιους άνδρες να προσεύχονται μέσα στο σαλόνι του. Ο ίδιος είχε εγκαταλείψει το σπίτι του, γιατί δεν μπορούσε να υποφέρει τα δακρυγόνα που είχαν πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα για πολλές εβδομάδες, και επέστρεψε αιφνιδίως για πάρει την ταυτότητά του.

Τίποτα δεν μας επιτρέπει να υποστηρίξουμε τεκμηριωμένα αυτούς τους ισχυρισμούς. Ωστόσο, πολλοί παρατηρητές και διπλωμάτες έχουν ασκήσει κριτική για την ευκολία με την οποία οι υποψήφιοι τζιχαντιστές, καθώς και τα φορτηγά που μεταφέρουν λαθραίο πετρέλαιο, διέσχιζαν τα σύνορα με τη Συρία. Επί πλέον, οι ειδικές δυνάμεις της PÖH και της JÖH (αστυνομία και χωροφυλακή) πήραν μέρος στις επιχειρήσεις, όπως μαρτυρούν οι ρατσιστικές και σεξιστικές επιγραφές που άφησαν πίσω τους, με την υπογραφή τους, στους τοίχους των πόλεων. Έτσι, μπορούμε να διαβάσουμε στο Σιλόπι: «Αγαπημένη μου Τουρκία, σε καθαρίζουμε, στο όνομα του Θεού: είμαστε η H, ήρθαμε για να σας στείλουμε στην κόλαση!» Ή, πάλι, αυτές οι εκκλήσεις σε βιασμό των κουρδισών: «Ήρθε η σειρά μας να σας εκπαιδεύσουμε! – · «Ε, κορίτσια, είμαστε εδώ, εσείς πού είστε;– H».

Σύμφωνα με πληροφορίες που συλλέξαμε επί τόπου, από τοπικούς δημοσιογράφους και βουλευτές του HDP, είναι επίσης πολύ πιθανό ότι η Ζιτέρν, η υπηρεσία πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας της χωροφυλακής, ξαναέκανε την εμφάνισή της ενώ λέγεται ότι είχε διαλυθεί. Αυτή η παράνομη ομάδα, οργανωμένη σε πυρήνες αποτελούμενους από χωροφύλακες, στρατιωτικούς και μέλη της ακραίας εθνικιστικής οργάνωσης των Γκρίζων Λύκων[4], διέπραξε πολλές σφαγές Κούρδων κατά τη δεκαετία του 1990. Άφησε τα ίχνη από το πέρασμά της με τις παρακάτω επιγραφές στου τοίχους του Σουρ: «Τρέμετε, οι λύκοι λατρεύουν το αίμα!»  

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν ενάντια στου Κούρδους πολίτες είναι ίδιες εδώ και είκοσι χρόνια, και οι ομάδες που ανήκουν στη Ζιτέρν έχουν μια δραστηριότητα που υποστηρίζεται από τα κοινωνικά δίκτυα. Δημοσιεύουν φωτογραφίες Κούρδων μαχητών κομματισμένων από βλήματα ή καμένων με βενζίνη. Με ιδιαίτερη λύσσα αντιμετωπίζονται τα κορμιά των γυναικών.

Το τουρκικό Ίδρυμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (TIHV) αναφέρεται σε 300 ή 400 νεκρούς και 600.000 εκτοπισμένους. Ήδη από τα τέλη Ιανουαρίου 2016, η Διεθνής Αμνηστία κατηγορούσε την τουρκική κυβέρνηση για το ότι η επίθεσή της έβαζε σε κίνδυνο «τη ζωή 200.000 ατόμων περίπου»· η οργάνωση θεωρούσε αυτή την επίθεση «συλλογικά αντίποινα». Στο Σουρ –την παλιά οχυρωμένη πόλη του Ντιγιαρμπακίρ, το οποίο θεωρείται πρωτεύουσα του τουρκικού Κουρδιστάν–, η μισή δυτική πόλη άδειασε από τους κατοίκους της. Κατεστραμμένη κατά 70%[5], παραμένει δύσκολα προσπελάσιμη. Την 1η Απριλίου, μία ημέρα μετά από μία ενέργεια που κόστισε τη ζωή σε επτά αστυνομικούς και λίγο καιρό πριν την παραίτησή του, ο πρωθυπουργός, Αχμέτ Νταβούτογλου, επισκέφθηκε την πόλη συνοδευόμενος από μια εντυπωσιακή συνοδεία φρουρών. Εκεί εκθείασε το σχέδιο αποκατάστασης του προέδρου Ερντογάν για τις κατεστραμμένες περιοχές: «Θα μεταβάλουμε το Σουρ στο νέο Τολέδο!», αναφώνησε. Ακολουθούν χειροκροτήματα από τη σύναξη, που είναι αυστηρά επιλεγμένη. Λίγο πιο μακριά, νεαρά γκαρσόνια στέκονται όρθια μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης ενός εστιατορίου, εμβρόντητα, απαθή. Επρόκειτο για την πόλη τους, τη ζωή τους, που υπόσχονταν να την ισοπεδώσουν, ανάμεσα σε κραυγές θριάμβου.

Αφού τέλειωσε η ομιλία και αποχώρησαν οι επίσημοι, οι κάτοικοι του Ντιγιαρμπακίρ επέστρεψαν στην καταπιεστική ρουτίνα τους που συνίσταται σε ελέγχους σε κάθε διασταύρωση – όταν καταφέρνουν να φτάσουν στο σπίτι τους. «Εδώ έχει γίνει κατεχόμενη περιοχή!» φωνάζει αγανακτισμένος ο κ. Γκαφούρ Σ. Και όμως, πρόκειται για έναν καθηγητή φιλολογίας που συνήθως είναι ήρεμος άνθρωπος. Κάθε πρωί διασχίζει τα αστυνομικά μπλόκα στην είσοδο του Σουρ για να πάει να διδάξει σε ένα από τα δύο μοναδικά σχολεία που δεν έχουν καεί. Καθημερινά, υποβάλλεται σε σωματική έρευνα, υποχρεώνεται να γδυθεί από τη μέση και πάνω και να απαντήσει στις ερωτήσεις των ίδιων αστυνομικών, που τον γνωρίζουν. Έχει την οικονομική άνεση να ζήσει σε μια σύγχρονη πόλη· με δέκα χρόνια προϋπηρεσία, θα μπορούσε να ζητήσει μετάθεση. Αλλά αυτός αρνείται: «Δεν θα εγκαταλείψω αυτά τα παιδιά. Το Σουρ είναι ήδη η πιο φτωχή περιοχή του Ντιγιαρμπακίρ. Δίνουν τις ίδιες εξετάσεις με όλους τους άλλους μαθητές της Τουρκίας· αυτοί οι άλλοι όμως δεν έχουν τις βόμβες να πέφτουν πάνω στα σπίτια τους. Πού είναι η ισότητα στο εκπαιδευτικό σύστημα ανάμεσα στους Τούρκους της δύσης και τους Κούρδους; Όλα αυτά τα παιδιά μπορούν να γίνουν μηχανικοί. Το μόνο που χρειάζονται είναι να τους δώσουμε την ευκαιρία». Ο καθηγητής Σ. ανήκει σε εκείνη τη γενιά που γνώρισε τους εκφοβισμούς της αστυνομίας όταν μιλούσε κουρδικά στον δρόμο, ή που έβλεπε τους παππούδες της να στέλνονται στο νοσοκομείο επειδή δεν μπορούσαν να εκφραστούν στα τουρκικά. Και σήμερα, όπως όλοι οι κάτοικοι του τουρκικού Κουρδιστάν, υφίσταται και πάλι περιορισμούς στις κινήσεις της.

Κτίρια γκρεμισμένα, πτώματα απανθρακωμένα

Από τη στιγμή που ξανάρχισε ο πόλεμος, όλοι οι δρόμοι του Μποτάν (έτσι ονομάζουν οι Κούρδοι της Τουρκίας την περιοχή τους) είναι σπαρμένοι με μπλόκα. Η διέλευση των ταξιδιωτών εξαρτάται από την καλή διάθεση των αστυνομικών. Τους τελευταίους μήνες, για να πάει κάποιος από το Ντιγιαρμπακίρ στο Σίζρε, πρέπει να υπολογίζει ότι θα χρειαστεί επτά ώρες αντί για τις τέσσερις υπό κανονικές συνθήκες. Από τον Δεκέμβριο 2015, οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας, που μπορούν να διαρκέσουν πολλές εβδομάδες, μπαίνουν σε ισχύ ανάλογα με το επίπεδο της βίας ή τα κέφια των αρχών. Μπορέσαμε να μπούμε στο Σίζρε μετά τις μάχες. Αντικρίσαμε ένα τοπίο κατεστραμμένο, κατοίκους τραυματισμένους και μια προβληματική ασφάλεια. Από τη συνοικία του Κούντι, στην αριστερή όχθη του Τίγρη, δεν είχαν απομείνει παρά σκελετοί κτιρίων που είχαν καταρρεύσει, μάρτυρες του συστηματικού σφυροκοπήματος στις κολόνες των κτιρίων από βλήματα αρμάτων μάχης. Το 80% της κατοικημένης επιφάνειας πρέπει να έχει καταστραφεί.

Πολλούς μήνες μετά την άρση του αποκλεισμού, δεν είναι σπάνιο γι’ αυτούς που έρχονται να αναζητήσουν προσωπικά τους αντικείμενα κάτω από τα ερείπια του σπιτιού τους να ανακαλύπτουν υπολείμματα πτωμάτων. Ανάμεσα στις βιαιοπραγίες που αναφέρονται, που διεπράχθησαν στη διάρκεια των 79 ημερών απόλυτης απομόνωσης, τα «υπόγεια της αγριότητας» σημάδεψαν ιδιαίτερα τα πνεύματα. Τουλάχιστον δύο περιπτώσεις έχουν καταγραφεί· και στη μία και στην άλλη, τριάντα περίπου άτομα παγιδεύτηκαν μέσα στα κτίρια που βομβαρδίζονταν για μέρες, ακόμα και για εβδομάδες. Οι τουρκικές δυνάμεις εμπόδιζαν τη βοήθεια να πλησιάσει, αφήνοντας τους τραυματίες να υποκύπτουν ο ένας μετά τον άλλον. Στο τέλος των «αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων», δεν βρέθηκαν παρά απανθρακωμένα πτώματα, ανάμεσα στα οποία και παιδιά. Οι συγγενείς των θυμάτων υποχρεώθηκαν να δώσουν δείγματα DNA για να ταυτοποιηθούν τα θύματα. Έφυγαν με μια πλαστική τσάντα στα χέρια, «πέντε κιλά με καμένα οστά και σάρκες», διηγείται αποσβολωμένος ένας δεκαεφτάχρονος, μιλώντας για τον πατέρα του.

Όταν μπαίνουμε στο υπόγειο της οδού Μποσταντσί, προσπελάσιμη ακόμα στις 24 Μαρτίου, η μυρωδιά καμένης σάρκας παραμένει ακόμα στην ατμόσφαιρα· αδύνατον να αναπνεύσουμε.  Ίχνη στο πάτωμα σχηματίζουν το περίγραμμα ενός ανθρώπου. Παραπέρα, κάτι που μοιάζει με υπόλειμμα παιδικού οστού, ξεχασμένο πάνω στις στάχτες. Ο αποκλεισμός που πλήττει τους Κούρδους της Τουρκίας εδώ και οκτώ μήνες άγγιξε τον παροξυσμό σε αυτό το οστεοφυλάκιο που δεν θα μπορέσει καν να γίνει χώρος μνήμης: όταν φύγαμε, ισοπεδώθηκε ολοκληρωτικά. Εάν το σχέδιο αστικής αποκατάστασης, που εξήγγειλε η εξουσία τον Απρίλιο, τεθεί σε εφαρμογή, όλα αυτά τα υπόγεια, όπως και κάθε άλλο ίχνος που μπορεί να αποδείξει ότι διεπράχθησαν εγκλήματα πολέμου, θα εξαφανιστούν από τις μπουλντόζες και τους γερανούς.

Η Ένωση Rojava Solidarity, που συσπειρώνει εθελοντές από όλο το τουρκικό Κουρδιστάν που θέλουν να βοηθήσουν τους πληθυσμούς της Ροζάβα (στο συριακό Κουρδιστάν) δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα στο Κομπάνι. Παρεμβαίνοντας στη χώρα της αυτή τη φορά, μπόρεσε να φτάσει στο Σίζρε στις 9 Μαρτίου, μία εβδομάδα μετά την άρση του αποκλεισμού. Προτεραιότητά της υπήρξε η οργάνωση διανομής τροφίμων από μια αποθήκη που απολύμανε, λίγους δρόμους μακριά από το Κούντι. Σε αυτήν προστέθηκαν προοδευτικοί ακτιβιστές από τη δυτική Τουρκία, που αγωνίζονται ενάντια στην αυταρχική εκτροπή της κυβέρνησής τους, καθώς και άλλοι που έφτασαν από την ίδια τη Ροζάβα.

Ο κ. Φερίντ Μπ., που έχει χάσει το μισό του πρόσωπο από θραύσμα οβίδας, διηγήθηκε στα μέλη της Ένωσης τον πρώτο «βρώμικο πόλεμο», εκείνον της δεκαετίας του 1990, ανάμεσα στον στρατό και τις κουρδικές δυνάμεις. Πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή, εξ αιτίας της συμμετοχής του στις γραμμές του PKK. Εκεί διάβασε δεκάδες βιβλία ιστορίας για τη γαλλική Επανάσταση. «Δεν ξέρω αν η Γαλλία έκανε μια λαϊκή ή μια αστική επανάσταση. Αλλά εμείς, στο Κουρδιστάν, καταλάβαμε ότι έπρεπε να μεταρρυθμίσουμε την επανάσταση! Η κουρδική δημοκρατία είναι φεμινιστική, οικολογική, βασισμένη στην τοπική αυτονομία. Γι’ αυτό και αυτοί σέρνουν στους δρόμους τα βασανισμένα κορμιά των γυναικών μας, γι’ αυτό καταστρέφουν το περιβάλλον μας και συλλαμβάνουν τους δημάρχους μας».

Μέσα στο σκοτάδι της απαγόρευσης κυκλοφορίας και συσκότισης, αυτός ο καινούργιος πόλεμος και οι συλλογικές ποινές αφήνουν ανυπεράσπιστο τον πληθυσμό και βαθαίνουν ακόμα περισσότερο το χάσμα που χωρίζει το Κουρδιστάν από την υπόλοιπη Τουρκία.


[1] Αυτή η κουρδική πόλη της Συρίας είχε καταληφθεί από την Ο.Ι.Κ. από τον Σεπτέμβριο 2014, στη συνέχεια ανακατελήφθη από τις κουρδικές δυνάμεις, στις αρχές Ιανουαρίου του 2015, οι οποίες συνεχίζουν να προελαύνουν προς τον νότο.

[2] Ο αρχισυντάκτης Καν Ντουντάρ καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε χρόνων και δέκα μηνών, και ο διευθυντής του γραφείου της εφημερίδας στην Άγκυρα, Ερντέμ Γκιουλ, σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Αφού απελευθερώθηκαν τρεις μήνες μετά, με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, περιμένουν ελεύθεροι την εκδίκαση της έφεσης.

[3] Ορισμένα από τα άτομα που συναντήσαμε ζήτησαν να μην αναφερθούν τα επώνυμά τους.

[4] Μέλος της οποίας ήταν και ο Μεχμέτ Αλή Αγκτσά, που πυροβόλησε τον πάπα Ιωάννη-Παύλο 2ο, το 1981.Συνεχίζοντας πάντα τη δραστηριότητά τους, οι Γκρίζοι Λύκοι δεν διστάζουν μπροστά στις βίαιες ενέργειες και προσπαθούν να διεισδύσουν μέσα στο πολιτικό σύστημα.

[5] Εκτίμηση που δίνει η δημοτική αρχή του Ντιγιαρμπακίρ, την 1η Μαρτίου 2016.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek