του Λευτέρη Βογιατζή, από το Άρδην τ. 7 Μάρτιος-Απρίλιος 1997

Χρόνια τώρα, οἱ πάντες, σε όλους τους τόνους, ομολογούν ότι το σκάφος της εκπαίδευσης βουλιάζει, αλλά κανείς δεν κάνει τίποτε για να µην βουλιάξει. Ούτε ο καπετάνιος, ούτε το πλήρωμα. Αρκούνται στην Κοινή διαπίστωση. Χρόνια τώρα, µε κάθε ευκαιρία, από αρμόδια χείλη, διατυµπανίζεται ότι η Παιδεία είναι εθνικό ζήτημα και ιεραρχείται πρώτο στις προτεραιότητες Κάθε Κοινωνίας και πολύ περισσότερο της ελληνικής.

Δυστυχώς, µετά την “άνοιξη” του 64-65, οἱ ανάλογες δηλώσεις όλων και πολύ περισσότερο των εκάστοτε υπευθύνων αποδεικνύονται, µε τον πιο επιεική χαρακτηρισµό, υποκριτικές.

Η γνώση έχει υποβαθμιστεί. Το ίδιο και η Γενική Παιδεία, µαζί µε την απομάκρυνση από το κλασικό γλωσσικό ιδεώδες. Ο ρόλος του Λυκείου, µε την μετατροπή του. σε προθάλαμο ᾿προετοιµασίας᾽ για την εισαγωγή στα ΑΕΙ, έχει αναιρεθεί. Η γιγάντωση της παραεκπαίδευσης, η οποία εκτός των επισήμων φροντιστηρίων, ασκείται και από ένα σηµαντικό µέρος των υπηρετούντων στην δηµόσια εκπαίδευση εκπαϊδευτικών, υπονομεύει σταδιακά τη δηµόσια εκπαίδευση.

Δεν υπάρχει ουσιαστική σύνδεση των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Το εννιάχρονο σχολείο δεν ολοκληρώθηκε. Δεν συνδέθηκε το δημοτικό µε το γυμνάσιο, ούτε στις µεθόδους, ούτε στο περιεχόµενο των σπουδών. Το πρώτο δεν προετοιμάζει τα παιδιά για την ομαλή μετάβαση στο άλλο επίπεδο σπουδών.

Τα προγράµµατα σπουδών των πανεπιστημιακών σχολών, όπου φοιτούν οι µελλοντικοί καθηγητές Μέσης Εκπαίδευσης, έχουν ελάχιστη ή μηδενική πολλές φορές σχέση µε τη διδασκόµενη ύλη στα Γυμνάσια-Λύκεια, και ελάχιστα ασκούνται οἱ µέλλοντες εκπαιδευτικοί στο έργο που αναλαμβάνουν αργότερα. Πολύ περισσότερο, σήµερα, που διορίζονται ύστερα από πολλά χρόνια, ενώ θα έχουν ασκήσει χίλια δυο, και καθόλου -πολλές φορές- συναφή επαγγέλματα.

Τα περισσότερα βιβλία και κυρίως εκείνα που συνδέονται με τα αναλυτικά προγράµµατα που φιλοδοξούν να προσφέρουν Γενική Παιδεία στα ελληνόπουλα, η αξία και η αναγκαιότητα της οποίας, σήµερα προβάλλεται αγωνιωδώς από όλους τους διανοητές και παιδαγωγούς σ᾿ όλο τον Κόσμο, είναι γραμμένα µε τέτοιο τρόπο (σε ξύλινη, δυσνόητη και ανούσια γλώσσα) που όχι µόνο δεν ελκύουν αλλά απωθούν. τους µαθητές.

Το θεσμικό πλαίσιο διορισμού των καθηγητών, µε τον πρόχειρο και ευκαιριακό θεσμό των αναπληρωτών -των οποίων ο αριθµός τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σηµαντικά και δεν αναπληρώνουν υπηρετούντες καθηγητές, που για διάφορους λόγους αδυνατούν για την συγκεκριµένη χρονιά να είναι στο σχολείο τους, αλλά καλύπτουν κενές οργανικές θέσεις- επιτρέπει να υπηρετούν καθηγητές (αρκεί να είχαν γραφεί όταν πήραν το πτυχίο τους στην ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ) που δεν ελέγχεται αν και Κατά πόσο μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στο έργο που τους ανατίθεται. Αποτέλεσµα: Να πειραματίζονται “στου κασίδη το κεφάλι”.

Δεν υπάρχει σύστημα αξιολόγησης του υπηρετούντος διδακτικού προσωπικού. Εξαγγέλλεται και προετοιμάζεται εδώ και 15 χρόνια αλλά ακόµα δεν ‘ψήθηκε’. Ο θεσμός των εκπαιδευτικών συμβούλων που υπετίθετο ότι θα αντικαθιστούσε τον θεσµό του επιθεωρητή δεν ολοκληρώθηκε και περιθωριοποιήθηκε. Εξυπακούεται ότι η κατάσταση είναι χειρότερη στα σχολεία της περιφέρειας Και των µεθοριακών περιοχών.

Οι περισσότεροι καθηγητές αυτών των περιοχών διαμένουνστα επαρχιακά αστικά κέντρα, διανύοντας αρκετά Χιλιόμετρα µε αυτοκίνητο για να φθάσουν κάθε πρωί στα σχολεία τους. Στα σχολεία αυτά οἱ περισσότεροι Καθηγητές είναι αναπληρωτές. Κάθε χρόνο νέοι. Αν πάλι είναι πρωτοδιόριστοι, την επόµενη ή το πολύ την μεθεπόμενη έχουν πάρει µετάθεση ή απόσπαση.

Η σχολική χρονιά είναι µεγάλο τρυπητήρι χαμένων διδακτικών. ωρών. Περίπατοι, εορτές, εθνικές και τοπικές, συνελεύσεις των. συνδικαλιστικών ενώσεων των εκπαιδευτικών, που γίνονται σε εργάσιµες ηµέρες µε νόµο της Πολιτείας Κ.ά. Να προστεθεί δε ότι η ουσιαστική έναρξη των µαθηµάτων µε πλήρως ανεπτυγµένο πρόγραµµα, ελλείψει προσωπικού, το οποίο προσλαμβάνεται περί τα µέσα και προς το τέλος Σεπτεµβρίου, -αν δε, ‘δεν υπάρχουν πιστώσεις᾽ Και µέσα στον Οκτώβριο- προσδιορίζεται περί τις αρχές Οκτωβρίου.

Αυτονόητο είναι ότι µέσα σ’ ένα τέτοιο κλίµα παιδιάς, προχειρότητας Και χαλαρότητας εθίζονται και τα παιδιά, και τα περισσότερα ‘δεν έχουν νου’ για µάθηµα και γνώση. Αλλά αυτό που τα απασχολεί είναι το πως θα ανακαλύψουν τρόπους για να χάσουντο µάθηµα”. Δικαιολογημένα, γιατί κατά τον Αριστοτέλη η αρετή είναι έξις αγαθών πραγμάτων.

Αν τώρα σε όλα αυτά προστεθεί και το τι προσλαμβάνουν από τον Κοινωνικό Περίγυρο, ποιες οἱ αξίες Κα ιτα πρότυπα που προσφέ-ρονται από τα, ιδιωτικά κυρίως, µέσα µαζοποίησης και τι µεταφέρουν τα Παιδιά, ως φορείς και αυτά “γνώσης”, µέσα στο σχο-λείο, πάλι θα λέγαμε ότι αυτά είναι µερικά από τα χαρακτηριστικά, που συνθέτουν την ζοφερή εικόνα της εκπαιδευτικής µας πραγματικότητας Και την έχουν οδηγήσει στην πλήρη απονοηµατοδότησή της.

Ώς προς τα αποτελέσματά της, ο Χρήστος Γιανναράς, που χρόνια τώρα εκφράζει την αγωνία του για το γίγνεσθαι της παιδείας µας, συμπυκνώνει σε άρθρο του στην Καθημερινή: ᾿Είκοσι τρία χρόνια τώρα η ελληνική εκπαίδευση δεν “μορφώνει’ πολίτες, ενεργά µέλη κοινωνίας πολιτών. Ετοιμάζει συνδικαλιστές, διεκδικητές ατοµοκεντρικών ᾿δικαιωμάτων””, υποψήφιους “αντιστασιακούς σε µια φαντασιωδώς επερχόμενη χούντα”. Και δεν έχει άδικο.

Τι από όλα αυτά ανέδειξε η πρόσφατη κινητοποίηση των εκπαιδευτικών; Το µόνο που εµπεδώθηκε στην συνείδηση των πολιτών ήταν, κατά την άποψή µας, το εξής; Καθηγητές: ‘Ο πενιχρός μισθός µας δεν µας επιτρέπει να ανταποκριθούμε µε επάρκεια στο έργο που µας έχει αναθέσει η πολιτεία”. Κυβέρνηση: εξαντλήσαµε Κάθε περιθώριο αντοχής του προὐπολογισμού’. Ο µέσος πολίτης, που Και αυτός επωµίζεται τα βάρη της σφιχτής οικονοµικής πολιτικής, είτε την δικαιολογεί είτε όχι, καταλήγει σε συμπεράσματα που στρέφονται αποκλειστικά γύρω από τα οἰκονομικά αιτήµατα των εκπαιδευτικών, τα οποία τεχνηέντως ή από τον αδέξιο τρόπο προβολής τους από την συνδικαλιστική τους εκπροσώπηση, εμφανίζονταν διογκωµένα από τα Μ.Μ.Ε. και “προκλητικά᾽ για την υπόλοιπη κοινωνία.

Απαιτείται συντονισμένη Και μακρόχρονη προσπάθεια µε βαθιές τοµές, που θα προταθούν από την ἴδια την εκπαιδευτική κοινότητα, προκειµένου να δεχθεί το κοινωνικό σύνολο ότι ο εκπαιδευτικός, σε µια ευνομούµενη πολιτεία, πρέπει να κατέχει την πρώτη θέση και σε επίπεδο κύρους και σε επίπεδο αμοιβής. Δεν έπεισαν οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι την συντριπτική πλειονότητα των πολιτών ότι ο αγώνας τους είχε ως στόχο την ανάδειξη των προβλημάτων της εκπαίδευσης και την θεραπεία τους µετά την ικανοποίηση των αιτημάτων. Και δεν είναι µόνο ότι δεν έπεισαν την Κοινωνία, αλλά και ένα σηµαντικό µέρος των καθηγητών. Μέσα σ᾿ αυτούς βρίσκονται οι περισσότερο σκεπτόµενοι και ολιγότερον επαγγελµατοποιηθέντες. Είναι εκείνοι που βιώνουν καθημερινά την αβελτηρία των εκπαιδευτικών µας πραγµάτων και οραματίζονται Και προσπαθούν, ο Καθένας στο χώρο του, µε πάθος, να συμβάλουν σ’ ένα καλύτερο εκπαιδευτικό αύριο. Είναι εκείνοι που προσµετρούν το µέρος της ατομικής και κοινωνικής συνευθύνης τους και θεωρούν ότι έχουν ευθύνη έναντι του έθνους και προσπαθούν να περισώσουν ό,τι είναι δυνατόν.

Δεν υπάρχει πρόθεση να αφεθούν αιχμές, µε τα όσα αναφέρονται, εις βάρος µιας μερίδας καθηγητών που ακολούθησαν και αποδέχθηκαν αυτό τον χαρακτήρα των κινητοποιήσεων που χάραξε η ΟΛΜΕ ούτε να αποσεισθεί το βάρος της ευθύνης από την πολιτική ηγεσία για τα δεινά της εκπαίδευσης. Αυτό που θέλουµε να επισηµάνουμε είναι ότι τα ζητήματα της εκπαίδευσης και ο εθνικός τους χαρακτήρας δεν αναδεικνύονται µε µια κινητοποίηση, µε κυρίαρχα τα οικονομικά αιτήµατα, που θα αφήνει αδιάφορη την Κοινωνία, αν δεν τηρεί εχθρική στάση.

Τη στιγµή που το χρήμα, ο καταναλωτισµός και η υλοφροσύνη είναι κυρίαρχα στοιχεία µιας κοινωνίας, είναι πολύ δύσκολο να την πείσεις μ᾿ αυτό τον τρόπο να αποδεχθεί την προτεραιότητα της γνώσης Και την ξεχωριστή θέση του εκπαιδευτικού λειτουργού, συνδέοντάς την µε στενά οικονομικές διεκδικήσεις µέσα σε µια, κατ’ ανάγκην, δύσκολη συγκυρία.

Ἡ προσπάθεια ανάδειξής τους πρέπει να είναι συνεχής, ειλικρινής και αξιόπιστη, µε στοιχεία αυτοκριτικής και ανάληψης των όποιων ευθυνών µας. Άλλως παρέχει άλλοθι στην εξουσία για να συγκαλύψει το μέγεθος των δικών της διαχρονικών ευθυνών.

Ἂν πίστευε, πράγματι, η συνδικαλιστική ηγεσία των καθηγητών ότι υπηρετεί µια εθνική υπόθεση, αυτό δεν θα το θυμόταν µόνο Κάθε χρόνο, την περίοδο που έχει καθιερωθεί ως χρόνος “επαναστατικής γυμναστικής” και στόχο έχει την επιβεβαίωση των καρεκλοκένταυρων και εν πολλοίς κρατικοδίαιτων “συνδικαλιστικών εκπροσώπων’. Είναι το είδος που Καλλιεργήθηκε από τα πρώτα χρόνια της µεταπολίτευσης και αναπτύχθηκε, ιδιαιτέρως, την τελευταία δεκαπενταετία. Το είδος αυτό, εξέθρεψαν και εξακολουθούν να εκτρέφουν, όσο αντέχουν ακόµη, όλοι ανεξαιρέτως οἱ κομµατικοί μηχανισμοί, προς ίδιον όφελος των ρεκτών κρατικής ή κομματικής εξουσίας και όχι προς όφελος του κοϊνωνικού συνόλου και του τόπου.

Σε επίπεδο πολιτικών ευθυνών είναι όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί σχηματισμοί Και µηχανισµοί που έχουν την ευθύνη για την εξάρθρωση της γνήσιας κοινωνικής εκπροσώπησης, µε τις ψευτοδιακηρύξεις τους για αδέσµευτο και ακηδεµόνευτο συνδικαλιστικό κίνηµα. Που έκαναν την κοινωνία να περπατά µε το κεφάλι κάτω Και τα πόδια επάνω, που καθετοποίησαν τις σχέσεις και οδήγησαν στην αποθέωση της µετριότητας. Είναι και οι αυτοαποκαλούμενοι τώρα ᾿εκσυγχρονιστές᾽ -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- που, αφού είτε “διοχείρως” είτε µε τις ευλογίες τους “σφαγίασαν”, σταλινικώ τω τρόπω, κάθε ελεύθερη φωνή και κάθε ελεύθερο πνεύμα για να αναρριχηθούν στην κομματική και κρατική εξουσία, αφού οὔτως ή άλλως τις είχαν ταυτίσει, εμφανίζονται σήµερα µε άλλο προσωπείο, για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση. Αλλά όσοι σπέρνουν ανέµους, κάποτε θερίζουν θύελλες. Να γιατί δεν μπορούσε ο χαρακτήρας των κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών να έχει διαφορετικό περιεχόµενο Και προσανατολισμό. Γιατί η πλειονότητα της συνδικαλιστικής τους εκπροσώπησης, ούτε έχει μάθει ούτε µπορεί να σκεφθεί τίποτε άλλο, ούτε να θέσει ευρύτερους εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς στόχοὺς που να κλονίζουν το σαθρό πολιτικό οικοδόµηµα και να αποκαλύπτουν το μέγεθος της υποκρισίας Και της Ιδιοτέλειας των στυλοβατών του.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek