AP Photo/Hassan Ammar

Του Ξαβιέ Μπαρόν* από τη Le Figaro, 4 Σεπτεμβρίου 2020

Λαμβάνοντας υπόψη το πολιτιστικό και καλλιτεχνικό δυναμικό του Λιβάνου, στο οποίο προστίθεται ο πλούτος της πληθυσμιακής σύνθεσης και η ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η κοινωνία έχει τα πάντα για να βρει μια ισορροπία, αλλά είναι απαραίτητο να τερματιστεί γρήγορα η ολίσθηση της άρχουσας τάξης, όπως  αναφέρει ο δημοσιογράφος Ξαβιέ Μπαρόν, που ειδικεύεται στα θέματα της Μέσης Ανατολής.

Έναν αιώνα μετά τη σύστασή του, ο Λίβανος βιώνει μια από τις χειρότερες δοκιμασίες της ιστορίας του, καθώς το πολιτικό σύστημα είναι εγκλωβισμένο, η χώρα διέρχεται μια βαθιά κοινωνική, οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει απωλέσει κάθε σπιθαμή εμπιστοσύνης προς την άρχουσα τάξη. Το κράτος βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης και ο μισός πληθυσμός ζει πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας. Ωστόσο, αυτή η χώρα είναι, από πολλές απόψεις, μια αξιοσημείωτη εξαίρεση, σε μία περιοχή που πλήττεται από πολλές συγκρούσεις. Έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό τη συνύπαρξη μεταξύ των κοινοτήτων και τη συγκρότηση ενός πολιτικού συστήματος που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο, παρότι πλέον, αυτό το σύστημα δύο αιώνων, δείχνει τα όριά του, καθώς εδώ και τριάντα χρόνια έχει παρεκτραπεί από σύσσωμη την πολιτική τάξη, προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της έναντι των συμφερόντων των πολιτών. Απειλείται λοιπόν ο Λίβανος με εξαφάνιση, ενόψει των δεινών που αντιμετωπίζει και απέναντι στα οποία οι ηγέτες είτε δεν γνωρίζουν πώς, είτε δεν θέλουν να ανταποκριθούν; Η μακρά και συχνά ταραχώδης ιστορία του τόπου έχει δείξει ότι μπορεί να υπερβεί τις δοκιμασίες, αλλά η τρέχουσα κατάσταση επιδεινώνει τη συνοχή της χώρας. Ο πληθυσμός, που δεν σταματά τις διαδηλώσεις, δείχνει ότι ενδιαφέρεται για τη χώρα του και επιθυμεί την αναγέννησή της. Ο κίνδυνος είναι εντούτοις μεγάλος. Εάν δεν διενεργηθούν σύντομα αλλαγές (ιδίως στο κοινωνικό, οικονομικό και χρηματοοικονομικό πεδίο), εάν η πολιτική τάξη επιμείνει στην αδιαφορία της για τη μοίρα των πολιτών και εάν δεν τερματιστεί γρήγορα η ολίσθηση που παρατηρείται στη διακυβέρνηση της χώρας (διαφθορά, πελατειακές σχέσεις, τραπεζικό σύστημα, οργάνωση της καθημερινής ζωής), ο Λίβανος θα βυθίζεται σε μια συνθήκη που θα δοκιμάσει τη συνοχή της χώρας με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται για τη κοινωνική ειρήνη.

Ήδη, η αποδυνάμωση του Λιβάνου τα τελευταία χρόνια έχει επηρεάσει σοβαρά την ακτινοβολία της χώρας, που υπήρξε το χωνευτήρι της πολιτιστικής δημιουργίας  της Μέσης Ανατολής, σε όλους τους τομείς, μία εμπειρία ελευθερίας άγνωστη αλλού στην περιοχή. Πρόκειται για μια μακρά παράδοση που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του αραβικού αναγεννησιακού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια. Σήμερα, οι κινηματογράφοι, τα θέατρα, τα βιβλιοπωλεία βρίσκονται σε δραματική κατάσταση, την ίδια στιγμή που Λιβανέζοι καλλιτέχνες συνεχίζουν να εκπέμπουν τον πολιτισμό του Λιβάνου παγκοσμίως. Ο λιβανικός Τύπος, άλλοτε περιζήτητος σε όλη τη Μέση Ανατολή, αγωνίζεται για την επιβίωσή του. Βεβαίως, δεδομένου του πολιτιστικού και καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας, του πλούτου της πληθυσμιακής της σύνθεσης και της ποιότητας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που παρέχεται από πανεπιστήμια και διάφορα ινστιτούτα, η κοινωνία του Λιβάνου μπορεί να ανακτήσει τη θέση της στην περιοχή, αρκεί να επιστρέψει στη σταθερότητα. Διαφορετικά, η μάστιγα της μετανάστευσης στο εξωτερικό, η οποία συνεχίζει να καταστρέφει το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, θα συνεχιστεί. Οι νέοι Λιβανέζοι, απεγνωσμένοι από την αδυναμία τους να  εκφράσουν το ταλέντο τους στη χώρα τους, θα συνεχίσουν να στρέφονται στο εξωτερικό.

Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέψουμε την ικανότητα που έδειξαν ξανά και ξανά στο παρελθόν να στέκονται όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες, ακόμη και στις χειρότερες στιγμές. Ο δυναμισμός της νεολαίας του Λιβάνου και η άνθιση μίας κοινωνίας των πολιτών που αναπτύσσει δράσεις αλληλεγγύης και στοχεύει στη μεταρρύθμιση του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος της χώρας, δείχνουν ότι αυτή η κοινωνία δεν εγκαταλείπει τον αγώνα. Μετά την έκρηξη της 4ης Αυγούστου στο λιμάνι της Βηρυτού, που άφησε πίσω της 180 νεκρούς και κατέστρεψε πολλές γειτονιές της πόλης, ήταν πρώτος ο πληθυσμός που άρχισε να εργάζεται αμέσως μέσα στα συντρίμμια, αποκαλύπτοντας τη γύμνια της εξουσίας. Ήταν οι οργανώσεις των πολιτών που ανέλαβαν τη συνδρομή στους πληγέντες μαζί με τη διεθνή βοήθεια.

Ο Λίβανος δεν έχει τα μέσα να ανακάμψει μόνος του, καθώς η κρίση είναι τόσο βαθιά και επηρεάζει όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Δεν μπορεί να βασιστεί σε μια πολιτική τάξη που συνεχίζει τα παραδοσιακά πολιτικά της παιχνίδια, ενώ η χώρα βιώνει μια τραγωδία. Αντί να προκαλέσει ένα σοκ, η έκρηξη της Βηρυτού είχε σαν συνέπεια διακομματικές πολιτικές συζητήσεις εβδομάδων και ενώ η χώρα πλέον στερείται κυβέρνησης. Η κινητοποίηση ήρθε στην πραγματικότητα από τη Γαλλία, έναν παραδοσιακό φίλο και σύμμαχο του Λιβάνου, του κράτους που δημιούργησε η ίδια πριν από έναν αιώνα. Το ιδανικό θα ήταν η αίσθηση του επείγοντος να καταλάβει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου. Καθώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο, ήταν η πίεση του Εμμανουέλ Μακρόν αυτή που επέτρεψε να προχωρήσει η αναζήτηση λύσης στη παρούσα κρίση. Αυτή η αποστολή δεν γλίτωσε το χλευασμό, τόσο από εκείνους που τη χαρακτήρισαν εξωτερική παρέμβαση, όσο και από εκείνους που την περίμεναν ακόμη πιο έντονη. Το να βάλεις χέρι στο περίπλοκο πολιτικό παιχνίδι του Λιβάνου ήταν αναμφισβήτητα τολμηρό και το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο, αλλά έπρεπε να αποφευχθεί η κατάρρευση της χώρας.

Φαίνεται ότι κανένα κράτος εκτός από τη Γαλλία δεν μπορούσε να παρέμβει με τέτοιο τρόπο, πράγμα που εξηγείται από τους ιστορικούς τους δεσμούς, αλλά και επειδή είναι το μόνο κράτος που μπορεί να απευθυνθεί σε όλα τα πολιτικά μέρη του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων καταδικάζει τις ενέργειες. Για όσους διαδηλώνουν στους δρόμους, η παρέμβαση αυτή δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες, ιδίως επειδή ο Γάλλος πρόεδρος συζητά με μια πολιτική τάξη της οποίας ζητείται η αποχώρηση, αλλά και επειδή έχει αφήσει στην άκρη το ζήτημα της ταχείας διοργάνωσης εθνικών εκλογών που περίμεναν με ανυπομονησία οι διαδηλωτές. Ωστόσο, αντιμέτωπος με την άρνηση της Χεζμπολάχ να διοργανώσει εκλογές, καθώς κινδυνεύει να απωλέσει την τρέχουσα πλειοψηφία της στο κοινοβούλιο, ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει μια σύγκρουση που δεν θα άλλαζε την κατάσταση ούτως ή άλλως.

Διότι, η σταθεροποίηση σχετίζεται άμεσα με τη Χεζμπολάχ, το σιιτικό κόμμα που διαθέτει πολιτικό όσο και στρατιωτικό σκέλος, συντηρώντας μια πολιτοφυλακή οπλισμένη από το Ιράν και ισχυρότερη από τον τακτικό στρατό της χώρας. Η Χεζμπολάχ υιοθέτησε έναν πιο ειρηνικό τόνο τις τελευταίες ημέρες, ισχυριζόμενη ότι είναι έτοιμη για μεταρρυθμίσεις σε βάθος και δείχνοντας ανοιχτή σε ένα ενδεχόμενο μη κοινοτικό πολιτικό σύστημα. Υποσχέθηκε ενώπιον του Γάλλου προέδρου να διευκολύνει τον σχηματισμό κυβέρνησης τεχνοκρατών στην οποία δεν θα απαιτούσε να λάβει υπουργεία. Δηλαδή, θα έβαζε τα συμφέροντα των Λιβανέζων πριν από τη συμμαχία με το Ιράν. Ωστόσο, πρέπει να περιμένουμε τις επόμενες εβδομάδες για να δούμε αν η Χεζμπολάχ θα τηρήσει τον λόγο της, ή αν πρόκειται για περιστασιακή ρητορεία που σχετίζεται με την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου.

* Ο Ξαβιέ Μπαρόν είναι Γάλλος δημοσιογράφος, ειδικός στη Μέση Ανατολή.

Μετάφραση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek