του Δ. Μπάσογλου, από το Άρδην τ. 10 Οκτώβριος-Νοέμβριος 1997

Η παγκόσμια φιέστα του αθλητισμού, κατά κόσµον Ολυμπιακοί αγώνες, τελικά θα περάσει Κι από τα µέρη µας . Ἡ ανάθεση της τέλεσής τους στην Αθήνα το 2004 είΝαι πλέον ένα γεγονός μάλλον αµετάκλητο, αλλά ταυτοχρόνως είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ξεσηκώσει πολλές συζητήσεις τα επόµενα 7 χρόνια.

Είναι αλήθεια ότι όλοι οι άνθρωποι από τη στιγµή που αποπτούν συνείδηση της ύπαρξής τους αποδίδονται σ᾿ έναν αγώνα να Ἑεπεράσουν τον εαυτό τους. Θέλουν να πηγαίνουν συνεχώς πιο “μπροστά”. Το αθλητικό ιδεώδες είναι ακριβώς αυτή η αγωνία να πάµε “ψηλότερα, γρηγορότερα, δυνατότερα”. Ανταποκρίνεται σε µία βαθιά ριζωµένη ανάγκη όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, από τη στιγµή που συστηµατοποιήθηχε από τους αρχαίους Έλληνες µέχρι και σήµερα. Αυτό είναι ένα γεγονός αδιαμφισβήτητο Και μάλλον δεν επιδέχεται κριτικής. Ὑπάρχει από την αυγή του πολιτισμού, γιατί απαντά σε µία ανάγκη των ανθρώπων. Από τη στιγµή που οι αρχαίοι Έλληνες συστηµατοποίησαν την σωματική άσκηση και την ενέταξαν σ᾿ ένα αγωνιστικό πλαίσιο άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα παρόμοια μ᾿ αυτά που βλέπουμε χαι σήµερα. Θα έπρεπε μάλλον να πάψουµε να αντιμετωπίζουμε το Αρχαιοελληγικό ιδεώδες του Ολυμπισμού σαν ένα αψεγάδιαστο παραμύθι. ΄Ἠταν χωρίς αμφιβολία πολύ ωραίο αλλά µε όλα τα παρατράγουδά του. Σαφώς χρησιµοποιήθηχε πολλές φορές για πολιτιπές σκοπιμότητες. Στα ιστορικά κείµενα όχι λίγες φορές συναντάµε την περίπτωση αποκλεισμού ή άρνησης συμμετοχής στους Ολυμπιακούς αγώνες διαφόρων Πόλεων. Σαφώς υπήρχε ένας βαθμός επαγγελματισμού σ’ όσους από τους άνδρες συµµετείχαν µε αξιώσεις νίκης στους Αγώνες. Στις παλαίστρες Και στα γυμναστήρια εΚτός από αυτούς που πήγαιναν για να εκφράσουν το “ Νους υγιής εν σώματι υγιή” υπήρχαν και αρκετοί που ξημεροβραδιάζονταν σ’᾿ αυτά, για να αμειφθούν µε το Κλαδί της Ἑλιάς λησμονώντας το πρώτο σκέλος του παραπάνω ρητού. Σαφώς υπήρχαν ραδιουργίες χαι αθλητές που δολίως αγωνίζονταν. Σαφώς υπήρχαν πολλά στραβά. Όμως το πιο σηµαντικό ήταν ότι οι αγώνες αυτοί ήταν ενταγµένοι µέσα στα ευγενή όρια του Μέτρου των Ελλήνων . Ενός Μέτρου που δεν είχε σε τίποτα γα Χάνει µε το Μέτριο, καθότι το Μέτριο είναι ο φόβος της υπέρβασης, ενώ το Μέτρο είναι το αποτέλεσµα τῆς επίγνωσης των άπρων. Οι αγώνες ήταν ενταγµένοι στα όρια της Πόλεως (όχι ὡς χωροταξική έννοια αλλά ως θέσµιση σχέσεων µεταξύ των ανθρώπων).

Σήµερα τα μεγέθη έχουν αλλάξει δραματικά. Τα κακώς κείµενα των λεγόμενων ολυμπιακών αγώνων είναι μάλλον ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Δεν θα µπορούσε να διακρίνει κάποιος παρά έναν ισχνό ιστό της Ολυµπιακής Ιδέας. Είναι αλήθεια όµως πως κάθε θεσμός αλλάζει στο διάβα του χρόνου κι ακολουθεί την εξέλιξη της κοινωνίας. Σε µία εποχή άκρατου επαγγελµατισμού και εξειδίκευσης πώς θα μπορούσε ο αθλητισμός να ακολουθήσει άλλη ρότα. Όταν η µέγιστη αξία, σήµερα, είναι η άνοδος µε κάθε μέσον, πώς θα µπορούσε να αποφευχθεί το φαινόµενο τόυ ντοπαρίσµατος. όταν τα πάντα προσμετρώνται ὡς χρήμα, πώς να µη µαρκάρονται οι αθλητές και οι αθλήτριες από τις εταιρείες που τους-τις πληρώνουν σαν αλλοτινά βοοειδή της Άγριας Δύσης.

Τα κακώς κείµενα των λεγόµενων ολυμπιακών αγώνων είναι αντανάκλαση των κακώς κειµένων όλης τῆς κοινωνίας. Μίας κοινωνίας που έχασε προ πολλού το μέτρο της Πόλεως. Μιας κοινωνίας που βλέπει τον ιστό της να χάνει ασταμάτητα τη συνοχή του χαι να προσπαθεί απεγνωσμένα να ανατρέψει αυτή την πορεία της διάλυσης µε πολυπολιτισμικές αλχηµείες τύπου Παγκοσμιοποίησης.

Ο κόσμος µας σήµερα το µόνο που θεραπεύει µε ιδιαίτερη μανία είναι το Βλέμμα. Ό,τι µπορεί να θεαθεί , να “φαγωθεί” από τα μάτια είναι καλό παι αγαθό. Σ᾽ αυτήν την κοινωνία του Θεάµατος ο αθλητισμός δεν θα μπορούσε παρά να έχει περίοπτη θέση. Ανταποκρίνεται απολύτως στην ανάγκη µας να ζούµε δανείως µέσα από πρότυπα ψιμυθιωµένα που µας βοηθούν να ζούμε φαντασιακά χωρίς έξοδα και κόπο. Οι αθλητές και οι αθλήτριες, αυτές οι σχεδόν µηχανές µε την κτηνώδη δύναμη και την ογκώδη άγνοια, εκσφενδονίζουν την ανθρώπινη δύναμη στα ακρότατά της όρια. Με τις εκλεπτυσµένες κινήσεις τους σε ακρίβεια δεχάκις χιλιοστού σπρώχνουν συνεχώς τα ανθρώπινα όρια προς τα πάνω κι εμείς είµαστε εχεί παρόντες-απόντες συμμετέχοντας από την κλειδαρότρυπα. Μέσα από τους τεντωµένους μύες τους δοκιµάζουµε κι εμείς από την αναπαυτική µας πολυθρόνα τις δυνάμεις του ανθρώπου. Τις δικές µας δυνάµεις. Βλέπουμε πού θα μπορούσαμε να φτάσουμε, αν προσπαθούσαµε. Όμως δεν προσπαθούμε. Βάζουμε άλλους να προσπαθούν για µας. Τους πληρώνουμε αδρά, για να ευχαριστιόµαστε που τους βλέπουμε να προσπαθούν. Ἡ σχέση µας µε τους λεγόμενους ολυμπιακούς αγώνες (και όλους τους άλλους αθλητικούς αγώνες) είναι σχέση ηδονοβλεπτική.

Ἡ αναβίωση των Ολυμπιακών ιδεωδών µε αφορμή την τέλεση των αγώνων στον τόπο που γεννήθηκαν είναι τουλάχιστον ένα κακόγουστο αστείο. Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να συντελεστούν απίστευτες κοινωνικές αλλαγές ή αν µη τι άλλο θα έπρεπε η σηµερινή Ελλάδα ή µάλλον οι σημερινοί Έλληνες να κρατούν κάποιες από τις βασιές αξίες που έκαναν τους προγόνους µας να ιδρύσουν τις Ολυμπιάδες και να μπορούν αὖτοί οι ίδιοι (οι νεοέλληνες) να µεταβιβάσουν αυτές τις αξίες στα υπόλοιπα έθνη. Αυτό το πράγμα μάλλον δεν µπορεί να γίνει και γι’ αυτό μάλλον θα πρέπει εύλογα να αναρωτηθούµε αν για µία δεκαπενθήµερη φιέστα αξίζει να θυσιάσουµε τόσα χρήµατα και τόσο κόπο. Γιατί τελικά οι αγώνες αυτοί δεν είναι παρά ένα είδος Σαββατιάτικου παζαριού ή αν θέλετε µία εµποροπαγήγυρις όπου οι έµποροι βρίσκουν την ευκαιρία να πουλήσουν την πραμάτεια τους. Όπως φάνηκε και από το συμβόλαιο µε το οποίο δεσμεύτηκε η ελληνική επιτροπή για την τέλεση των αγώνων, όλο το πράγμα είναι ένας επιχειρηµατικός τζόγος. Με δεδομένο ότι εκτός από την Ατλάντα όλες οι άλλες πόλεις που ανέλαβαν την τέλεση των λεγόµενων ολυμπιάδων είχαν σηµαντικότατες οικονομικές απώλειες χαι µε επίσης δεδομένη την κατάσταση της ελληνικής οικονοµίας οι μόνοι που θα κερδίσουν από αυτή την εµποροπανήγυρη θα είναι προφανώς οι εργολάβοι. Αυτοί θα αναλάβουν όλα τα κατασκευαστικά έργα, αυτοί θα υπερβούν (όπως σε κάθε δηµόσιο έργο) δύο και τρεις φορές το αρχικό κόστος κατασκευής, αυτοί ..αυτοί…αυτοί.

Όλος ο υπόλοιπος κόσμος, θα κάνουμε ότι κάναμε και στις προηγούμενες λεγόμενες ολυµπιάδες. Θα καθίσουµε αναπαυτικά στην πολυθρόνα µας χαι θα απολαύσουμε το θέαμα. Παρ’ όλες τις “σαφείς” δηλώσεις του πρωθυπουργού ότι τα οικονοµικά βάρη δεν θα τα επωµιστούµε εμείς, όλος ο κόσμος γνωρίζει πως πρόκειται να συμβεί μάλλον το αντίθετο. Σε µία περίοδο που η πατρίδα µας έχει επιτακτική ανάγκη νέων προσανατολισµών (Βαλκάνια, αποκέντρωση….) η επιλογή της τέλεσης αυτών των αγώνων στην Αθήνα (και ΟΧΙ στην Ελλάδα γενικώς) μάλλον απομακρύνει αυτές τις επιλογές.

Ε, λοιπόν, πάει πολύ για όλα αυτά να πληρώνουμε για επτά χρόνια, µέχρι το 2004 και ίσως να αποπληρώνουµε τα χρέη για άλλα τόσα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek