Του Κώστα Χατζηαντωνίου*

Πριν εκατό χρόνια διεξήχθησαν οι εκλογές που έκριναν την μοίρα του νέου ελληνισμού. Οι μοιραίες εκλογές που, με την καταψήφιση του Ελευθερίου Βενιζέλου άνοιξαν τον δρόμο προς την εθνική καταστροφή, την οποία οι κυρίως υπεύθυνοι θα χαρακτήριζαν ως «αναπόφευκτη» για να αποσείσουν τις τεράστιες ευθύνες τους. Ας αφήσουμε προσώρας τις εκτιμήσεις για μιαν επιχείρηση το αποτέλεσμα της οποίας δεν ήταν προδιαγεγραμμένο (η ελαφρά δημογραφική υπεροχή, τότε της Τουρκίας εξισορροπείτο από την στρατιωτική υπεροπλία, την οικονομική υπεροχή αλλά και την διπλωματική ισχύ της Ελλάδας μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1920) κι ας μιλήσουμε για τις εκλογές.
Όταν η αντιπολίτευση τότε, αλλά ακόμη και σήμερα η δεξιά και αριστερή ιστοριογραφία, κάνει λόγο για «δικτατορική διακυβέρνηση» Βενιζέλου την περίοδο 1917- 1920 (ωσάν να μπορούσε να κυβερνηθεί ο τόπος με άψογο συνταγματικό τρόπο, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν και εν μέσω πλήθους φαινομένων υπονόμευσης και ανταρσίας μονάδων), πώς θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι εκλογές όταν τυπικά τον Αύγουστο του 1920 είχε υπογραφεί συνθήκη ειρήνης; Η Βουλή του 1915 είχε συμπληρώσει πεντέμισι έτη λειτουργίας, με τέσσερα αναγκαστικά διατάγματα παράτασης, και ήταν αδύνατη η επ’ αόριστον συνέχιση των εργασιών της, αφού η κεμαλική αντίσταση δεν σταματούσε. Ο Βενιζέλος χρειαζόταν νωπή λαϊκή εντολή είτε για συνέχιση του πολέμου είτε για τον συμβιβασμό. Ας έρθουμε στη θέση αυτού του ανθρώπου, όταν την επαύριον της Συνθήκης των Σεβρών δέχεται δολοφονική απόπειρα από Έλληνες αξιωματικούς και στη συνέχεια δέχεται την πίεση της αντιπολίτευσης (που τον αποκαλεί «τύραννο»), αλλά και των συμμάχων για προσφυγή σε εκλογές. Ο Βενιζέλος, χωρίς ανανέωση της λαϊκής εντολής, ήταν αδύναμος διαπραγματευτικά απέναντι στις πρωτοβουλίες «άσπονδων φίλων», που του έλεγαν κάθε τόσο: «Εσείς, ποιον εκπροσωπείτε, κύριε Βενιζέλε;»
Ο αντιβενιζελισμός μέχρι σήμερα θεωρεί σκόπιμη την προσφυγή του σε αυτές ώστε να απεκδυθεί των ευθυνών. Δίκη προθέσεων δεν μπορεί ασφαλώς να διεξαχθεί, πόσο μάλλον όταν αποδίδονται προθέσεις αναπόδεικτα. Υπάρχουν ωστόσο μαρτυρίες συνεργατών του που αποδεικνύουν ότι δεν μπορούσε να φανταστεί την επερχόμενη ήττα. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η κόπωση του λαού από μια οκταετία πολέμου, αλλά και η δημοκοπία της αντιπολίτευσης (τα συνθήματα «Θα φέρουμε τα παιδιά σας πίσω», οι φωνές «Δεν τα θέλομε», το σχίσιμο των χαρτών της Μεγάλης Ελλάδας από του βήματος της Βουλής, το φοβερό επιχείρημα Μοσχούλα προς τους ψηφοφόρους του: «Και που μεγάλωσε η Ελλάδα, μεγάλωσε εσένα το χωράφι σου;») είχαν τέτοια αποτελέσματα.
Δεν ήταν γεννημένος για δικτάτορας ο Βενιζέλος. Αλλά εκείνη την ημέρα δεν ηττήθηκε ο Βενιζέλος. Εξέπεσε ο Ελληνισμός της αποστολής του, του δικαιώματός του να είναι περήφανος, δυνατός και ανεξάρτητος. Προτίμησε την μοίρα της δημοκοπίας που κρύβει την πραγματικότητα του προτεκτοράτου. Φυσικό λοιπόν ήταν να πανηγυρίζουν και να φωταγωγούν τα τζαμιά τους οι Τούρκοι, να ανακουφίζονται οι κεμαλικοί, να αναθαρρούν οι Οσμανλήδες που ένιωθαν δέος και μόνο στην παρουσία του Κρητικού κυβερνήτη.
Και όμως. Στην Αθήνα κάποιοι πανηγύριζαν, «σ’ ένα ξεχείλισμα πρωτοφανούς προστυχιάς και εκβακχισμού», όπως γράφει στο ημερολόγιό της η εθνική ηγερία Πηνελόπη Δέλτα. Η επάνοδος του Κωνσταντίνου ολοκλήρωσε το έγκλημα, καθώς έδινε το πρόσχημα που επιζητούσαν οι σύμμαχοι για να αποδεσμευτούν από την επιχείρηση στην οποία η ιδιοφυΐα του Βενιζέλου τους είχε εμπλέξει, ενώ στην Αθήνα κραύγαζαν «Έτσι θέλαμε, τον εφέραμε». Και η Δέλτα, με θλίψη και οργή, θα σημειώνει στο ημερολόγιό της (7 και 11 Δεκεμβρίου):
«“Έτσι θέλαμε, τον εφέραμε!” Πέρα, στην Μικρασία κάπου, σε μια σπηλιά όπου είχαν καταφύγει για να κρυφθούν από τους Τούρκους, βρέθηκαν τα πτώματα Ελλήνων, γυναικοπαίδων, σφαγμένα, πριονισμένα. Βρέθηκαν τα αιματωμένα πριόνια, τα κόκκαλα, οι σάρκες. “Έτσι θέλαμε, τον εφέραμε!”…Και με τι δικαίωμα η άμορφη αυτή αγέλη ρίχνει στη σκλαβιά εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες; Με τι δικαίωμα παραιτείται από ελληνικά μέρη; “Δεν τα θέλομε”. Ποιος σας ρώτησε αν τους θέλετε; Και με τι δικαίωμα, Πλακιώτες στενόψυχοι, αποφασίζετε πως δεν θέλετε την ένωση της φυλής; (…) Έτσι για το κόμμα, για το πείσμα, αρνήθηκε (ο λαός της Ελλαδικής Ελλάδας) να μπει στην Πόλη, να λειτουργηθεί στην Αγιά Σοφία κι έχασε την περίσταση να ελευθερώσει τον Πόντο…»

*Ο Κώστας Χατζηαντωνίου είναι δοκιμιογράφος και πεζογράφος

Κώστας Χατζηαντωνίου

2 Σχόλια

  1. Το ότι ο Βενιζέλος δεν έκανε τις εκλογές για να χάσει αποδεικνύεται από το ότι σε κάποιες κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες έκανε νοθεία για να σιγουρέψει τη νίκη. Τα περιγράφει αναλυτικά ο Μαυρογορδάτος στο βιβλίο του για τον εθνικό διχασμό.
    Και γιατί άλλωστε να ήθελε να χάσει, αφού την επομένη των εκλογών η Ελλάδα θα αναλάμβανε την πολιτική διοίκηση της Κωνσταντινουπόλεως. Η αναλογία στρατιωτικών δυνάμεων Ελλάδας – Τουρκίας τον κρίσιμο Μάρτιο του 1921 στη Μικρά Ασία, με αποτελεσματική κινητοποίηση των δυνάμεων του έθνους, θα ήταν 5:1. Ακόμα και τον Αύγουστο του 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ ο ελληνικός στρατός ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον τουρκικό. Το ηθικό των Τούρκων στρατιωτών ήταν γενικά χαμηλό μέχρι το τέλος. Είναι χαρακτηριστικό ότι λιποταξίες Τούρκων προς τον ελληνικό στρατό εκδηλώνονταν μέχρι και τον Αύγουστο του ’22. Το ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών μέχρι και τον Σαγγάριο ήταν εξαιρετικό. Η διαφορά όμως ήταν στο στρατηγικό επίπεδο όπου η υπεροχή του Κεμάλ σε σχέση με τους Παπούλα – Χατζηανέστη ήταν απλά χαοτική.
    Μέχρι κάποιο σημείο ήταν λογικό, επειδή ο ελληνικός στρατός άρχισε ουσιαστικά να δημιουργείται μόλις το 1905 και κυρίως από το 1912. Μέχρι τότε “ξυνόμασταν”. Αλλά η ήττα του Βενιζέλου είχε σαν αποέλεσμα να απομακρυνθούν οι αξιωματικοί που πίστευαν στην Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή είχαν κίνητρο και να αντικατασταθούν από αξιωματικούς που δεν πίστευαν σε αυτήν. Ενδεικτικό της έλλειψης κινήτρου ήταν η άρνηση των ικανών στρατιωτικών της αντιβενιζελικής παράταξης, όπως του Μεταξά και του Δούσμανη να αναλάβουν την ηγεσία της μικρασιατικής στρατιάς. Τελικά την ανέθεσαν σε έναν ανίκανο γιεσμάν που μόλις είχε βγει από τη φυλακή επειδή οργάνωνε κινήματα λιποταξίας, τον Παπούλα. Ο Χατζηανέστης που ανέλαβε μετά τον Μάρτιο του ’22 ήταν εξίσου ανίκανος αλλά και ψυχικά άρρωστος.
    Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Οι Άγγλοι ήταν μαζί μας μέχρι το τέλος και μέχρι και τη συνθήκη της Λωζάνης, που ακόμα τη φυσάνε οι Τούρκοι και δεν κρυώνει, επειδή ενώ συνέτριψαν ολοκληρωτικά τον ελληνικό στρατό και ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε άθλια οικονομική κατάσταση με εκατομμύρια πρόσφυγες που πέθαιναν από αρρώστιες δεν μπόρεσαν να πάρουν πίσω ούτε τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, ούτε την Δ. Θράκη και τη Μακεδονία, που τα είχαν χάσει ελάχιστα χρόνια πριν. Γι’ αυτό σήμερα ο Ερντογάν κατηγορεί τον Κεμάλ και τον Ινονού για τη συνθήκη της Λωζάνης.
    Δεν μας φταίνε οι ξένοι επομένως.

  2. Στεφανος Κορφιατης says:

    ειναι πολλα τα “αν” στη συγκεκριμενη ιστορια, ο,τι και να υποθεσουμε εμεις σημερα ή να φανταστουμε ως ευλογο, δεν μπορει να μας δωσει καθαρη εικονα, το μονο αληθές ειναι οτι η ηνωμενη αντιπολιτευσις ηταν το αισχροτερο μορφωμα της νεοελληνικης πολιτικης ιστοριας (το ξεπερασε σε αισχροτητα μονο το κκε και η συνολη αριστερα απο το 1943 ως σημερα) και οτι το κακο αρχισε με την εμφανιση του διχασμου. ολα τα υπολοιπα ειναι απλα αποχρωσεις και λεπτομερειες αυτων των 2 παραγοντων, προσπαθωντας εμεις σημερα να χρυσωσουμε το χαπι της τραγωδιας που φαινεται οτι μας οδηγει πλεον στην οριστικη εξαφανιση. ειναι απλα θεμα χρονου ο ερντογαν να παρει τα νησια και τα εδαφη που εχασε με τη συνθηκη της Λωζανης. ας προσεχαμε….

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek