Χασάν αλ-Μπάνα, Αιγύπτιος δάσκαλος και ιμάμης, ιδρυτής των «Αδελφών Μουσουλμάνων». (Θαν. 12/2/1949)

της Δρ Άννας Κωνσταντινίδου από την ιστοσελίδα anixneuseis.gr

Ιστορικού- Διεθνολόγου[1]

Η μελέτη του Ισλάμ και των κοινωνιολογικών «παραγώγων» του είναι μία συνθήκη που έπρεπε να είχε απασχολήσει το δυτικό Κόσμο ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν άρχισε σταδιακά η αποαποικιοποίηση των χωρών της Μέσης Ανατολής και η εποίκηση μουσουλμανικών πληθυσμιακών ομάδων σε ευρωπαϊκά περιβάλλοντα. Μία επισταμένη ενασχόληση με το Ισλάμ από διεθνολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και θρησκειολόγους παρατηρήθηκε (σταδιακά) από το 1990 και μετά, όταν διασπάστηκε η Σοβιετική Ένωση, η οποία, όπως διατείνονται οι ειδήμονες των Διεθνών Σχέσεων και της Διπλωματίας, αποτελούσε το μέσο ανάσχεσης τής πολιτικό- ιδεολογικής πτυχής του Ισλάμ προς τα δυτικά περιβάλλοντα.

Παρενθετικά, οφείλουμε να τονίσουμε αυτό. Η Δύση, από το 1923 και εξής, όταν το τουρκικό κράτος οργανώθηκε σε πολιτειακό μόρφωμα και έχοντας αναπτύξει πολιτικό- κοινωνικές σχέσεις μαζί του, διαμόρφωσε τις πολιτικό- διπλωματικές συνθήκες (λχ. υπαγωγή του στους διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς), ώστε να εκλαμβάνεται ως σημειακός εταίρος της. Και όχι μόνο να έχει το ρόλο της συμμάχου, αλλά η γειτονική χώρα μαζί με την πρώην ΕΣΣΔ «βοηθούσαν» τα ισχυρά κράτη της Δύσης, ώστε αυτά να έχουν τη δυνατότητα εφαρμογής μίας παρελκυστικής πολιτικής με βάση τα εκάστοτε συμφέροντά τους στη μεσανατολική περιοχή, χρησιμοποιώντας τις δύο αυτές χώρες (κάτω από διαφορετικό, φυσικά, πλαίσιο) ως κατ’ ουσίαν «μαξιλάρι» για την παρείσφρησή τους στην περιοχή του Κόλπου και περιμετρικά αυτής.

Όταν, λοιπόν, έγινε η διάσπαση της ΕΣΣΔ, τα ομόσπονδα πολιτειακά μορφώματα που ως κυρίαρχο είχαν μία χώρα –εκτός των άλλων- θρησκευτικά και πολιτισμικά ξένη προς αυτά, εύλογο ήταν να καταστούν πιο φανατισμένα σε σύγκριση με άλλα, συνεχίζοντας την «πάλη» τους –παρά την αυτονόμησή τους- ακόμα και έτη αργότερα της Πτώσης του Υπαρκτού Σοσιαλισμού –για τη «διατράνωση» του θρησκευτικού τους αισθήματος, το οποίο είχαν στερηθεί όλες αυτές τις δεκαετίες. Ο εθνοτικός και αποσχιστικός εθνικισμός, μετά τον κατακερματισμό της ΕΣΣΔ, παρατηρείται σε όλο και περισσότερες κοινωνίες, κυρίως, του ανατολικού κόσμου, οι οποίες σε κάποια στιγμή της Ιστορίας τους είχαν διαστρωματωθεί και οργανωθεί σε πλαίσια εθνικού, φυλετικού και κυριότατα θρησκευτικού ετερομορφισμού. Η (παρενθετική) ανάλυση, κάτω από ποια πλαίσια η Σοβιετική Ένωση αποτέλεσε «μαξιλάρι» ανάσχεσης κοινωνικών ιδεολογιών προς τη Δύση, βοηθά στο να κατανοηθεί το πρίσμα στο οποίο διαμορφώθηκαν (ή πιο σωστά) άρχισαν να «εισχωρούν» οι μουσουλμανικές οργανώσεις στα δυτικά περιβάλλοντα.

Καθώς πρέπει να τονιστεί ότι τα κινήματα, έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί στη μεσανατολική περιοχή κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας, μετά το 1990 είτε μετασχηματίστηκαν κοινωνιολογικά είτε οι οργανώσεις που προέκυψαν, προσομοιάζουν ως προς αυτά κάτω από το πλαίσιο της θρησκειολογικής διάστασης (και όχι της θρησκευτικής). Η ιστορική αποτύπωση του κινήματος του Αδελφών Μουσουλμάνων θα καταδείξει αφενός ότι δεν υπάρχει πλήρη γνώση για ένα από τα πρώτα κινήματα της Μέσης Ανατολής αφετέρου ότι η ορολογία για το μουσουλμανισμό που πολλές φορές χρησιμοποιείται στο δημόσιο λόγο από πολλούς επιστήμονες πόρρω απέχει από την πραγματική ετυμολογία.

Προτού αναφερθούμε στην Ιστορία του Κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων, είναι επιβεβλημένο να οριοθετήσουμε την κοινωνιολογική- σημασιολογική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο κίνημα και την οργάνωση, ώστε αναλύοντας το θέμα να κατανοηθεί, ποια διαφορά φέρει η Μουσουλμανική Αδελφότητα πχ. με το Ισλαμικό Κράτος. Το κίνημα είναι η δράση που αποσκοπεί στην αλλαγή του κοινωνικού ή του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, η οργάνωση –συνήθως- εμπνέεται από την ιδεολογία ενός κινήματος, προκειμένου μέσω των μηχανισμών που διαθέτει να λάβει «σάρκα και οστά» μία ιδέα. Είναι τόσο λεπτή η εννοιολογική διάσταση ανάμεσα στο κίνημα και την οργάνωση, που όπως αποδείχτηκε με βάση την Πολιτική Επιστήμη, πολλά κινήματα μετεξελίχθηκαν σε οργανώσεις και πολλές οργανώσεις, λόγω αλλαγής πολιτικών και πολιτειακών συνθηκών, μεταβλήθηκαν σε κινήματα. Μία από τις οργανώσεις αυτές που ενώ θα έπρεπε να εμπνέεται από μία ιδεολογία (επομένως να αποτελεί το μέσο ευόδωσης μίας πολιτικής ή κοινωνικής δράσης), αντίθετα χρησιμοποιήθηκε ως κομματικό αντίβαρο, ήταν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι σε μεταγενέστερο χρόνο στις δεκαετίες που «άνθιζαν» τα κελεύσματα της αποαποικιοποίησης απόκτησαν ιδεολογικό περιεχόμενο (και επομένως μεταβλήθηκαν σε κίνημα).

Υπάρχει μία λανθασμένη ιστορική και κοινωνική αντίληψη, ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα οργανώθηκε στα πλαίσια εξοβελισμού των Βρετανών πατρώνων από το αιγυπτιακό κατεστημένο (και εν γένει των αποικιοκρατών από τα μεσανατολικά πολιτειακά μορφώματα). Ωστόσο, όταν ιδρύθηκαν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι το 1928 στην Αίγυπτο, η χώρα (αν και φαινομενικά, καθώς μέχρι το 1937 βρισκόταν σε καθεστώς έμμεσου προστατευτισμού, λόγω του καθεστώτος των διομολογήσεων) είχε ήδη από το 1923 αποκτήσει την πολιτειακή ανεξαρτησία της. Οπότε, τυπικά, οι Βρετανοί λογίζονταν στο συγκεκριμένο θεσμικό κατεστημένο, όπως και οι υπόλοιπες εγκατεστημένες ομάδες. Ανατρέχοντας στις ιστορικές πηγές (όπως αυτές φυλάσσονται λχ. στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (αρχείο Gallica) στο Ιστορικό Αρχείο του Ελληνικού Υπ.Εξ. ή στο Αρχείο του Ελληνικού Ιστορικού και Λαογραφικού Αρχείου) διαπιστώνεται, ότι η συγκεκριμένη οργάνωση ιδρύθηκε με σκοπό να αποτελέσει από την αιγυπτιακή βασιλική εξουσία, του Φουάτ Α΄, το αντίβαρο απέναντι στον κομματικό μηχανισμό της ΟυάφντΗ Ουάφντ ήταν μία παναραβική οργάνωση, η οποία είχε ιδρυθεί ήδη από τα τέλη του 19ου αι. και στόχο είχε τη συσπείρωση όλων ανεξαίρετα των αραβικών ομάδων (ανεξαρτήτως θρησκεύματος- η πλειονότητα των ηγετικών μελών ήταν Κόπτες Μονοφυσίτες) κάτω από μία φυλετική ιδεολογία, αυτή του Παναραβισμού, προκειμένου την απελευθέρωση της Μέσης Ανατολής από τους δυτικούς αποικιοκράτες.

Τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην ανατολική περιφέρεια (αλλά και σε διεθνές επίπεδο τις δεκαετίες του 1910 και 1920) ανάγκασαν τους Βρετανούς να συναινέσουν στην ανεξαρτητοποίηση της Αιγύπτου (μετά και από κινηματικές επαναστατικές πιέσεις και της ίδιας της Ουάφντ, εκτός των άλλων). Οι Άγγλοι όρισαν ως πρώτο βασιλιά της ανεξάρτητης Αιγύπτου, τον Φουάτ Α΄, επίγονο της γενεάς του Μωχάμετ Άλι (που κάθε άλλο παρά ήταν Αιγύπτιος ή Άραβας). Επομένως, γίνεται αντιληπτό, ότι η ανώτατη εξουσιαστική Αρχή του νέου πολιτειακού μορφώματος δεν έφερε κοινό εθνοφυλετικό υπόβαθρο με την πλειονότητα του γηγενούς πληθυσμού, παρά μόνο θρησκευτικό. Καθώς η διάσταση της θρησκείας ήταν η πιο «εύπεπτη» ιδεολογία για τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα της ανατολικής περιοχής, οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι άρχισαν να οργανώνονται ήδη από τις αρχές του 20ου αι. ως αντίβαρο απέναντι στην παναραβική ιδεολογία, αφού ας μην λησμονούμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία –εκείνη την χρονική περίοδο- ως πολιτειακό περιβάλλον που συνένωνε τους λαούς της ευρύτερης νοτιοανατολικής μεσογειακής περιοχής βρισκόταν υπό θεσμική αποσύνθεση. Και ενώ τα περισσότερα μορφώματα είχαν ένα ιδιόμορφο πολιτειακό σύστημα διακυβέρνησης (καθώς θεσμικά ανήκαν στην Υψηλή Πύλη, ενώ πολιτειακά διοικούνταν από Ευρωπαίο πάτρωνα), η σταδιακή κατάρρευση του Οθωμανικού Κράτους προετοίμαζε τους λαούς να αναζητήσουν την ταυτότητα κάτω από την οποία θα οργάνωναν το νέο πολιτειακό κατεστημένο τους.  Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι μετά τη γαλλική απόβαση του Βοναπάρτη στα τέλη του 18ου αι. και της σημαίνουσας γεωστρατηγικά θέσης της Αιγύπτου, το κράτος του Νείλου λάμβανε την θέση ως ηγετική φυσιογνωμία ανάμεσα στα αραβικά κράτη.

Και ενώ στο αιγυπτιακό μόρφωμα, οι Παναραβιστές στάθηκαν οι πρωτεργάτες για την οργάνωση κινημάτων με σκοπό την ανεξαρτητοποίηση από τον δυτικό παρεμβατισμό, ωστόσο η ανάρρηση στον αιγυπτιακό θρόνο του Φουάτ Α΄ αφενός, αφετέρου η εγκαθίδρυση στο διπλωματικό προσκήνιο του Παλαιστινιακού Ζητήματος (ας μην ξεχνάμε και τη σημερινή σχέση Χαμάς και Μουσουλμανικής Αδελφότητας), αποτέλεσαν καθοριστικής σημασίας γεγονότα/ παράγοντες, προκειμένου την οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων και την σταδιακή επικράτηση του πανισλαμικού ιδεώδους. Ο Χασάν αλ Μπάνα το 1928, υπό την σκέπη του βασιλιά Φουάτ Α΄, ίδρυσε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η οποία άρχισε να «ξεδιπλώνει» τις πολιτικές και ιδεολογικές «παραφυάδες» της σε όλη τη μεσανατολική περιοχή, ιδίως την περίοδο του Μεσοπολέμου, ως μία οργάνωση που στόχο είχε να αποτρέψει την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και ο οποίος στόχος θα επιτυγχανόταν μόνο στην περίπτωση που ο μουσουλμανικός κόσμος (ανεξαρτήτως δόγματος) συνενωνόταν κάτω από τη θρησκευτική «ομπρέλα» ως αντίβαρο του σιωνιστικού κινήματος που προωθούσαν τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. Κάτω από το πλαίσιο αυτό, παρέμεινε λανθασμένα η ιστορική θέση, ότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ιδρύθηκαν με σκοπό την εκδίωξη των Ευρωπαίων από την περιοχή. Αντίθετα, τα δεινά από την  αποικιοκρατία τα χρησιμοποίησαν τεχνηέντως, ώστε να εδραιώσουν τη θέση τους (και την ιδεολογία τους στην περιοχή) έναντι των Παναραβιστών.

Η πανισλαμιστική ιδεολογία των Αδελφών Μουσουλμάνων, έτσι όπως «στοιχειοθετούνταν» μέχρι το 1945, εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να βρει ισχυρή αποδοχή κατά τις μετέπειτα δεκαετίες στον μουσουλμανικό Κόσμο (τον βαθειά δογματικό και για το λόγο αυτό διαχωρισμένο, που αντικατοπτρίστηκε ιδιαίτερα η διάσταση αυτή μέσω της Συνθήκης της Βαγδάτης), καθώς: α. ο πανισλαμισμός των πρώτων και των μέσων δεκαετιών του 20ου αι. είναι η ένωση όλων ανεξαίρετα των μουσουλμανικών ομάδων (χωρίς την επιρροή του δόγματος ή των ταγμάτων), β. οι πανισλαμιστές του Μεσοπολέμου άρχισαν να αναπτύσσουν σχέσεις με το Σοβιετισμό (μία ιδεολογία που επειδή στόχευε στην ταξική δόμηση των ομάδων, εκ των πραγμάτων, δεν υπήρχε ως θέση στις ιερές διδαχές του Κορανίου), γ. ο Νάσερ με την ανάρρησή του στην εξουσία το 1955 επανάφερε (ή πιο σωστά) έδωσε «σάρκα και οστά» στη διάσταση του Παναραβισμού, έτσι όπως η ιδεολογία αυτή είχε αναπτυχθεί στις αρχές του 20ου αι. Ο Αιγύπτιος Πρόεδρος, ως μία ιδιαίτερα οξύνους πολιτική προσωπικότητα, είχε κατανοήσει ότι η Δύση αναπτύχθηκε ταχύτατα, καθώς τα πολιτειακά μορφώματα που την αποτελούσαν, είχαν οργανωθεί στις αρχές του εθνοτισμού/ φυλετισμού.

Ωστόσο όμως, η αποαποικιοποίηση της Μέσης Ανατολής σε συνδυασμό με τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους αποτέλεσαν γενεσιουργές αιτίες, ώστε οι ανατολικές κοινωνίες κατά τις δεκαετίες (μέσα) 1960 και 1970 να επανέλθουν σε ιδεολογίες (ακραίου) θρησκευτικού περιεχομένου ως αντίβαρο στην Δύση (του σιωνιστικού –διπλωματικά- προσήμου) . Τότε, ήταν που οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι (που έχοντας περιθωριοποιηθεί αφενός από τη δημόσια πολιτική σκηνή της Αιγύπτου από την εποχή του Νάσερ, αφετέρου από τις υπόλοιπες αραβικές κοινωνίες, οι οποίες τους εκλάμβαναν ως κίνημα που «εξίσωνε» τα δύο μεγάλα θρησκευτικά δόγματα του Ισλάμ), αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν στη ρητορική τους μία πιο δογματική αντίληψη, ώστε να ξαναποκτήσουν ρόλο στα κοινωνικά περιβάλλοντα της περιοχής. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να κάνουμε μία επισήμανση, καθώς αρκετά συχνά ακούγεται στο δημόσιο διάλογο να λέγεται και να υποστηρίζεται από πολιτικούς επιστήμονες και διεθνολόγους, ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα είναι σαλαφιστική.

Ο σαλαφισμός είναι η παραδοσιακή ερμηνεία του Κορανίου, έτσι όπως παραδόθηκε από το Μωάμεθ και υιοθετήθηκε από τις μουσουλμανικές κοινωνίες μέχρι τον 9ο αι. Αντίθετα, η Μουσουλμανική Αδελφότητα, έχοντας αναπτυχθεί στην αιγυπτιακή κοινωνία ως μία ιδεολογική κίνηση με θρησκειολογικό χαρακτήρα και όχι στη βάση ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού δογματικού προφίλ, καθώς όπως αναφέραμε ήδη κύριοι στόχοι ήταν αφενός η δημιουργία διασύνδεσης ανάμεσα σε λαό και Αιγύπτιο βασιλιά αφετέρου δε, καθώς αναπτύχθηκε σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία ο σιωνισμός ως φιλοσοφική ιδεολογία του Ιουδαϊσμού «εισχωρούσε» τόσο στις ανατολικές όσο και τις δυτικές κοινωνίες, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι εμφανίστηκαν ως οι αντίστοιχοι ιδεολόγοι του Ισλαμισμού στη Μέση Ανατολή. Το ότι αναγκάστηκαν μετά τη δεκαετία του 1960 να υιοθετήσουν και πιο δογματικής διάστασης χαρακτηριστικά στην ιδεολογία που ήδη πρέσβευαν, αυτό σε καμία περίπτωση δεν τους καθιστά σαλαφιστές.

Τελειώνοντας θα πρέπει να κατανοήσουμε αυτό. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτελούν ένα κίνημα που προσπάθησε διαχρονικά να συγκεράσει τη μουσουλμανική (σε φιλοσοφικά ερείσματα) θεωρία με τις εναλλαγές στον κοινωνισμό των μουσουλμανικών Πολιτειών. Το γεγονός αυτό καθίσταται σαφές από δύο γεγονότα, ένα πολιτικό και ένα κοινωνικό. Το πολιτικό είναι, ότι οι σαλαφιστές δεν επιδιώκουν ανάρρηση στην πολιτική εξουσία, αντίθετα δε, η Μουσουλμανική Αδελφότητα ανέκαθεν έδρασε ως κομματικός σχηματισμός. Για το λόγο αυτό, όταν το 2011 ιδρύθηκε η Αραβική Άνοιξη στην Αίγυπτο, μία οργάνωση με σαλαφιστικό περιεχόμενο, έσπευσε η αιγυπτιακή Αρχή (ο τότε Πρόεδρος και μέλος των Αδελφών Μουσουλμάνων, Μόρσι) να την προσεταιριστεί, προκειμένου να προσελκύσει τις αιγυπτιακές σαλαφιστικές ομάδες, δηλαδή τους μουσουλμάνους με θρησκευτικό (παραδοσιακό) δογματισμό. Το κοινωνικό στοιχείο που αποδεικνύει ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα αποτελεί ένα ιδεολογικό κίνημα με πανισλαμιστικά και όχι σαλαφιστικά χαρακτηριστικά εντρυφεί στο γεγονός ότι μέσω κοινωνικών και μορφωτικών ιδρυμάτων προσπαθεί να εισχωρήσει σε όλες τις αραβικές κοινωνίες, πρεσβεύοντας κυρίως την αναγκαιότητα συνένωσης όλων των μουσουλμανικών ομάδων, προκειμένου να αποτελέσουν το θρησκευτικό- ιδεολογικό αντίβαρο απέναντι στη Δύση.

Διαβάστε επίσης:

Ισλάμ και Παγκοσμιοποίηση, του Γιώργου Καραμπελιά

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Άννα Κωνσταντινίδου, (2017), ο ρόλος της Ελληνικής Παροικίας στην Αίγυπτο- Η Έξοδος και το Αιγυπτιακό Ζήτημα, Θεσσαλονίκη: Κ&Μ. Σταμούλη

της ίδιας, (2019), Το Ισλάμ και το ενεργειακό ζήτημα στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, Θεσσαλονίκη: Σταμούλη- Χαρπαντίδη

Ιωάννου Θ. Μάζη, (2012) Γεωγραφία του Ισλαμιστικού Κινήματος στη Μέση Ανατολή, γ’ έκδοση, Αθήνα: Παπαζήσης

του ιδίου, (2000), Μυστικά Ισλαμικά Τάγματα και πολιτικό- οικονομικό Ισλάμ στη σύγχρονη Τουρκία, β΄έκδοση, Αθήνα: Προσκήνιο

Γιώργος Καραμπελιάς, (2001), Ισλάμ και Παγκοσμιοποίηση- η θανάσιμη διελκυνστίδα, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Αλέξης Ηρακλείδης, (2002), Εθνικισμός και ενδοκρατικές συγκρούσεις: το φαινόμενο του αποσχιστικού εθνικισμού, στο Σύγχρονα Προβλήματα των Διεθνών Σχέσεων- Κρατική Κυριαρχία: απειλές και προκλήσεις, Αθήνα: Ι. Σιδέρης

[1] Η Δρ Άννα Κωνσταντινίδου είναι Ιστορικός- Διεθνολόγος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, στην οποία εργάζεται ως ερευνήτρια. Είναι εξωτερική συνεργάτιδα της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου και επιστημονική συνεργάτιδα στο Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek