Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από το slpress.gr

Οι προσπάθειες να προστατευτούν με την βοήθεια μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες ή μειονότητες που αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικού αποκλεισμού, είναι εκ των ουκ άνευ σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Τα προβλήματα με τις εν λόγω επιτροπές ξεκινούν ως συνήθως με την επιλογή των προσώπων με το αναγνωρισμένο “expertise” που τις συγκροτούν, όπως γίνεται και με τον επιστημονικό ορισμό εννοιών, ιδιαίτερα εκείνων που εμπεριέχουν “εκρηκτικό” περιεχόμενο, όπως για παράδειγμα με την “ισλαμοφοβία” και με την ενδεχόμενη χρήση τους για “αλλότριους σκοπούς”.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας αμφιλεγόμενης επιλογής προσώπων σε ένα πολύ σημαντικό φορέα θεωρείται και η πρόσφατη απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης για τη σύσταση της δωδεκαμελούς “Ανεξάρτητης Ομάδας Εμπειρογνωμόνων κατά της αντιΜουσουλμανικής Εχθρότητας” (Unabhängige Expertengruppe gegen Muslimfeindlichkeit / UEM), ένα παράδειγμα που δείχνει σε πιο βαθμό πλέον το πολιτικό Ισλάμ έχει εγκατασταθεί σε δημοκρατικούς θεσμούς της Δύσης.

Η επιλογή των μελών της εν λόγω επιτροπής προκαλεί σε πολλούς κύκλους μεγάλα ερωτηματικά, καθώς μέχρι τώρα σχεδόν όλα τα μέλη της έχουν δείξει διαφορετικές προθέσεις και επιδιώξεις, από αυτές της κοινωνικής ενσωμάτωσης που επιδιώκει η γερμανική κυβέρνηση. Οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς διαπλέκονται με οργανισμούς και φορείς που σχετίζονται με πολιτικά κόμματα, ακόμα και εκτός Γερμανίας.

Κρατικές επιχορηγήσεις κατά της “ισλαμοφοβίας”

Χαρακτηριστικά παραδείγματα το μέλος της επιτροπής Nina Mühe, εκπρόσωπος της οργάνωσης “CLAIM” (“Συμμαχία κατά της εχθρότητας στο Ισλάμ και στους Μουσουλμάνους”), που κατηγορείται ευθέως για συνεργασία με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, αλλά και με την τουρκική εξτρεμιστική οργάνωση “Millî Görüş”, το “μακρύ χέρι” του Ερντογάν στη Γερμανία.

Σκοτεινή παραμένει ακόμα και η ίδρυση, αλλά και η διοίκηση της “CLAIM”, που αποτελεί συνέχεια της ένωσης “Inssan”, μιας οργάνωσης που το γερμανικό “Γραφείο Προστασίας του Συντάγματος” την κατατάσσει στο ευρύτερο δίκτυο των οργανώσεων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Επισήμως, η “CLAIM” αποτελεί μια συμμαχία πολλών οργανώσεων που έχουν θέσει ως στόχο να επηρεάσουν τα πολιτικά δρώμενα της Γερμανίας, στην καταπολέμηση του «αντιμουσουλμανικού ρατσισμού», λαμβάνοντας επιχορηγήσεις και από το γερμανικό κράτος.

Μέχρι σήμερα το “CLAIM” χρηματοδοτήθηκε με ένα ποσό άνω των 300.000 ευρώ από τα προγράμματα “Democracy Life” και “Mercator Foundation”, ενώ θα λάβει και άλλα 1.050.000, στο πλαίσιο του “Democracy Life”, με άμεση υποστήριξη από το Υπουργείο Οικογένειας και του νεοσυσταθέντος δικτύου “Kompetenznetzwerk Islam- und Muslimfeindlichkeit”.

Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί “κοσμικοί” ισλαμιστές ακολουθούν μια προσφιλή τακτική πολλών οργανώσεων, που βρίσκονται κοντά στους Αδελφούς Μουσουλμάνους και η οποία φαίνεται πως αποδίδει καρπούς. Την απόκτηση δηλαδή πολιτικής υποστήριξης μέσω του «αγώνα για την καταπολέμηση της υπάρχουσας ισλαμοφοβίας και της εχθροπάθειας κατά του Ισλάμ», έτσι ώστε να προσκομίσουν περισσότερη επιρροή και νομιμοποίηση.

Ανεπιθύμητη η κριτική στο πολιτικό Ισλάμ

Μια καλύτερη ανάγνωση των δραστηριοτήτων της “CLAIM” δείχνει όμως ότι η βασική επιδίωξή της οργάνωσης δεν είναι τόσο η καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων, όσο ο “εξωραϊσμός” του Ισλάμ και κυρίως η δυσφήμηση οποιουδήποτε ασκεί κριτική στο πολιτικό Ισλάμ και στον ισλαμισμό. Για αυτό και ο ορισμός του “αντιισλαμικού ρατσισμού” έχει διευρυνθεί με τρόπο ώστε να περιλαμβάνεται και η έννοια της “ισλαμοφοβίας”, ακόμα και της γενικής κριτικής στο Ισλάμ, όπως και η θέση ότι το Ισλάμ σχετίζεται με θέματα ασφαλείας.

Όσοι θεωρούν ότι το Ισλάμ αποτελεί για κάποιους λόγους σοβαρή απειλή για τη Δύση περιθωριοποιούνται και δυσφημούνται συστηματικά, με την ετικέτα του «αντιμουσουλμανικού ρατσισμού». Για την “CLAIM” ακόμη και οι «γενικές κρίσεις» για το Ισλάμ ή τους Μουσουλμάνους πρέπει ν΄ αποφεύγονται, μία ακατανόητη για πολλούς απαίτηση, όταν στον δυτικό πολιτισμό η κριτική στον Χριστιανισμό και γενικότερα στις θρησκείες αποτελεί κάτι το αυτονόητο.

Στον ίδιο κύκλο περιλαμβάνεται κι ένα άλλο μέλος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων, ο Αυστριακός Φαρίντ Χαβέζ, ο οποίος εκτός από στενός συνεργάτης του “CLAIM” είναι και συγγραφέας της επίσημης ετήσιας έκθεσης για την ισλαμοφοβία . Ο Χαβέζ έχει κατηγορηθεί ότι στις εκθέσεις του, όχι μόνο προσπαθεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη υπέρ του Ισλάμ, αλλά πως καταγγέλλει τους επικριτές της τουρκικής κυβέρνησης και τους ακτιβιστές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, ως «ισλαμοφοβικούς και ρατσιστές».

Τα τελευταία χρόνια η έκθεσή του για την ισλαμοφοβία, η οποία δημοσιεύεται για λογαριασμό του ιδρύματος “SETA” που είναι συνδεδεμένο με το κόμμα του Ερντογάν, χρηματοδοτήθηκε και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τον Χαβέζ ακόμη και η απλή χρήση του όρου πολιτικό Ισλάμ ή η ίδρυση ενός “Κέντρου Τεκμηρίωσης για το πολιτικό Ισλάμ” που έγινε πρόσφατα στην Αυστρία, αποτελούν δείγματα «ισλαμοφοβικού ρατσισμού» και «εχθρότητας απέναντι στους μουσουλμάνους».

Τα ΜΜΕ ευθύνονται για την ισλαμοφοβία!

Διορισμένος στην σχετική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων είναι και ο ομοϊδεάτης του και συνεργάτης της “CLAIM” καθηγητής Κάι Χαφέζ. Έχει ενδιαφέρον που για τον επικοινωνιολόγο Κάι Χαφέζ το πρόβλημα επικεντρώνεται περισσότερο σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης που δεν ενημερώνουν σωστά την κοινή γνώμη για το τι πραγματικά πρεσβεύει το Ισλάμ και λιγότερο στην ύπαρξη της ισλαμικής τρομοκρατίας, των σαλαφιστών, των παραστρατιωτικών ισλαμικών ομάδων που πολεμούν σε διάφορα πολεμικά μέτωπα ή η καταπίεση των γυναικών στο όνομα του Ισλάμ.

Όπως μάλιστα ισχυρίζεται η πλειονότητα των Γερμανών είναι «ευάλωτη στην ισλαμοφοβία» επειδή έχει λανθασμένη γνώση του Ισλάμ. Προκειμένου μάλιστα να μειωθεί ο αντιμουσουλμανικός ρατσισμός, προτείνει τα μέσα ενημέρωσης να περιοριστούν σε αναφορές που προάγουν μόνο την θετική εικόνα του Ισλάμ!

Ανάλογες απόψεις εκφράζουν και άλλα μέλη της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων και του “CLAIM”, όπως η καθηγήτρια Ιμάν Άττια, η οποία και ανέδειξε τον όρο «αντιμουσουλμανικός ρατσισμός» (“Antimuslimischer Rassismus / AMR”). Με αυτήν την έκφραση επιδιώκεται, σκοπίμως, να τονιστεί ότι ολόκληρη η δομή της γερμανικής κοινωνίας διαπερνάται από συστηματικό ρατσισμό εναντίον των μουσουλμάνων.

Σύμφωνα μάλιστα με την Άττια, στον δημόσιο διάλογο παρατηρείται μια αυξημένη «δαιμονοποίηση των μουσουλμάνων», με αποτέλεσμα να τους περιβάλλει γενικώς ένα ρατσιστικό «αρνητικό πρόσημο» (“Othering”). Σε συνέντευξή της μάλιστα, η Άττια θεωρεί ότι κάθε μορφή κριτικής του Ισλάμ είναι περιττή, ισχυριζόμενη ότι σύμφωνα με την «Θεωρία του Κριτικού Ρατσισμού» (Kritischen – Rassismus – Theorie/CRT) οι Μουσουλμάνοι είναι πάντα θύματα μια «ανισορροπίας καταμερισμού ισχύος», που προκαλεί διακρίσεις σε βάρος τους.

Τα ίδια ισχύουν και για άλλα μέλη της επιτροπής της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων, όπως οι Yasemin Shooman Karima Benbrahim, Karim Fereidooni και Ökzan Karadeniz, οι οποίοι ασπάζονται απόψεις μιας «κοσμοθεώρησης μετααποικιακού πολιτιστικού σχετικισμού» (“postkoloniale kulturrelativistische Weltanschauung”), σύμφωνα με την οποία, ακόμα και οποιαδήποτε μορφή κριτικής στο Ισλάμ, να θεωρείται «αντιμουσουλμανικός ρατσισμός» και «φορέας ακροδεξιού εξτρεμισμού».

«Το Ισλάμ ανήκει στη Γερμανία»

Επί της ουσίας, είναι καταφανές ότι όλοι τους προσβλέπουν στην επικράτηση ενός δημόσιου διαλόγου υπέρ του Ισλάμ, με την χρησιμοποίηση ακόμα και κρατικών θεσμών. Για πολλούς αναλυτές η απόφαση του Γερμανού υπουργού εσωτερικών Χορστ Ζέεχοφερ για την συγκρότηση Ομάδας Εμπειρογνωμόνων με την συγκεκριμένη σύνθεση, μεταξύ άλλων, δείχνει ότι το πολιτικό Ισλάμ έχει διεισδύσει για καλά στα “βαθιά νερά” της χριστιανικής Ευρώπης.

Σε μια περίοδο που ο διάλογος για το που πραγματικά αποσκοπεί το πολιτικό Ισλάμ έχει κορυφωθεί, ο φόβος να χαρακτηριστεί κάποιος “ισλαμόφοβος” και “ρατσιστής” έχει φτάσει και στα υπουργικά έδρανα, ιδιαίτερα στις κοινωνίες που αυτοχαρακτηρίζονται «ανοιχτές». Πρόκειται για μια εξέλιξη των τελευταίων χρόνων.

Μία εξέλιξη που έχει σαν αποτέλεσμα “κοσμικοί” ισλαμιστές με “σκοτεινές” διασυνδέσεις και στόχους να αποκτούν μεγάλη πολιτική επιρροή και να βρίσκουν πάντοτε “ανοιχτές πόρτες” προς την εκτελεστική εξουσία. Είναι προφανές ότι με τον τρόπο αυτό και με προσωπείο τον δημοκρατικό διάλογο, ένα κρατικό όργανο μιας δυτικής χώρας γίνεται όργανο ισλαμικών οργανώσεων, που κυριαρχούν αντιδραστικά και άκρως συντηρητικά στοιχεία.

Στόχος, όπως ισχυρίζονται πολλοί επικριτές της πρωτοβουλίας της γερμανικής κυβέρνησης, είναι πως με βάση την έννοια του «αντιμουσουλμανικού ρατσισμού», να προστατευτούν με όλα τα δυνατά μέσα το Ισλάμ και οι ισλαμικές οργανώσεις από οποιαδήποτε κριτική, να διασφαλιστεί η κρατική υποστήριξή τους και να επιβληθεί μια φιλομουσουλμανική ρητορική στο δημόσιο διάλογο. Η αρχή θα είναι το αίτημα της αμφιλεγόμενης αυτής επιτροπής για επέκταση των όποιων προνομίων της Εκκλησίας και στις ισλαμικές ενώσεις, με την κατάργηση του “νόμου ουδετερότητας”.

Ήδη, η “φιλομουσουλμανική” στροφή που έκανε τα τελευταία χρόνια το πλέον επικριτικό με το Ισλάμ κόμμα της συμπολίτευσης, η βαυαρική Χριστιανοσοσιαλιστική Ένωση (CSU), είναι σαφής και ενδεικτική. Άλλωστε, όπως παραδέχεται και η γερμανική ελίτ με πρώτη την καγκελάριο Μέρκελ, «το Ισλάμ ανήκει στη Γερμανία» και άπαντες πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Βασίλης Στοϊλόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek