από το Άρδην τ. 40-41, Ιανουάριος-Μάρτιος 2003

Αφού το κοινοβουλευτικόνσύστημααπέτυχεν ως πολιτειακή σύνθεσις των δυνάμεων του έθνους, ιδιαιτέρως δε του Ελληνικού έθνους, είνε φυσικόν να προσπαθήση τούτο ν’ ανεύρη, αλλού τον δρόμον του δια την περαιτέρω σταδιοδρομίαν. Αφού ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν ηδυνήθη να μας δώση από πολιτειακής απόψεως τίποτε καλήτε-ρον του κοινοβουλευτισμού, είνε φυσικόν να επανέλθωμεν εις την Κοινότητα, εις την ιδικήν μας, την ντόπια στοιχειώδη πολιτειακήν οργάνωσιν, και εξ αυτής ν’ αναχωρήσωμεν δια την περαιτέρω εξέλιξίν μας. Είνε αληθές ότι η Κοινότης, υπό την μορφήν που παρουσιάζετο προ του ’21 και υπό την μορφήν που υπάρχει ακόμη σήμερον εις τας νέας χώρας, δεν δύναται να ικανοποιήση όλας τας σημερινός ανάγκας της ζωής. Είνε ανάγκη η Κοινότης αυτή να ευρύνη τον κύκλον της δράσεώς της, να επεκτείνη τα όρια της δικαιοδοσίας της, ν’ ανακαινισθή εις πολλά σημεία, ακόμη και να τροπο-ποιήση τας μεθόδους της. Οπωσδήποτε όμως και αν έχη το πράγμα, αυτή θα είνε το όργανον δια του οποίου ο λαός θα κατορθώση να λάβη εκ νέου ενεργόν μέρος εις την πολιτικήν ζωήν (λέγοντες πολιτικήν ζωήν την εννοούμεν υπό την ευρυτέραν δυνατήν σημασίαν).

Αλλά δι’ εκείνους που δεν έχουν γνώσιν της έννοιας που δίδομεν εις την λέξιν “Κοινότης”, πρέπει να διασαφίσωμεν ότι δεν ενοούμεν την σημερινήν επίσημον κοινότητα, την ανεγνωρισμένην υπό του Κράτους, διότι αυτήν δεν την θεω-ρούμεν ως ζωντανόν οργανισμόν. Την θεωρούμεν ως την τε-λευταίαν βαθμίδα της κρατικής διοικητικής ιεραρχίας. Διότι, εις την επίσημον αυτήν κοινότητα, το Κράτος ουδεμίαν πρω-τοβουλίαν ενεργείας αφίνει, την θεωρεί ως υπάλληλον αυτού, υπάλληλον υφισταμένην του Νομάρχου και του υπουργείου των Εσωτερικών και αυτών τας διαταγάς εκτελούσαν. Με την λέξιν “Κοινότης” άλλην εντελώς κοινότητα ενοούμεν Έχομεν υπ’ όψει την Κοινότητα εκείνην που αποτελείται από την γενικήν συνέλευσιν των κατοίκων ενός χωρίου (ή μιας συνοικίας της πόλεως ή έστω μιας επαγγελματικής τάξεως). Την Κοινότητα εκείνην που εκλέγει μόνη της τους άρχοντάς της, που δεν έχει καμμίαν άμεσον από το Κράτος εξάρτησιν.

Δια της Κοινότητος εννοούμεν ν’ αναστήσωμεν τας Γενικός Συνελεύσεις των κατοίκων του χωριού και της πόλεως. Εννοούμεν ν’ ανασυστήσωμεν την Εκκλησίαν του Δήμου. Βεβαίως εις τους σημερινούς μεγάλους κρατικούς οργανισμούς, είνε δύσκολον να συνέρχεται όλος ο λαός ο αποτελών το Κράτος και ν’ αποφαίνεται το περί των γενικών ζητημάτων. Αλλά διατί να μη συνέρχεται και αποφαίνεται περί των τοπικών; Διατί να μη συνέρχεται και συζητή περί των ζητημάτων που τον αφορούν αμέσως; Διατί να μην συνέρχεται και εκλέ-γη τους τοπικούς του άρχοντας; Διατί να μην έχη το δικαίωμα να επιδοκιμάζει ή καταδικάζη τους άρχοντας τούτους;

Ανασυνιστώντες τας γενικός ταύτας συνελεύσεις των κατοίκων, ουδόλως νομίζομεν ότι δια της ανασυστάσεως ταύτης θα λυθούν όλα τα ζητήματα του λαού, έστω και τα τοπικά μόνον. Δεν προβάλλομεν την Κοινότητα ως πανάκειαν. Αλλά την θεωρούμεν ως το μόνον όργανον δια του οποίου το άτομον θα επικοινωνήση με το σύνολον. Το όργανον που θα κόμη το άτομον να γείνη πολίτης, που θέλοντας και μη, θα τον αναγκάση να εξέλθη των στενών ορίων των ατομικών του βλέψεων και συμφερόντων και θα προσανατολισθή προς τους πλατυτέρους ορίζοντας της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Τα ζητήματα του λαού πόρρω θ’ απέχουν από του να λυθούν και ν’ αντιμετωπισθούν ακόμη δια μόνης της εμφανίσεως του νέου οργανισμού, της Κοινότητος. Αλλά τα ζητήματα ταύτα, δια της δημιουργίας των Κοινοτήτων, θα τεθούν. 0α τεθούν αναγκαστικώς προ των οφθαλμών των ατόμων, και κατ’ ανάγκην θα λάβουν την άγουσαν της επιλύσεως. Και είνε φυσικόν τότε, όταν κάθε τοπικόν ζήτημα ξεφύγη από τα χέρια της γραφειοκρατικής υπαλληλίας του κράτους και τεθή εις τον κύκλον της πραγματικής του υπάρξεως, εις τον κύκλον της Κοινότητος, είνε φυσικόν, λέγομεν, να παρουσιασθή προ των ομμάτων των πολιτών οποίον πραγματικώς είνε. Τότε θα φανούν καθαρά ποία είνε τα πραγματικά εμπόδια της επιλύσεως του. 0α φάνουν ποίοι μεταξύ των αποτελούντων την Κοινότητα έχουν συμφέροντα αντίθετα προς την επίλυσιν αυτού. Και τότε το πρόβλημα θα γίνη δια τον λαόν Απλούστερον, θα γνωρίζει ο λαός ό,τι δια να λύση εν οιονδήποτε ζήτημά του δεν θα έχη ν’ αγωνισθή εις την ασαφή και ακαθόριστο ν και απροσπέλαστον δι’ αυτόν μεγάλην παλαίστραν του Κράτους. Δεν θα έχη πλέον να τα βάλη με Νομάρχας και Εισαγγελείς και Βουλευτάς και Υπουργούς. Άλλα θα έχη ν’ αγωνισθή εντός των ορίων του χωρίου του, εις την γνωστήν παλαίστραν της Κοινότητος του εναντίον όλων εκείνων των φανερών εχθρών του. Και το πρόβλημα δι’ αυτόν θα γείνη ευκολώτερον.

Τότε μοιραίως θα γίνη εντός των Κοινοτήτων η πάλη των καλών προς τους κακούς, των ηθικών προς τους ανήθικους, των ψυχικώς ανωτέρων προς τους ψυχικώς κατωτέρους, των πιεζόμενων προς τους πιέζοντας και εκμεταλλευτάς. Και η πάλη αυτή είνε απόλυτος ανάγκη να γίνη. Και θα γίνη πολλάκις φοβερά και άγρια και αιματηρά. Αλλά μόνον έτσι, μόνον δια της αιματηρός καθάρσεως είνε δυνατόν να προοδεύση ο λαός-έστω και κατά εν μόνον βήμα. Μόνον έτσι θα γίνη η πραγματική κύρωσις των ηθικών αξιών. Αυτήν την κύρωσιν που ζητεί η σημερινή Επανάστασις να επιτύχη δια της καταδίκης των εγκληματιών του έθνους, ημείς, θέλομεν να γίνη μέσα σε κάθε χωριό της Ελλάδος. Διότι οι Γουνάρηδες και οι Στράτοι, δεν ξεφύτρωσαν μόνοι τους. Ξεφύτρωσαν διότι εις κάθε Ελληνικό χωριό υπάρχουν οι μικροί Γουναροστραταίοι που δηλητηριάζουν την ψυχήν του λαού. Και ο λαός είνε ανίσχυρος να τους στιγματίση και τους τι-μωρήση διότι του δένονται τα χέρια.

Γνωρίζομεν πολύ καλά ποίον θα είνε το πρώτον επιχείρημα που θα αντιταχθή εις την ιδέαν της αναδημιουργίας των Κοινοτήτων, θα μας είπουν ότι εις τα χωριά θα επικρατήσουν οι δημαγωγοί και οι επιτήδειοι. Ναι, είνε βέβαιον αυτό, ότι εις πολλά χωριά υπάρχει φόβος να επικρατήσουν αυτοί. Αλλά το επιχείρημα τούτο, αντί ν’ αποτελή ενίσχυσιν της αντιθέτου γνώμης, έρχεται τουναντίον να επικυρώση την ίδικήν μας. Διότι, τι σημαίνει ότι θα επικρατήσουν οι επιτήδειοι και οι δημαγωγοί; Σημαίνει ακριβώς ότι απενεκρώθη το πολιτικόν αισθητήριον του λαού. Σημαίνει ότι ο λαός είνε ακόμη ψυχικώς δούλος των επιτηδείων και των δημαγωγών. Μήπως άλλως τε σήμερον δεν επικρατούν αυτοί οι ίδιοι; Και με ποίον τρόπον θ’ απαλλαγή ο λαός απ’ αυτών; Μήπως με την σημερινήν πολύπλοκον κρατικήν μηχανήν και με την μπλόφαν του Κοινοβουλίου; Όχι χιλιάκις όχι. Μόνον όταν ο λαός λάβη την ελευθερίαν την κοινοτικήν, μόνο όταν του λυθούν αι δεσμευμένοι χείρες, θα αρχίση να σκέπτεται περί απαλλαγής του από των επιτηδείων εκμεταλλευτών και δημαγωγών. Άλλως τε, εφ’ όσον ο λαός δεν γίνη ικανός ν’ απαλλαγή από τους επιτηδείους του χωρίου του, πώς έχομεν την άξίωσιν να μη γίνεται αντικείμενον εκμεταλλεύσεως των μεγάλων αφεντάδων του, των βουλευτών και των Υπουργών;

Αλλ’ εφαντάσθησαν μερικοί φίλοι μας ότι την ανασύστα-σιν των Κοινοτήτων την εννοούμεν ως μίαν παραχώρησιν του Κράτους, ως μίαν κοινοτικήν αποκέντρωσιν παραχωρουμέ-νην από τό Κράτος; “Ότι δηλαδή μίαν ωραίαν πρωίαν θα έλθη ένας οιοσδήποτε υπουργός των Εσωτερικών, θα καταρτίση εν νομοσχέδιον και θα το υποβάλη εις την Βουλήν, ήτις θα δώση την ψήφον της δια να παραχωρηθούν ωρισμένα δικαιώματα εις τας Κοινότητας. Ήδη μάλιστα δυο κόμματα, το Δη-μοκρατικόν και το Αγροτικόν, έβαλαν εκ των πρώτων εις το πρόγραμμά των μίαν τοιαύτην μεταρρύθμισιν. Εάν τοιαύτη τις επρόκειτο να γίνη μεταβολή, ασφαλώς ούτε κατά μίαν κεραίαν θα προήγετο το ζήτημα. Ίσως άλλοι δεν θα ελάμβα-νον γνώσιν του ζητήματος από τον Υπουργόν που θα εισηγείτο του νομοσχεδίου. Την αναδημουργίαν των Κοινοτήτων την φανταζόμεθα ως μίαν κίνησιν μέλλουσαν να προέλθη εξ αυτού του λαού. Όταν ο λαός διαφωτισθή περί της δυνατότη-τος της κοινοτικής αυτοδιοικήσεως, όταν αρχίση ολίγον κατ’ ολίγον εμπράκτως να εφαρμόζη την ιδέαν της γενικής συνελεύσεως, όταν δια των ιδίων δυνάμεων αρχίση να επιλαμβάνεται της επιλύσεως των ζητημάτων του, όταν αρχίσουν να γεννώνται εις τα άτομα αι ευγενείς πλέον φιλοδοξίαι της χρηστής διαχειρήσεως των κοινών, τότε μόνον θα συντελεσθή το πρώτον βήμα δια την πραγμάτωσιν της ιδεολογίας της Κοινότητος. Δια τούτο αποδίδομεν μεγίστην σημασιαν εις τους υπάρχοντας Γεωργικούς Συνεταιρισμούς και εις τας λειτουργούσας έτι Κοινότητας των Νέων χωρών. Διότι οι Γεωργικοί Συνεταιρισμοί αποτελούν, εν τω κύκλω τω οικονομικοί), πραγμάτωσιν της ιδέας ταύτης. Διότι αι Κοινότητες των Νέων Χωρών αποτελούν το έμ-βρυον και την βάσιν της νεωτέρας Κοινότητος.

Βεβαίως, όταν αρχίση να δημιουργήται η κοινοτική ζωή, το Κράτος δύναται και πρέπει να συμβάλη εις την διευκόλυνσίν της- πρέπει τουλάχιστον να μη παρεμβάλη προσκόμματα εις την ανάπτυξίν της. Άλλα και άνευ του Κράτους και εναντίον του Κράτους, το ξύπνημα του λαού θα κάμη τον δρόμον του. Εάν το Κράτος θέληση να παρεμβάλη προσκόμματα εις την κοινοτικήν ανάπτυξίν δεν θα είνε η Κοινότης που θα έξέλθη ηττημένη εκ του αγώνος. “Όταν μια φορά αφυπνισθούν αι συνειδήσεις, ουδεμία δύνα-μις είνε ικανή ν’ ανακόψη τον δρόμον των. Τον αγώνα λοιπόν της Κοινοτικής ελευθερίας τον εννοούμεν ως μέλλοντα να συντελεσθή κατ’ αρχάς εντός των ορίων του σημερινού Κράτους, είτε του τελευταίου τούτου ανεχομένου αυτόν, είτε μη. Κατόπιν δε, όταν αι Κοινότητες θα γίνουν ικαναί να προχωρήσουν περαιτέρω εις την σύνθεσιν των κοινοτικών δυνάμεων της Επαρχίας και κατόπιν εις την σύνδεσιν των δυνάμεων ολοκλήρου του Κράτους, τότε, όταν καταστούν αι Κοινότητες ικαναί να δώσουν ζωήν εις συνθετωτέρους οργανισμούς, και εις τον κρατικόν οργανισμόν, τότε πλέον το κοινο-βουλευτικόν κράτος θ’ ανατραπη άρδην. Τότε ο λαός, δια της ομοσπονδιακής ενώσεως των Κοινοτήτων θα ιδρύση το ιδι-κόν του Κοινοβουλιον, που δεν θα είνε πλέον κοινοβούλιον καραγκιόζηδων και γελωτοποιών, αλλά γενική συνέλευσις, γενική συνέλευσις των πραγματικών δυνάμεων του Έθνους. Δεν θα είνε Βουλή εις την οποίαν θα συζητήται περί του τηλεφώνου του τάδε χωρίου, ή περί του επιδόματος της τάδε χήρας, ή περί της τάδε ψιλικατζίδικης διατάξεως του νόμου. Αλλά θα συζητούνται εκεί μόνον τα γενικά προβλήματα του Έθνους.

Είνε δυνατόν να υπάρξουν εδώ διάφοροι γνώμαι περί του τρόπου της αποτελεοματικωτέρας συγκροτήσεως των συνθετωτέρων τούτων οργανισμών. Αλλά τούτο είνε δευτερεύον ζήτημα. Το πρωτεύον είνε η δημιουργία των κυπάρων του πολιτικού Οργανισμού, των Κοινοτήτων. Αυτή θα είνε η αρχή, θα είνε το άλφα της κοινωνικής αναδημιουργίας.

Όταν ο λαός θα καταστη δια των Κοινοτήτων ικανός να εκλέξη τους τοπικούς του άρχοντας και να διευθετή τα τοπικά του ζητήματα, τότε μόνον θα γίνη ικανός να σκεφθή περί των γενικών ζητημάτων. Οι τοπικοί αντιπρόσωποι του λαού θα είνε τότε ικανοί ν’ αντιμετωπίσουν και τα γενικώτερα προβλήματα. Όταν συνέλθουν τότε οι αντιπρόσωποι των Κοινοτήτων μιας Επαρχίας, ούτοι θα είνε πλέον εις θέσιν να σκεφθούν και αποφασίσουν περί των γενικών ζητημάτων της Επαρχίας. Και οι αντιπρόσωποι των επαρχιακών τούτων οργανισμών, που θα είνε οι πιο φωτισμένοι αντιπρόσωποι του λαού, συνερχόμενοι εις Συνέλευσιν, θα είνε πλέον εις θέσιν να σκεφθούν και αποφασίσουν περί των γενικών ζητημάτων του Κράτους.

Ούτω πως φανταζόμεθα την αναγέννησιν των κοινοτικών οργανισμών. Όχι δια να ανα-γεννήσωμεν το πνεύμα του τοπικισμού. Αλλά δια να δώσωμεν εις τον Ελληνικόν λαόν τα μέσα δια των οποίων θα λάβη και πάλιν ενεργόν μέρος εις την πολιτικήν ζωήν του τόπου, όπως το φυσικόν του έμφυτον υπαγορεύει. Δια να βγάλωμεντον λαόν (ιδίως τον λαόν της Παλαιάς Ελλάδος) από τον τυφλόν ατομικισμόν εις τον οποίον είνε ερμητικώς κλεισμένος. Δια να δόσωμεν και πάλιν εις τον Έλληνα την Κοινότητα, το πολύτιμον αυτό όργανον δια του οποίου ανέκαθεν εμεγαλούργησε, δια του οποίου και πάλιν, είμεθα βέβαιοι, θα αναπτύξη πολιτισμόν αρμόζοντα εις την φύσιν του, υποτάσσων τον ψευτοπολιτισμόν της Δύσεως, όχι υποτασσόμενος εις αυτόν.

Εφημερίδα Κοινότης, Κυριακή 6 Νοεμβρίου 1922

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek