Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Στα διακόσια χρόνια του ελεύθερου εθνικού μας βίου, ο σύγχρονος Έλληνας, ο νεο-Έλληνας, όπως λέμε, κάποτε με σχετλιαστική ή και μειονεκτική χροιά, πολλές φορές αναρωτήθηκε ποιός, στ’ αλήθεια είναι. Γιατί, βλέπεις, μόνο αν καταλάβεις ποιός είσαι, μπορεί να συνδιαλλαγείς με τους άλλους, να φιλιώσεις ή να συγκρουστείς μαζί τους, να γίνεις, δηλαδή, μέρος της ανθρωπότητας. Εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα, ισχύει και για τους λαούς – πούναι πολλοί, δόξα νάχει, κι όχι ένας, όπως κάποιοι σκοτεινόψυχοι δασκαλεύουν. Έχουν, παναπεί, κι οι λαοί χαρακτήρα. Αλλά ποιός νάναι τάχα ο χαρακτήρας του Έλληνα; Την απάντηση δίνουν –πασχίζουν να δώσουν– τα γράμματα, η ποίηση κυρίως. Αλλά και το σινεμά, παρ’ ό,τι μοιάζει να υστερεί, δίνει τη δική του απάντηση. Αν ο Βέγγος είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα του ταπεινωμένου, μα φιλότιμου, ανθρωπάκου, εικόνα του λαού μας στον εικοστό αιώνα, ένας άλλος, ο Βασίλης Λογοθετίδης, κατάφερε να φτιάξει επί σκηνής απαράλλακτη την εικόνα του Έλληνα αστού –μικροαστού στα καθ’ ημάς– μετά τον πόλεμο.
Η πανδημία, που μας έκλεισε σπίτι, μας έκανε να ξαναδούμε παλιές ταινίες – εμένα προσωπικά, λιγάκι καταθλιπτικόν, παλιές ελληνικές ταινίες, που σε πείσμα μιας σπουδαιοφανούς κριτικής, τις αγαπώ πολύ. Και οι εννέα γνωστές ταινίες που γύρισε ο Λογοθετίδης, είναι πρώτης γραμμής. Εξαιρετικές, αγέραστες. Η πλήρης φιλμογραφία του περιλαμβάνει δώδεκα έργα, ξεκινώντας από την πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία, χαμένη σήμερα, Ο κακός δρόμος (1933), του Ερτογρούλ Μουσχίν (Τούρκος), σε σενάριο Γρ. Ξενόπουλου, με πρωταγωνιστές όλο σχεδόν το ελληνικό θέατρο της εποχής: Κοτοπούλη, Κυβέλη, Μυράτ, Γ. Παππάς κ.ά. Η ταινία, ελληνο-τουρκική συμπαραγωγή της Ιπέκ και Ίρις Φιλμ, παίχτηκε και στις ΗΠΑ – αφιερωμένο σε όσους καμώνονται πως πρώτοι αυτοί έβγαλαν το ελληνικό σινεμά στον κόσμο. Δεν είχε επιτυχία, λόγω τολμηρών για την εποχή (ζευγάρια που φιλιούνται…) σκηνών. Επίσης, ο Λογοθετίδης έκανε μία άγνωστη σήμερα Μαντάμ Σουσού (1948), του Ψαθά (σκ. Τάκη Μουζενίδη, σεν. Νικ. Τσιφόρου) και συμμετείχε σε ένα, επίσης άγνωστο, ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, του γενάρχη του ελληνικού ντοκιμαντέρ Βασίλη Μάρου: Κάτω από τους ουρανοξύστες (1958).
Ωραία σύμπτωση. Η φιλμογραφία του ξεκινά από την Κωνσταντινούπολη, την κοιτίδα –στραβοκοιτάζουν μερικοί– του σύγχρονου ελληνισμού, όπου γυρίστηκε η πρώτη του και τελειώνει στην πρωτεύουσα της ελληνικής διασποράς του εικοστού αιώνα, τη Νέα Υόρκη, όπου έγινε η τελευταία του. Κι η ζωή στην τέχνη έγινε, θάλεγε κανείς, εικόνα του λαού μας. Ο Βασίλης Λογοθετίδης, γεννημένος στο Μυριόφυτο της Θράκης το 1898, μεγαλωμένος στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε σχεδόν πάνω στο σανίδι, 20 Φεβρουαρίου, βράδυ Σαββάτου, που τα θέατρα έπαιζαν, στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα ενός τάχα κλασικού, στ’ αλήθεια όμως προσφυγικού ελληνισμού. Η κηδεία του υπήρξε πάγκοινη απόδειξη αυτού που είπαμε: χιλιάδες κόσμος, δημοσία δαπάνη κηδεία στη Μητρόπολη, όλη η πολιτική ηγεσία, τάφηκε στο Α΄ Κοιμητήριο, όπου σχεδόν όλοι οι σπουδαίοι της χώρας μετά την Ανεξαρτησία. Ο Λογοθετίδης, όπως λέει κι η βικιπαίδεια, «ενσάρκωνε ακριβώς τον μέσο μεταπολεμικό νεοέλληνα μικροαστό».

Ας έρθουμε όμως στις εννιά ταινίες που τις ξέρει –απ’ έξω κι ανακατωτά– όλος ο κόσμος· κατά μία αγαθή, πάλι, σύμπτωση, σκηνοθετήθηκαν απ’ τους πρωτομάστορες του μεταπολεμικού μας σινεμά: τον Αλέκο Σακελλάριο, επτά, και τον Γιώργο Τζαβέλα, δύο. Ξεκινώντας από την μεγάλη επιτυχία Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948), ως το εμβληματικό για την επέτειο που γιορτάζουμε φέτος, Ένας ήρως με παντούφλες (1958) –του Σακελλάριου αμφότερα– ο Λογοθετίδης δεν αντιγράφει απλώς στο σινεμά τις επιτυχίες του στο θέατρο. Όπως μαρτυρεί ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, στον οποίο ανήκει και ο χαρακτηρισμός του ως «ο μικροαστός Καραγκιόζης», όσοι τον είχαν δει και στο θέατρο στους ίδιους ρόλους, έβλεπαν πώς ο ηθοποιός προσαρμοζόταν ευφυώς στους κινηματογραφικούς ρυθμούς –πιθανόν ερήμην των σκηνοθετών–, που είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους του θεάτρου. Μάλιστα, αυτή η «ενσωμάτωση» του ηθοποιού στους ρυθμούς του σινεμά, γίνεται σταδιακά από την δεύτερη γνωστή ταινία του, Ένα βότσαλο στη λίμνη (1952), πάλι του Σακελλάριου και ξετυλίγεται θαυμαστά μέχρι τον Ζηλιαρόγατο (1956) του Τζαβέλλα.
Ένα μόνο πλάνο από την πρώτη, μαρτυρεί την αξεπέραστη κινηματογραφική τεχνική του: Ο Μανώλης Σκουντρής έχει μόλις σαγηνευτεί από την Έβελιν (Ίλια Λυβικού, το δίχως άλλο) και μένει πίσω από την παρέα στο γραφείο, για να πάρει τηλέφωνο στη γυναίκα του, να δικαιολογηθεί. Το τηλεφώνημα γίνεται με όλη την σκευή του ηθοποιού από το σανίδι· έξοχος, μάθημα υποκριτικής. Και… ο κύριος Σκουντρής φεύγει τρέχοντας να προλάβει τους άλλους. Έχει όμως ξεχάσει τα φώτα του γραφείου αναμμένα. Τρέχει πίσω να τα σβήσει και ξαναφεύγει τρέχοντας. Αυτό το πλάνο –ο Σακελλάριος είχε τη σοφία να μην το κόψει– είναι εξαιρετικό δείγμα ρυθμού κινηματογραφικού, που μπορεί να σταθεί ισότιμα δίπλα στα όμοια του Τσάπλιν. Το εξαιρετικό με τον ηθοποιό μας είναι ότι αυτό έρχεται μετά από ένα ντελίριουμ θεατρικού κωμικού διαλόγου (μονολόγου κατ’ ουσίαν), σε ένα μοναδικό πάντρεμα δίπλα-δίπλα των θεατρικών κατακτήσεών του, με την ολοζώντανη κινηματογραφική τους γραφή. Μέγας! Ας ξαναδούν τη σκηνή όσοι ξερόλες κριτικοί κ.ά. βαφτίζουν το παλιό ελληνικό σινεμά «θεατρικό», πιστεύοντας ότι έτσι ξεμπερδεύουν με ένα ενοχλητικό παρελθόν του ελληνικού σινεμά, για να μας πείσουν ότι ζωή και τέχνη (και Ιστορία!) στην Ελλάδα ξεκίνησαν το 1974.
Παρόμοιες σκηνές θα βρει κανείς σε όλες τις ταινίες του: Σάντα Τσικίτα (1953), εξαιρετικά πάλι δείγματα ρυθμού, ιδιαίτερα στις σκηνές του Φώτη με την Τσικίτα, στο δίδυμο Λογοθετίδης-Λυβικού, Ούτε γάτα ούτε ζημιά (1955), όπου εμφανίζεται το ζευγάρι των ηθοποιών, στους ρόλους του Λαλάκη και της Πόπης Μακρυκώστα. Πινελιές αυτής του της τεχνικής επίσης στα Δεσποινίς ετών 39 (1954) και Δελησταύρου και υιός (1957), όλα του Σακελλάριου, του και συγγραφέα των έργων. Ο θίασος σε όλες τις ταινίες είναι πάνω-κάτω ίδιος, όπως και στο θέατρο – κι αυτό τον συγγενεύει, καθώς λέει ο ειδήμων Γεωργουσόπουλος, με την κομέντια ντελ άρτε: (εκτός της Λυβικού) Ευάγγελος Πρωτοππαπάς, αδελφικός του φίλος στη ζωή και στο θέατρο, Καίτη Λαμπροπούλου, Σμάρω Στεφανίδου, Στέφανος Στρατηγός κ.λπ.
Η κάλπικη λίρα (1955) του Γιώργου Τζαβέλα –απόγονος των αγωνιστών του ’21, ο σπουδαιότερος από την παλιά γενιά σκηνοθετών– αξίζει μια εκτενέστερη κάποτε αναφορά. Ο Λογοθετίδης πρωταγωνιστεί στην πρώτη από τις ιστορίες, που είναι ο μίτος για τις επόμενες, μαζί με τους Χορν, Λαμπέτη, Δ. Μυράτ, Μακρή, Φωτόπουλο, Βρανά κ.λπ., σε μια παρακαταθήκη-θησαυροφυλάκιο ολόχρυσου χρήματος του μεταπολεμικού θεάτρου και κινηματογράφου.


Οι Γερμανοί ξανάρχονται

Άφησα για τέλος την πρώτη του ταινία, που του χάρισε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Αν και εδώ τις δάφνες αξίζει εφάμιλλα ο Σακελλάριος, που έγραψε μια από τις πιο εύστοχες σημερινές σάτιρες του διαιώνιου, δυστυχώς, ελληνικού εμφυλίου. Οι Γερμανοί ξανάρχονται, παράλληλα, εικονογραφούν έναν μόνιμο, από την Ανεξαρτησία, ελληνικό εφιάλτη. Γιατί οι ματωμένες χαρακιές της Ιστορίας, παλαιάς και σύγχρονης, πληγώνουν πάντα την Ελλάδα.
Ο Λογοθετίδης κρατά πάνω του –γι’ αυτόν, άλλωστε γράφτηκε το έργο– αυτή την παραβολή, που μιλά για τα αγαθά της ειρήνης και της συναδέλφωσης, ενώ ακόμα ο Εμφύλιος μαίνεται. Το ελληνικό σινεμά μπαίνει με το δεξί στην Ιστορία του τόπου, κι, ας γκρινιάζουν κάποιοι εξ αριστερών, καλά τα λέει. Σας θυμίζω τη σκηνή του Θόδωρου (Λογοθετίδης), με τον σύνδεσμο της Αντίστασης Μίμη Φωτόπουλο, στ’ αλήθεια αριστερό. Με ένα παιχνιδιάρικο συνδυασμό, ο Σακελλάριος έχει βάλει πριν τον Χρήστο Τσαγανέα, δεξιό ως το κόκκαλο, να κάνει τον τρελλό, με εκείνο το «άνθρωποι, άνθρωποι, προς τί το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;» Κι ο Λογοθετίδης στη μέση, σαν ένας σαστισμένος νεοέλληνας, «εκφράζει αυτόν τον πανικό» του, τον πανικό ενός κόσμου που «έρχεται απ’ την Τουρκοκρατία» και ως τα σήμερα, διακόσια χρόνια ύστερα, δεν έχει απολαύσει αφάγωτα τα αγαθά της ελευθερίας.
Τί να σας πω; Είναι κρίμα που οι ταινίες αυτές παίζονται πια μόνο στην τηλεόραση, πολλές απ’ αυτές κακοποιημένες από τους σημερινούς διαχειριστές των δικαιωμάτων τους, αποκομμένες από τον φυσικό τους χώρο, το σινεμά. Εκεί έπρεπε να παίζονται και να ξαναπαίζονται. Και να τις ξαναδιαβάζουμε ως θεατές και κοινό. Αλλά… η Ταινιοθήκη της Ελλάδος περί άλλων, τάχα σπουδαίων, μεριμνά και τυρβάζει. Το σινεμά είναι κι αυτό κομμάτι της μνήμης μας, εκτός που είναι η ταυτότητά μας. Που άβολη μας πέφτει, κι ας έχουν περάσει διακόσια κιόλας χρόνια.
Εν κατακλείδι, ένα σημειολογικό σχόλιο, που έχει και ουσία, αν ψαχτεί: Το ’21 και οι πίκρες της Ανεξαρτησίας δίνουν το εναρκτήριο λάκτισμα της κωμωδίας. Ο Μιχαήλ Χουρμούζης και ο Δημήτρης Βυζάντιος, επίσης Κωνσταντινουπολίτες, αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης, είναι οι πρώτοι σύγχρονοι κωμωδιογράφοι μας. Ας μην το (τους) ξεχνάμε.

5 Σχόλια

  1. Ευστάθιος Κεφαλούρος says:

    Συγχαρητήρια κε Μπλάθρα. Εξαιρετικό άρθρο. Όντως η σκηνή με τον Τσαγανέα και τον Φωτόπουλο θα μπoρούσε να γίνει, κατά την ορολογία της σύγχρονης ηλεκτρονικής δημοσιολογίας, viral. Γενικεύοντας λίγο το σπουδαίο θέμα που θίξατε με το άρθρο σας, συμπληρώνω πως όπως οι πεζογράφοι της γενιάς του τριάντα αποτύπωσαν καλύτερα την ιστορία της Ελλάδας στα χρόνια τους , έτσι και οι κινηματογραφιστές της δεκαετίας του πενήντα, παίρνοντας επάξια και έγκαιρα την σκυτάλη , έδειξαν πιο αληθινά την ιστορία μας απ’ ότι άλλα βιβλία ή άλλοι επιστήμονες και γι’ αυτό συστηματικά υπονομεύτηκαν από τους γνωστούς άγνωστους. Ευτυχώς όμως που υπάρχει και ο λαός και αποκαθιστά την τάξη των πραγμάτων. Και μακάρι να το καταλάβαιναν αυτό και στα Πανεπιστήμια και να τους δίδασκαν.

  2. Εξαιρετικό άρθρο.
    Μακάρι να ξαναδούμε τέτοιες ταινίες, αισθητικά άρτιες και αντιπροσωπευτικές στη σημερινή εποχή.

  3. Αγγελική Παπαγιαννιδου says:

    Εξαιρετικά σχόλια για ΤΟΝ ηθοποιό,που δεν χορταινουμε να βλέπουμε ξανά και ξανά με την ελληνική ιστορία να κυλά δίπλα του, χωρίς να τον παρασέρνει αλλά να τον αναδεικνύει περισσότερο

  4. Άψογο το άρθρο, αλλά ο Τσαγανέας μόνον δεξιός δεν ήταν. Ήταν από τους κομμουνιστές ηθοποιούς που σφράγισαν τη μοίρα της Ελένης Παπαδάκη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek