Του Κώστα Χατζηαντωνίου

Διακόσια χρόνια ελευθερίας είναι πάρα πολλά για να τα χαρακτηρίσουμε ως διαρκές διάλειμμα μεταξύ ιδρυτικού μεγαλείου και ανέφικτου οράματος. Μεταξύ επιτυχίας και φάρσας (αν πιστέψουμε δύο ακραίες εκδοχές), η Ελλάδα μοιάζει στις ημέρες μας, όλο και περισσότερο ως συναμφότερον των δύο άκρων της: μια επιτυχημένη φάρσα. Όμως αυτό το Χώμα δεν ήταν μόνο τα άκρα που από τη γέννηση του νέου κράτους το κατατρύχουν, η ξενοδουλεία και η συγχρονοφοβία. Ήταν και οι λαμπρές στιγμές που δικαίωσαν την ιστορική μας ύπαρξη. Αν σήμερα, μετά από έναν αιώνα ανύψωσης κι έναν αιώνα πτώσης, ο τρίτος αιώνας μάς φέρνει μπροστά σε προκλήσεις και σημάδια που αναγγέλλουν πως η πατρίδα μας μετατρέπεται πνευματικά σε μια κατοικημένη Σαχάρα, σε μια χώρα υπό ρευστοποίηση, αυτή είναι μια πρόκληση στην οποία η δική μας γενιά καλείται να αποκριθεί. Αυτή καλείται να αντιμετωπίσει τη ρευστοποίηση όλων των φυσικών πραγματικοτήτων και την αντικατάστασή τους, σε όλα τα επίπεδα, με έναν ρευστό, ανοιχτό (τάχα) νέο κόσμο, τον κόσμο χωρίς ταυτότητα, όπου τίποτα δεν πρέπει να εμποδίζει τη διαρκή κίνηση ατόμων, φύλων και αγαθών.
Ποια είναι όμως η αιτία αυτής της αργόσυρτης διαδικασίας που έχει χαρακτηριστικά αυτοχειρίας και πρέπει να γνωρίζουμε αντικρίζοντας τον τρίτο μας αιώνα; Καθαρές κουβέντες. Δεν είναι μια φυσική νομοτέλεια, αλλά η προδοσία των ελίτ αφενός και η πνευματική νωθρότητα αφετέρου, ακόμη και μονάδων που αντιδρούν ενστικτωδώς στην αυτοχειρία. Στην ιστορία όμως ούτε οι προθέσεις ούτε τα ένστικτα αρκούν. Και στην Ελλάδα έχει δημιουργηθεί, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’70, μια κάστα εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής) που αντιλαμβανόμενη ότι είναι θνησιγενής, προκειμένου να διασωθεί, συνεργάζεται με κάθε ιδέα αποδόμησης.
Οι ελίτ αυτές βλέπουν σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα το μόνο τους μέλλον, χωρίς διόλου να ενοχλούνται ή να ανησυχούν για τη μοίρα των συμπατριωτών τους. Κατά βάθος δεν τους ενδιαφέρει ποιοι θα είναι οι συμπατριώτες τους. Όταν όμως ένας πολιτικός ευνοεί μια εκποίηση που είναι δυσμενής για τον λαό του, όταν ένας επιχειρηματίας ευνοεί τη χωρίς αφομοιωτικό σχέδιο μετανάστευση, όταν ένας διανοούμενος ευνοεί μιαν ιδέα που θα καταστρέψει τον κοινωνικό ιστό της χώρας του, σημαίνει πως έχει έλθει η ώρα για την άμεση αντικατάστασή τους. Πριν αντικατασταθούμε εμείς ως ιστορικός λαός.
Κι όμως. Ακόμη και η περιφρόνηση αυτών των σαπισμένων ελίτ μάς φαίνεται ότι απαιτεί πολύ μεγάλη προσπάθεια. Πολλοί γκρινιάζουν κι άλλοι οργίζονται με τρόπο που δίνει ανάσα ζωής στην παρακμή, κάνοντας λιγότερο ανυπόφορη την αποφορά της σήψης. Ανίκανοι για οτιδήποτε, απλώς θα περιμένουμε λοιπόν τον από μηχανής θεό που θα ενσαρκώσει τις αρετές που δεν έχουμε, αλλά τις φανταζόμαστε ακόμη; Και ως τότε θα στεκόμαστε πεισματικά εκτός πραγματικότητας; Κακά τα ψέματα. Δεν αρκεί η νοημοσύνη. Η πνευματική καταστροφή της χώρας ολοκληρώνεται με μια ρηχή και χωρίς περιεχόμενο νοημοσύνη. Και σε αυτήν την καταστροφή είναι συνυπεύθυνοι και όσοι αποσιωπούν ό,τι στοχάζονται για να μην το εκμεταλλευτεί κάποιος με προθέσεις διαφορετικές από τις δικές τους και όσοι αδυνατούν να υψωθούν στο ευφυές ήθος που απαιτείται για να αναληφθούν ιστορικές προσπάθειες ανατροπής.
Εν τω μεταξύ, απέναντι, οι ελίτ της παρακμής συνεχίζουν την πορεία τους χωρίς καμιά αναθεώρηση, κυρίαρχες ακόμη και στα «συντηρητικά» ΜΜΕ, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Σαν να μην έχει μεσολαβήσει η κατάρρευση του ιδεολογικού κόσμου του 19ου αιώνα, το ξεπέρασμα των πολιτικών συστημάτων του 20ου αιώνα, σαν να μην έζησε η ανθρωπότητα τη φρίκη του ολοκληρωτισμού, το κενό του σχετικισμού, την αναίδεια των δύο άκρων. Η προσήλωσή τους στα δόγματα του θετικισμού και της θρησκείας της προόδου δεν έχει διόλου διαταραχτεί. Απεχθάνονται σταθερά ό,τι τονίζει όχι την κοινωνική, αλλά την πνευματική αλλαγή. Αυτήν φοβούνται. Για τούτο και συντηρούν με τα ΜΜΕ έναν μηχανισμό σύγχρονου εξανδραποδισμού που θέλει να εξαφανίσει την ιστορική παράδοση του λαού μας, τη μόνη ηθική δικαιολόγηση του κράτους που ιδρύθηκε πριν διακόσια χρόνια.
Ο τρίτος αιώνας είναι ήδη εδώ και δεν υπάρχει πλέον υπεκφυγή. Εκείνοι που πέτυχαν κάτι δίκαιο και αναγκαίο αντλούσαν δύναμη όχι από τα φαινόμενα, αλλά από μια πηγή με βαθύ περιεχόμενο, ένα ρεύμα που διαπερνά τα φράγματα του εξωτερικού κόσμου. Άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν πλήρη συνείδηση της Ιδέας που τους κινούσε, αλλά γνώριζαν τι είναι σωστό και πως ήρθε η στιγμή να το πράξουν. Που έβλεπαν τι ερχόταν και τι έπρεπε να σταθεί απέναντι και έκαναν πρώτοι αυτοί το γενναίο βήμα. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια ρωμαλέα νέα υποκειμενικότητα; Ναι, μια ατομική απόφαση ανοίγει πάντα τον δρόμο. Χωρίς μια νέα αντικειμενικότητα όμως, που δεν θα συμβιβάζεται με την κίβδηλη ρητορεία, κάθε ατομική έκρηξη θα σβήσει σαν πυροτέχνημα. Και, τα πυροτεχνήματα, η νύχτα της παρακμής ξέρει καλά πώς να τα καταπίνει.

Κώστας Χατζηαντωνίου

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek