Αρχική » Θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων (B΄ μέρος)

Θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων (B΄ μέρος)

από Άρδην - Ρήξη

Απόσπασμα από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή Γενετικής και Γενετικής του ανθρώπου στο ΑΠΘ Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, Η γενετική ιστορία των Ελλήνων, το DNA των Ελλήνων (εκδόσεις Κυριακίδη, σσ. 119-139).

Η Ελλάδα γεωγραφικά βρίσκεται στο νότιο μέρος των Βαλκανίων, στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Το γεγονός αυτό, θεωρητικά, επιτρέπει την είσοδο πληθυσμών διά ξηράς από την Κεντρική Βαλκανική και τη Μικρά Ασία μέσω Ευρωπαϊκής Τουρκίας και διά θαλάσσης από τη Μικρά Ασία, τη Λεβαντίνη, τη Βόρεια Αφρική και την Ιταλία. Όσα γνωρίζαμε, μέχρι πρόσφατα, σχετικά με την καταγωγή των Ελλήνων, βασίζονταν σε στοιχεία αρχαίων ελληνικών μύθων και παραδόσεων, αλλά και σε ιστορικά, αρχαιολογικά, γλωσσολογικά, παλαιοντολογικά και ανθρωπολογικά δεδομένα. Με βάση αυτά τα στοιχεία, είχαν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων. Πλέον, τα γενετικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ή απορρίπτουν μερικές από αυτές τις θεωρίες.

Η θεωρία Κουργκάν της Marija Gimpoutas

Προτάθηκε με βάση τεκμήρια από τη γεωγραφική διάδοση φυτών και ζώων που έχουν παρόμοια ονόματα σε διάφορες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και για τούτο τον λόγο φαίνεται ότι αποτελούν κοινή κληρονομιά από την πρώτη κοινή μορφή της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας, και συνεπώς γλωσσολογικά στοιχεία (λέξεις και ονόματα που ανάγονται σε Ινδοευρωπαϊκές ρίζες), αλλά και στοιχεία πολιτισμού. Στην Ελλάδα κύριος εκφραστής[1],[2] της θεωρίας Κουργκάν ήταν ο εκλιπών καθηγητής αρχαίας ιστορίας Μιχαήλ Σακελλαρίου.

Σύμφωνα με τη θεωρία Κουργκάν, η υπόθεση των στεπών της λιθουανικής καταγωγής αρχαιολόγου Marija Gimbutas[3], οι πρώτοι ομιλητές της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας ήταν ημινομαδικός λαός, κτηνοτρόφοι, πολεμιστές-ιππείς που έκτιζαν θολωτούς τάφους (ταφικούς τύμβους), τα Κουργκάν, και η υποτιθέμενη κοιτίδα τους ήταν μια περιοχή βόρεια της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας, οι στέπες της Πόντο-Κασπίας, που εκτείνονται από το Δέλτα του Δούναβη μέχρι και τα Ουράλια όρη. Στους περισσότερους τύμβους βρίσκονται θαμμένοι ένας άνδρας με το άλογό του. Ο πολιτισμός Κουργκάν (των τύμβων) αναπτύχθηκε  γύρω στο 5.000/4.500 π.Χ. Κατά συνέπεια, η Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών δεν πρέπει να έχει ηλικία παλαιότερη από το 5.000 π.Χ.

Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, η εξημέρωση του αλόγου αποτέλεσε ορόσημο στην ανθρώπινη ιστορία, σε συνδυασμό με τη χρήση οχημάτων με τροχούς, γιατί προσέδωσε μεγάλη κινητικότητα στις μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων. Στο τέλος της τέταρτης χιλιετίας π.Χ., από τις Ποντο-Κασπικές στέπες εισέβαλλαν/επεκτάθηκαν οι πολεμιστές-καβαλάρηδες αρχικά προς τις υπόλοιπες περιοχές της Κεντρικής, Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, αλλά και Ανατολικά προς την Κεντρική Ασία, την Ινδία και την Ανατολία, καθώς επίσης στη ΝΑ Ευρώπη, τη Βαλκανική χερσόνησο, και τελικά έφθασαν στην Ελλάδα γύρω στο 2.200 π.Χ.

Αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες, που ήταν φορείς του πολιτισμού των τύμβων, ήρθαν σε επαφή με πρωτοελληνικά «φύλα» μεσογειακού τύπου, και μάλιστα αφομοίωσαν τους παλαιότερους κατοίκους γλωσσικά και πολιτισμικά, για να προκύψουν τα ελληνικά «φύλα» των ιστορικών χρόνων, δηλαδή οι Αιολείς, οι Ίωνες, οι Δωριείς, καθώς και οι αντίστοιχες διάλεκτοι (Αιολική, Ιωνική, Δωρική).

Αυτή η θεωρία έχει επισύρει επιδοκιμασίες, αλλά και σοβαρές επικρίσεις. Η θεωρία αυτή π.χ. δεν μπορεί να συμπεριλάβει αρχαίους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, π.χ. Χετταίους, οι οποίοι ομιλούσαν Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν ύπαρξη προγενέστερη από το 4500 π.Χ. Επιπρόσθετα, κατά τον ομότιμο καθηγητή αρχαιολογίας Sir Colin Renfrew[4], και τον ακαδημαϊκό και καθηγητή γενετικής Κωνσταντίνο Κριμπά[5] δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ή σκελετικά ευρήματα που να τεκμηριώνουν τέτοιες πληθυσμιακές μετακινήσεις προς τη Βαλκανική χερσόνησο και ιδιαίτερα προς τον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο, οπότε η υπόθεση της εισβολής είναι τουλάχιστον αναξιόπιστη. Τέλος, τα αρχικά γενετικά δεδομένα[6],[7],[8]154,394,417 δεν υποστήριζαν προέλευση φορέων-ομιλητών της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας από τις στέπες της Πόντο-Κασπίας στις περιοχές της Ανατολίας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Ωστόσο, σε πιο πρόσφατες έρευνες, επιστήμονες, λαμβάνοντας υπόψη μελέτη αρχαϊκού DNA από την Κεντρική Ευρώπη[9] από άτομα που ανήκαν σε πληθυσμούς με πολιτισμό της σχοινόμορφης κεραμικής, καθώς και γλωσσολογικά και αρχαιολογικά στοιχεία[10],[11] υποστήριξαν ότι περιοχές των στεπών της Πόντο-Κασπίας με πολιτισμό Γιάμνα* αποτέλεσαν την κοιτίδα των περισσότερων από τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες της Ευρώπης, όπως π.χ. των γλωσσών του γερμανικού, του σλαβικού και του κελτικού κλάδου της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών[12]. [ ] Παρόμοια, η ανάλυση του γενετικού υλικού σκελετών της Εποχής του Χαλκού (3.000 έως 1.000 π.Χ.) που προέρχονταν από την Ευρασία έδειξε ότι η εξάπλωση πληθυσμιακών ομάδων από τις στέπες βορείως της Μαύρης και της Κασπίας θάλασσας με πολιτισμό Γιάμνα, προς την Κεντρική Ευρώπη με πολιτισμό της σχοινόμορφης κεραμικής[13], συμπίπτει με την υποθετική διάδοση ορισμένων Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι ίδιοι επιστήμονες που εκφράζονται με αρκετή βεβαιότητα για την εξάπλωση των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη δηλώνουν ξεκάθαρα ότι οι έρευνές τους δεν μπορούν να φωτίσουν το παρελθόν των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών της ΝΑ Ευρώπης και της Ανατολίας, δηλαδή την καταγωγή της χεττιτικής, της ελληνικής και της αλβανικής και ότι και ο θεμελιωτής της θεωρίας των στεπών David Anthony[14],[15] εκφράζει απορία για την αρχική κοιτίδα και την πορεία των προ-Ελλήνων.

Τέσσερις πρόσφατες γενετικές μελέτες ενισχύουν τις αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα της υπόθεσης των στεπών για την Ελλάδα και την Ανατολία. Ειδικότερα: Η πρώτη πληθυσμιακή μελέτη[16] επιβεβαίωσε πως [ ] η γενετική επιρροή πληθυσμών της Πόντο-Κασπίας στους κατοίκους της Νότιας Ιταλίας και της Βαλκανικής ήταν ελάχιστη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι το γενετικό υπόβαθρο των πληθυσμών της Νότιας Ιταλίας και των Βαλκανίων μπορεί να ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, ανεξάρτητο από αυτό της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.  [ ]

Σε εργασία αρχαιογενετικής[17] υπολογίστηκε ο ρυθμός πληθυσμιακών μετακινήσεων ανδρών και γυναικών κατά τη διάρκεια της πρώιμης Νεολιθικής εποχής και την Εποχή του Χαλκού. Κατά τη Νεολιθική εποχή η μετακίνηση του αριθμού των μετακινούμενων ανδρών και γυναικών είναι σχεδόν παρόμοια (δηλαδή πρόκειται για μετακίνηση οικογενειών), ενώ η μετακίνηση κατά την Εποχή του Χαλκού είναι εντελώς διαφορετική. Σε κάθε μία γυναίκα που μετακινήθηκε, μετακινήθηκαν 10 άνδρες, οι οποίοι παντρεύτηκαν με ντόπιες γυναίκες. Με απλά λόγια, τα γενετικά δεδομένα αρχαιογενετικής δείχνουν ότι κυρίως άντρες μετανάστευσαν από τις στέπες της Ποντο-Κασπίας στην Κεντρική Ευρώπη πριν από 5.000-6.000 χρόνια. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι την Εποχή του Χαλκού δεν μπορούσε να συμβεί ολοκληρωτική αντικατάσταση του γονιδιώματος των πληθυσμών ακόμη και της Κεντρικής Ευρώπης, πολύ δε περισσότερο των πληθυσμών της ΝΑ Ευρώπης, όπου, σύμφωνα με την προηγούμενη εργασία, δεν υπήρχε καν μετακίνηση πληθυσμιακών ομάδων.

Σύμφωνα με εργασία του 2017, που συνδυάζει γονιδιωματικά με αρχαιολογικά στοιχεία[18] η ανάλυση του DNA από Νεολιθικά άτομα από την Πολωνία με πολιτισμό σφαιρικών αμφορέων (globular amphorae culture) έδειξε ότι έχουν παρόμοια γενετική σύσταση με τη γενετική σύσταση των γεωγραφικά απομακρυσμένων πρώιμων Νεολιθικών (9.500-8.000 χρόνια πριν) γεωργών από την Ανατολία, παρά με αντίστοιχα δείγματα που προέρχονταν από τις στέπες βορείως της Κασπίας και Μαύρης θάλασσας. [  ]

Τα αποτελέσματα της ίδιας έρευνας [ ] έθεσαν σε αμφισβήτηση την ορθότητα της υπόθεσης των στεπών για την προέλευση και την εξάπλωση των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Ειδικότερα, το άρθρο επισημαίνει την απουσία γενετικού ίχνους μετανάστευσης σε πληθυσμούς που μιλούσαν την αρχαιότερη γνωστή Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, τη χετιτική. Αν αυτό επιβεβαιωθεί και με περαιτέρω πληθυσμιακό δείγμα, τότε η αρχαιότερη των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών μάλλον δεν προήλθε από μετανάστευση πληθυσμιακών ομάδων από την Ευρασιατική στέπα, όπως δέχεται η υπόθεση Κουργκάν, αλλά γεννήθηκε στην Ανατολία, ή σε κάποια περιοχή Νοτίως της οροσειράς του Καυκάσου, πιθανόν στο σημερινό Ιράν ή την Αρμενία.

[  ] Τέλος, σε άλλη πρόσφατη (2018) αρχαιογενετική μελέτη[19] επισημαίνεται ότι αν η θεωρία Κουργκάν ήταν σωστή, τότε θα έπρεπε να ανιχνευτούν υψηλά ποσοστά γενετικών δεικτών που υποδεικνύουν γενετική υπογραφή ανθρώπων από τις στέπες της Πόντο-Κασπίας πρώτα στην Βαλκανική χερσόνησο και αργότερα στην Ανατολία. Ωστόσο, τα γενετικά δεδομένα δεν παρέχουν στοιχεία για αυτό το σενάριο. Παρόλο που διαπιστώθηκε κάποια σποραδική γενετική συμβολή από πληθυσμούς της στέπας της Πόντο-Κασπίας σε άτομα από τη Βαλκανική της Εποχής του Χαλκού, αυτή ήταν μικρή. [ ] Συνεπώς, τα γενετικά στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν σημαντική –αλλά μάλλον σποραδική– μετακίνηση φορέων μιας πρώιμης μορφής ελληνικής γλώσσας, από τις στέπες της Νότιας Ρωσίας – Ουκρανίας και του Ανατολικού Καζακστάν, μέσω των Βαλκανίων στον ελλαδικό χώρο.

Η θεωρία της Ανατολίας του Colin Renfrew

Η θεωρία ή υπόθεση της Μικράς Ασίας διευρύνει τα χρονικά όρια της διασποράς των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών κατά τουλάχιστον 3.000 χρόνια από την προηγούμενη θεωρία. Η θεωρία αυτή δέχεται τη συνεξάπλωση των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών και των Νεολιθικών γεωργών από την Ανατολία/Εγγύς Ανατολή προς την Ευρώπη. Κατά συνέπεια, η διαδικασία διασποράς και διαχωρισμού των επιμέρους Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών έχει τις απαρχές της τουλάχιστον 8.000 έως 9.500 και πλέον χρόνια πριν από την εποχή μας.

Ειδικότερα: Η υπόθεση της Ανατολίας  προτείνει ότι Νεολιθικές πληθυσμιακές ομάδες γεωργοκτηνοτρόφων εξαπλώθηκαν από τη βόρεια περιοχή της Εύφορης Ημισελήνου οι της Εγγύς Ανατολής, αρχικά προς την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ανατολίας και των ακτών της Δυτικής Ασίας (Δυτικής Ανατολίας) και τελικά προς την Ελλάδα/Ευρώπη. Ο κύριος υποστηρικτής[20] της υπόθεσης της Ανατολίας είναι ο καθηγητής αρχαιολογίας Sir Colin Renfrew,  ο οποίος βασίστηκε σε ραδιοχρονολογήσεις Νεολιθικών οικισμών, καθώς επίσης στις ερευνητικές εργασίες του L. Cavalli-Sforza και συνεργατών του[21] για την κατανομή διαφόρων γενετικών δεικτών στην Ευρασία. Έτσι ο Sir Colin Renfrew, συνδυάζοντας αρχαιολογικά, γλωσσολογικά και γενετικά δεδομένα, προτείνει ως αληθοφανέστερη υπόθεση ότι η Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα πρωτομιλήθηκε στην Ανατολία πριν από τουλάχιστον 9.500 χρόνια.

Κατά τον Renfrew, οι Νεολιθικοί αγρότες της Ανατολίας και ομιλητές της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας διέδωσαν τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους – καθώς εξαπλώνονταν προς την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ήταν οι πληθυσμοί που έφεραν την Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα στις κοινότητες που ίδρυσαν πρώτα στην Κύπρο και στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο γύρω στο 8.000/7.000 π.Χ. και τη μετέδωσαν με όπλο τη νέα και καινοτόμο τεχνολογία στους τοπικούς Μεσολιθικούς κυνηγούς – τροφοσυλλέκτες με τους οποίους διασταυρώθηκαν[22]. Παράλληλα, απόγονοι των πρώτων γεωργών ή και απόγονοι της ενδομειξίας Μεσολιθικών με νεοφερμένους μετακινούνταν από την Ελλάδα προς τη Βόρεια Βαλκανική, την Κεντρική, τη Βόρεια, την Ανατολική, καθώς και τη Δυτική Ευρώπη, και από την Ανατολία ανατολικότερα μέχρι και την Ινδία. Κατά τη διάρκεια αυτών των μεταναστεύσεων η Πρωτο-ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών διαφοροποιείται σε διάφορες μεταγενέστερες γλώσσες, όπως της πρωτοελληνικής, πρωτοϊταλικής, πρωτοκελτικής, κλπ. Η θεωρία αυτή επικαλύπτει την υπόθεση Κουργκάν τόσο χρονικά, όσο και δημογραφικά.

…. Η υπόθεση της Ανατολίας του καθηγητή Renfrew επιβεβαιώνεται και από γλωσσολογικές μελέτες. Ειδικότερα, μελέτη που βασίστηκε σε φυλογεωγραφική ταξινόμηση και στοιχεία λεξιλογίου από 103 αρχαίες και ομιλούμενες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες προσέθεσε πειστικά στοιχεία[23] για την ορθότητα της θεωρίας της Ανατολίας σε σχέση με αυτήν της υπόθεσης Κουργκάν. Επιπρόσθετα, η υπόθεση της Ανατολίας είχε υποστηριχθεί[24] και από γλωσσο-χρονολογικές μελέτες. Από το γλωσσολογικό δένδρο προκύπτει ότι η κοινή ρίζα της Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας χρονολογείται γύρω στο 6.700 π.Χ., κάτι που υποστηρίζει την υπόθεση της Ανατολίας. Αυτό σημαίνει ότι η άποψη που εκφράζεται από πολλούς γλωσσολόγους ότι η Ινδοευρωπαϊκή ομοταξία γλωσσών έχει ηλικία περίπου 6.000 ετών θα μπορούσε να είναι ορθή για την πλειονότητα των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά όχι για τις γλώσσες που έχουν βαθύτερες χρονολογικές ρίζες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ελληνική και η αρμενική, που είναι από τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου που εξακολουθούν να μιλιούνται μέχρι σήμερα.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να εναρμονιστούν οι δύο θεωρίες, δηλ. οι υποθέσεις Ανατολίας και των Στεπών. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η θεωρία της Ανατολίας επικαλύπτει την υπόθεση Κουργκάν, μια και πληθυσμοί της Ανατολίας που μιλούσαν Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες μπορεί να μετακινήθηκαν αρχικά προς τις στέπες βορείως της Μαύρης και Κασπίας θάλασσας και αργότερα να μετακινήθηκαν τόσο προς την Ανατολική, όσο και στην Κεντρική Ευρώπη. Στη διαδρομή τους συναντήθηκαν με εκείνους (ή αυτούς που προήλθαν από την επιμειξία τους με Μεσολιθικούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες) που είχαν εξαπλωθεί στη ΝΑ Ευρώπη απευθείας από την Ανατολία. Όπως δήλωσε ο αρχαιολόγος Sir Colin Renfrew:

«Η εξάπλωση της Ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών από τις στέπες βορείως της Μαύρης και Κασπίας θάλασσας προς την Κεντρική Ευρώπη μπορεί να είναι μια δευτερεύουσα μετανάστευση πριν από 3.000-4.500 χρόνια, δηλαδή αρκετά χρόνια αργότερα από την αρχική εξάπλωση (πριν από 8.000 έως 9.500 χρόνια) αγροτών από την Εγγύς Ανατολή, η οποία για πρώτη φορά διέδωσε την Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.» [ ]

Κατά την προϊστορική εποχή υπήρξαν τουλάχιστον τρία μεγάλα μεταναστευτικά κύματα πληθυσμιακών ομάδων ανθρώπου που συνετέλεσαν στον αποικισμό της Ευρώπης: Αρχικά έφθασαν, κατά τη Μέση Παλαιολιθική Εποχή, από τη Δυτική Ασία στην Ευρώπη πληθυσμιακές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, ακολούθησε η είσοδος των Νεολιθικών αγροτών από την Εγγύς Ανατολή πριν περίπου 10.000 χρόνια, και, τέλος, εισέβαλαν στην Κεντρική Ευρώπη από τις στέπες της Ποντο-Κασπίας ή του Καζακστάν πολεμιστές-καβαλάρηδες.

Το ερώτημα της προέλευσης της Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας παραμένει άλυτο ή προς περαιτέρω διερεύνηση, και επομένως και για την προέλευση της ελληνικής γλώσσας. Σύμφωνα με την υπόθεση των στεπών, ημι-νομαδικές πληθυσμιακές ομάδες καβαλάρηδων-ποιμένων που ομιλούσαν μια πρωτο-ελληνική γλώσσα αφίχθησαν στην Ελλάδα από τις στέπες βορείως της Πόντο-Κασπίας κατά την 3η χιλιετία π.Χ., ενώ σύμφωνα με την υπόθεση της Ανατολίας η ελληνική γλώσσα άρχισε να διαμορφώνεται στον ελλαδικό χώρο περίπου την 5η χιλιετία π.Χ. ως αποτέλεσμα της επιμειξίας Νεολιθικών αγροτών που είχαν ως αφετηρία την Εγγύς Ανατολή και των τοπικών Μεσολιθικών κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Τα γενετικά, καθώς και τα γλωσσο-χρονολογικά στοιχεία αμφισβητούν την προέλευση της ελληνικής γλώσσας, άρα και των φορέων της πρωτο-Ελλήνων, από τις στέπες της Νότιας Ρωσίας – Ουκρανίας και του Ανατολικού Καζακστάν, δηλαδή περιοχή βορείως της Κασπίας και Μαύρης Θάλασσας.

Όποια και να ήταν πάντως η πορεία των πρωτο-Ελλήνων, από όλα τα διαθέσιμα στοιχεία μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι οι κάτοικοι της Ελλάδας την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (περίπου το δεύτερο μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ.) ήταν πρόγονοι των ανθρώπων που αργότερα θα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες.

*Πολιτισμός των Τύμβων (Κουργκάν)
Γενική ονομασία για μια σειρά πολιτισμών στην περιοχή των στεπών της Πόντο-Κασπίας/Ρωσίας-Ουκρανίας. Χαρακτηριστικά ευρήματα: ταφές κάτω από τύμβους, λίθινοι πολεμικοί πελέκεις, τροχοφόρα οχήματα, χρήση αλόγου, νομαδικός ποιμενισμός.

*Πολιτισμός Γιάμνα ή Γιαμνάγια (Yamna ή Yamnaya)
Πρόκειται για πολιτισμό της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (3.600-2.200 π.Χ.) που αναπτύχθηκε στην περιοχή των στεπών βορείως της Κασπίας και Μαύρης θάλασσας και κάλυπτε μια γεωγραφική περιοχή από τα Νότια Ουράλια μέχρι τον Δνείπερο ποταμό. Ο πληθυσμός και φορέας αυτού του πολιτισμού ήταν κυρίως νομαδικός, έκανε χρήση του αλόγου και τροχοφόρων οχημάτων και μερική χρήση της γεωργίας και χρήσης αρότρου. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αρκετά εξημερωμένα ζώα, όπως άλογα, βοοειδή, πρόβατα και κατσίκες.


[1] Σακελλαρίου Μ. (1970). Οι γλωσσικές και εθνικές ομάδες της Ελληνικής προϊστορίας, στην Ιστορία του ελληνικού έθνους. Τόμος Α΄: Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.

[2] Σακελλαρίου Μ. (2010). Η καταγωγή των Ελλήνων. Ο.π.

[3] Gimbutas M. (1991). The Civilization of the Goddess. The World of Old Europe. San Francisco: Harper.

[4] Renfrew C. (1993a). I. Archaeology, Language and Genetics: The Ingredients of Human Diversity. Stanford University, March 31, The Tanner Lectures of Human Values. 

[5] Κρίμπας Κων. (1993). Η γενετική ιστορία των Ελλήνων. Πρόταση ενός συγγράμματος έρευνας. Θραύσματα Κατόπτρου, Εκδόσεις Θεμέλιο, σσ. 123-167.

[6]  Haber M., et al. (2016) Genome Biol. 17: 1

[7] Sokal R.R., et al. (1992). PNAS USA 89: 7669-7673

[8] 417. Thomas M., Kivisild T., et al. (2013). Europe and Western Asia: genetics and population history. In: The Encyclopedia of global population, Edited by Immanuel Ness, Blackwell Publishing Ltd, σσ. 146-156.

[9] Haak W., Lazaridis L., et al. (2013). Science 522: 207-2011.

[10] Anthony D. & Ringe D. (2015). Annu. Rev. Linguist. 1: 199-219.

[11] Chang W., et al. (2015). Language 91: 194-244.

[12] Brandt G., et al. (2015). J. Hum. Evol. 79: 73-92.

[13] Haak W., Lazaridis L., et al. (2013). Science 522: 207-2011.

[14] Anthony D. (2010). The Horse, the Wheel and Language: How Bronze-Age Riders from the Steppes shaped the Modern World. Princeton UP.

[15] Haber M., et al. (2019). The Amer. J. Hum. Genet. 104: 977-984.

[16] Sarno S., et al. (2017). Eur. J. Hum. Genet. 24: 600-606.

[17] Goldberg A. Gunther T, et. Al. (2017). PNAS USA 114: 2657-2662.

[18] Tassi F., Val S., et al. (2017) Proc. R. Soc B. 284: 2017.1540

[19] Mathieson I., et al., (2018). Nature 555: 197-203.

[20] Renfrew C. (1987). Archaeology and Language: The puzzle of Indo-European origins. New York: Cambridge University Press. Renfrew C. (1989). Scientific American 261: 82-90.Renfrew C. (1991). Camb. Archaeol. J. 1: 3-23. Renfrew C. (1993a). I. Archaeology, Language and Genetics: The Ingredients of Human Diversity. Stanford University, March 31, The Tanner Lectures on Human Values. Renfrew C. (1993b). II. Who where the Greeks? A problem of ethnicity. Stanford University, April 31, The Tanner Lectures on HumanValues. Renfrew C. (1999). Journal of Indo-European Studies 27: 257-2293. Renfrew C. (2000). Camb. Archaeol. J. 10: 7-34.

[21] Piaza A., et al., (1981) PNAS USA 78: 2638-2642.

[22] Piaza A., Rendine S., et al., (1995) PNAS USA 92: 5836-5840 και Renfrew C. (1987). Archaeology and Language: The puzzle of Indo-European origins. New York: Cambridge University Press.

[23] Bouckaert R, Lemey P., et al. (2012). Science 337: 957-960.

[24] Gray R.D. & Atkinson Q.D. (2003). Nature 426: 435-439 και Gray R.D., et al. (2011). Phil. Trans. R. Soc. B 366: 1090-1100.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ