του Τάσου Χατζηαναστασίου* από το Άρδην τ. 136
Οι πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις, τόσο στο Μεσανατολικό όσο και στην Ουκρανία, πάνω απ’ όλα όμως η επανεκλογή Τραμπ και η στήριξη που παρέχει σε κάθε αυταρχικό και επεκτατικό καθεστώς, ξαναθέτουν το ζήτημα των αρχών βάσει των οποίων διαμορφώνονται οι διεθνείς σχέσεις. Και επειδή η Ιστορία του Θουκυδίδη αποτελεί, πέραν των άλλων αρετών της, και μία πραγματεία πάνω στις διακρατικές σχέσεις, γίνονται συχνά αναφορές στο έργο του και στο τι «διδάσκει» ο σπουδαίος ιστορικός. Το γεγονός αυτό θα ήταν παραπάνω από ευπρόσδεκτο εάν η επίκληση του Θουκυδίδη δεν γινόταν ανεύθυνα, χωρίς πραγματική γνώση του έργου και κυρίως των απόψεών του και εάν όντως συνοδευόταν από μελέτη και συστηματική, έγκυρη και σοβαρή προσέγγιση του θουκυδίδειου λόγου. Επιχειρείται δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, η δικαιολόγηση της «διακρατικής πάλης χωρίς αρχές», για να παραφράσουμε τον χαρακτηρισμό μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας του ελληνικού κομμουνισμού, με την επίκληση του Θουκυδίδη, ο οποίος παρουσιάζεται ως ο Έλληνας εκπρόσωπος, και μάλιστα προηγούμενος ιστορικά, μιας μακιαβελικής αντίληψης: δίκιο είναι το δίκιο του ισχυρού, ο οποίος οφείλει, εάν θέλει να παραμείνει στην εξουσία, να επιβάλει τη θέλησή του ακόμη και με τον δόλο και τη βία. Αυτό διδάσκει υποτίθεται ο ρεαλιστής Θουκυδίδης, ενώ η επίκληση του διεθνούς δικαίου και των πανανθρώπινων αξιών της ηθικής και του ανθρωπισμού είναι για τους αφελείς και τους αδύναμους. Είναι όμως πράγματι έτσι; Ήταν ο Θουκυδίδης ο Έλληνας Μακιαβέλι; Ένας αμοραλιστής με δεδομένη την «ήρεμη αθεΐα» του, με δεδομένο ότι περιφρονούσε τους θρησκόληπτους και προληπτικούς του καιρού του;
Το δημοφιλέστερο σχετικό απόσπασμα είναι ο περίφημος διάλογος Μηλίων-Αθηναίων στο 5ο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη (5.85-5.111). Είναι η μοναδική φορά που ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τον διάλογο στο έργο του έχοντας ως πρότυπα τόσο τους ρητορικούς αγώνες όσο και τους διαλόγους του αρχαίου δράματος. Στόχος του είναι να αναδείξει τις θέσεις, τις αντιλήψεις και τα επιχειρήματα αφενός των Αθηναίων, που εκπροσωπούν την ωμή ισχύ, και αφετέρου των Μηλίων, μιας μικρής πόλης-κράτους που υπερασπίζεται την αυτονομία και την ουδετερότητά της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οι Αθηναίοι, και ενώ τυπικά βρίσκονταν σε περίοδο ειρήνης με τους Σπαρτιάτες, απαιτούν το 416 π.Χ. από τους Μηλίους να προσχωρήσουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία καταβάλλοντας την «εισφορά» (στην ουσία φόρο υποτέλειας), ενώ οι Μήλιοι αρνούνται, επικαλούμενοι ηθικές αρχές και, κυρίως, την ελευθερία τους, που οι αρχαίοι τοποθετούσαν στην υψηλότερη θέση της κλίμακας αξιών τους.
Στον διάλογο αυτό όχι μόνο δεν δικαιώνεται το δίκιο του ισχυρού, αλλά αντίθετα αποκαλύπτεται η ωμότητα, η αλαζονεία και ο απόλυτος κυνισμός του σε σημείο που, όπως και στις αρχαίες τραγωδίες, να προοικονομείται πρώτα η καταστροφή στη Σικελία (414 π.Χ.) και τελικά η ολοκληρωτική συντριβή των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς το 404 π.Χ. Γνωρίζουμε εξάλλου ότι το έργο του Θουκυδίδη ολοκληρώθηκε και διαβάστηκε μετά την πανωλεθρία των Αθηναίων. Σε κάποιο σημείο του διαλόγου (5.94), ρωτούν οι Μήλιοι: «Δε θα δεχόσασταν, έτσι, να είμαστε ουδέτεροι, και φίλοι αντί για εχθροί σας, χωρίς να έχουμε συμμαχία με κανέναν από τους δύο;» (μετ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλου), για να λάβουν την εξής απίστευτη απάντηση, σαφώς εμπνευσμένη από τις χειρότερες στιγμές του σοφιστικού αμοραλισμού, της απουσίας οποιουδήποτε είδους ηθικού ενδοιασμού:
Όχι, διότι η εχθρότητά σας δε μας βλάπτει όσο η φιλία σας, η οποία στα μάτια των υπηκόων μας είναι ένδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας (μετ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλου).
Ομολογούν δηλαδή ανοιχτά ότι προτιμούν σχέσεις υποταγής παρά φιλίας με ένα πιο αδύναμο κράτος, διότι αυτό διατρανώνει την ισχύ τους, μόνο και μόνο δηλαδή για λόγους προβολής της συμβολικής τους ισχύος και για κανέναν πρακτικό ή γεωστρατηγικό ρόλο.
Το ενδιαφέρον στον διάλογο, που τόσο αριστοτεχνικά συνθέτει και σκηνοθετεί ο Θουκυδίδης, είναι ότι, ενώ τα επιχειρήματα των Αθηναίων στηρίζονται αποκλειστικά στη διαχρονική… φρόνηση της υποταγής στον ισχυρό και της οικονομίας του πολέμου: «υποταχθείτε χωρίς μάχη για να μη σας καταστρέψουμε και έχουμε κι εμείς απώλειες», οι Μήλιοι, από την άλλη, επικαλούνται τη λογική της σύνεσης, επισημαίνοντας στους Αθηναίους ότι τυχόν υποταγή της Μήλου θα στρέψει εναντίον των Αθηναίων και όλες τις άλλες ουδέτερες έως εκείνη τη στιγμή πόλεις.
Επίσης ενδιαφέρουσα είναι και η επίκληση των θεών και από τις δύο πλευρές, πράγμα που μπορεί μεν να μην απασχολεί τον ορθολογιστή Θουκυδίδη, ήταν όμως εξαιρετικά σημαντικό για τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής: Ήθελαν τους θεούς με το μέρος τους και άρα φρόντιζαν να μην αδικούν, να σέβονται τις συνθήκες, να μην ξεκινούν απρόκλητα μία σύγκρουση κ.ά. Οι μεν Μήλιοι θεωρούν ότι θα έχουν τους θεούς με το μέρος τους καθώς δεν έχουν αδικήσει κανέναν, οι δε Αθηναίοι αποδίδουν στους θεούς την αντίληψη ότι πρέπει να επικρατεί ο ισχυρότερος «υπό φύσεως αναγκαίας», από φυσική αναγκαιότητα. Έτσι, οι Αθηναίοι δικαιολογούν τη στάση τους επικαλούμενοι το φυσικό δίκαιο, το δίκαιο του ισχυρού, κοινώς τον νόμο της ζούγκλας.
Σε κανένα σημείο του διαλόγου δεν υπάρχει κάποιο σχόλιο του Θουκυδίδη με βάση το οποίο να διαφαίνεται η δική του άποψη. Το συμπέρασμα επομένως όσων τον επικαλούνται αποδίδοντάς του τον κυνισμό και την ωμότητα ως δήθεν ορθολογική και ρεαλιστική προσέγγιση των διακρατικών σχέσεων είναι παντελώς αυθαίρετο. Αντίθετα, η ψυχρή, αντικειμενική και φαινομενικά αποστασιοποιημένη παρουσίαση του διαλόγου εκθέτει ανεπανόρθωτα τους Αθηναίους. Υπενθυμίζουμε ότι ο αρχαίος αναγνώστης του έργου, έχοντας υπόψη του την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία που ακολούθησε σχεδόν αμέσως μετά τα γεγονότα της Μήλου, αλλά και το τέλος του πολέμου, θα θεώρησε περίπου ως θεία δίκη την ήττα των Αθηναίων για την ύβριν που διέπραξαν.
Με βάση την αφήγηση του συνεχιστή του έργου του Θουκυδίδη, του Ξενοφώντα, τη νύχτα που αναγγέλθηκε η τελειωτική καταστροφή στους Αιγός Ποταμούς στην Αθήνα, οι Αθηναίοι δεν θρηνούσαν μόνον τους νεκρούς, αλλά πολύ περισσότερο τους εαυτούς τους επειδή ακριβώς φοβούνταν ότι θα πάθαιναν τώρα όσα έκαναν ο ίδιοι στους Μηλίους και σε άλλους πολλούς των Ελλήνων (Ξενοφώντος Ελληνικά, 2.2.3, σε παράφραση Τάσου Χατζηαναστασίου). Και βέβαια η πρόταξη των Μηλίων στη μακρά λίστα όσων είχαν καταστρέψει και αδικήσει οι Αθηναίοι στη διάρκεια της ηγεμονίας τους δεν είναι καθόλου τυχαία. Το ότι οι νικητές Σπαρτιάτες φέρθηκαν με μεγαλοψυχία στους Αθηναίους, παρά τις συστάσεις των συμμάχων τους να καταστρέψουν την πόλη και να εξανδραποδίσουν τους κατοίκους της, οφείλεται στο υψηλό πατριωτικό τους φρόνημα και την ιστορική τους συνείδηση: «Αρνήθηκαν να εξανδραποδίσουν μία ελληνική πόλη που είχε προσφέρει τόσα πολλά στους μεγαλύτερους κινδύνους (τους Περσικούς Πολέμους) που αντιμετώπισε η Ελλάδα» (Ξενοφώντος, Ελληνικά, 2.2.20, σε μετάφραση Τ.Χ.).
Εσφαλμένο είναι επίσης το συμπέρασμα ότι οι Μήλιοι ενήργησαν απερίσκεπτα, επειδή τάχα εξαιτίας της ανόητα περήφανης στάσης τους προκάλεσαν την καταστροφή τους από τους ισχυρότερους Αθηναίους, καθώς δήθεν ο αδύναμος πρέπει «φυσικώ δικαίω» να υποτάσσεται στον ισχυρό. Όποιος μπει στον κόπο να διαβάσει την εξέλιξη της ιστορίας θα διαπιστώσει ότι οι Αθηναίοι δεινοπάθησαν να καταβάλουν τους Μηλίους κι αυτό συνέβη μόνο μετά από πολύμηνη πολιορκία κι αφού αναγκάστηκαν να αποστείλουν νέο ισχυρότερο στράτευμα, αλλά και «γενομένης προδοσίας τινός». Η ήττα και ο αφανισμός των Μηλίων δεν ήταν δεδομένα. ήταν αποτέλεσμα του παροιμιώδους πείσματος των Αθηναίων να απασχολούν δυνάμεις για να καταβάλουν ένα ασήμαντο στρατιωτικά και οικονομικά νησί, της προδοσίας μερίδας των Μηλίων και της αδυναμίας ή και της άρνησης των Σπαρτιατών με τους οποίους ήταν φυλετικά συγγενείς (Δωριείς) να τους ενισχύσουν.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ο Θουκυδίδης δεν υποτιμά την αξία της Αθηναϊκής Ηγεμονίας για τα συμφέροντα της Αθήνας. Δεν είναι ένας φτηνός ηθικολόγος ούτε σύγχρονος ειρηνιστής… ακτιβιστής κατά των συνόρων και υπέρ του μονομερούς αφοπλισμού. Ως καλλιεργημένος, ωστόσο, άνθρωπος της εποχής του, που έχει αφομοιώσει τα διδάγματα της τραγωδίας, καθιστά σαφή τα όρια της ύβρεως που χαρακτηρίζουν την άσκηση της εξουσίας στο πλαίσιο της Ηγεμονίας. Τοποθετεί μάλιστα, και πάλι αριστοτεχνικά, τον δημιουργό του «Χρυσού Αιώνος» (5ου π.Χ.), τον Περικλή, να υμνεί το μεγαλείο της Αθήνας και της δημοκρατίας της στον περίφημο Επιτάφιο λόγο του. Αν πρέπει να καταλογίσουμε, επομένως, στον Θουκυδίδη κάποια μεροληψία, αυτή αφορά τη στάση του απέναντι στον φίλο του τον Περικλή. Πολύ λογικό και ανθρώπινο, βέβαια, εάν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος του Αλκμεωνίδη πολιτικού σε σύγκριση με τους δημαγωγούς που τον διαδέχθηκαν και που παρέσυραν την Αθήνα σε ολέθριες επιλογές.
Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί στον Θουκυδίδη η αντίληψη ότι στο έργο του δικαιώνεται το «φυσικό δίκαιο» της επιβολής του ισχυρού εις βάρος του αδύνατου στις διακρατικές σχέσεις. Αντίθετα, αν κανείς μελετήσει σοβαρά το σύνολο του έργου του, θα διαπιστώσει ότι ο νηφάλιος, ορθολογιστής και ιδιαίτερα προσεκτικός στην αναζήτηση των αιτίων και τη διάκρισή τους από τις αφορμές των γεγονότων ιστορικός περιγράφει, ιδιαίτερα στην Παθολογία του Πολέμου (3.82.1.-3.83.4), με εντυπωσιακή ακρίβεια την ανθρώπινη τραγωδία αναδεικνύοντας την έκπτωση αξιών και την αλλοτρίωση του ανθρώπου που επιφέρει ο πόλεμος («βίαιος διδάσκαλος»).
*Δρ Ιστορίας
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
