Η επαναφορά των παλιών ειδώλων σε μια κοινωνία σε ιστορική αφασία
του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από το Ἀρδην τ. 136
Το 2023, ο δήμος του Βόλγογκραντ (πρώην Στάλινγκραντ) αποκάλυψε ένα ολοκαίνουριο άγαλμα προς τιμήν του πάλαι ποτέ δικτάτορα της ΕΣΣΔ. Το 2025, η προτομή του εμφανίστηκε όλως αιφνιδίως στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Μόσχας. Ταυτόχρονα, και καθώς οι τιμές προς τον Στάλιν αυξάνονται και πληθύνονται, οι αναφορές και τα μνημεία για τα θύματά του σιωπηλά εξαφανίζονται. Η κρατική τηλεόραση τον αποκαλεί «πανίσχυρο ηγέτη», τα σχολικά βιβλία υποβιβάζουν σκανδαλωδώς τα μεγέθη των εγκλημάτων του και πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν σημαντική δημοφιλία για το πρόσωπό του.
Τι είδους χώρα είναι αυτή που νεκρανασταίνει έναν παρανοϊκό δικτάτορα ο οποίος σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους, φυλάκισε τον έναν στους δέκα κατοίκους της και επέβαλε τον απόλυτο τρόμο σε ολόκληρη την επικράτειά της κάτω από ένα καθεστώς θρησκευτικής σχεδόν προσωπολατρίας; Η απάντηση σε ό,τι αφορά τη σημερινή Ρωσία δεν είναι πολιτικού τύπου, αλλά μάλλον μεταφυσικού, διότι το φάντασμα του Στάλιν δεν επιστρέφει. Για να επιστρέψει θα έπρεπε να είχε εγκαταλείψει τη Ρωσία και, στην πραγματικότητα, ο Στάλιν «δεν έφυγε ποτέ από το κτήριο». Τι σηματοδοτεί λοιπόν αυτή η μαζική κρατική επανεπένδυση εκ μέρους του νυν Ρώσου δικτάτορα, Πούτιν, στην εμπορική επωνυμία Στάλιν και τα παραπροϊόντα της; Είναι μία ακόμη προσπάθεια να ενδυθεί το σημερινό, γυμνό πολιτικών ιδεολογημάτων, καθεστώς της Μόσχας, μια κάποια, έστω ψωριάρικη, αίγλη από το δήθεν λαμπρό σοβιετικό παρελθόν με ό,τι αυτό μπορεί να προβάλλει στο δυστοπικό παρών;
Πολύ πιθανόν. Έτσι κι αλλιώς, ο σταλινισμός δεν ήταν μόνο ένα πολιτικό σύστημα, αλλά είχε όλα τα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν μια ακραία θρησκευτική αίρεση. Σήμερα, πολλοί αγνοούν το γεγονός ότι οι μπολσεβίκοι δεν ήθελαν απλώς να φτιάξουν μια καλύτερη ανθρώπινη κοινωνία, αλλά απαντούσαν σε ένα ημιθρησκευτικό κάλεσμα επανασύστασης του κόσμου. Η μεσσιανική αυτή αποστολή ταίριαζε γάντι με τον από αιώνων καθαγιασμένο (εκ της ρωσικής Εκκλησίας πάντα) ρόλο της Ρωσίας, να φτιάξει την υφήλιο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν της». Με λίγα λόγια, η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση, εν είδει αποκάλυψης, θα είχε τη Μόσχα, Γ΄ Ρώμη ως καθοδηγητικό κέντρο με την «εμπνευσμένη» ηγεσία των επαγγελματιών επαναστατών-προφητών στο τιμόνι, επικεφαλής των οποίων θα ήταν ο ίδιος ο ανώτατος ηγέτης-Θεός επί της γης, Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι.- «Στάλιν». Όταν έγινε φανερό ότι ο υπόλοιπος κόσμος δεν θα ακολουθούσε τον ρωσικό δρόμο, ήρθε και η ώρα του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα» και η ολοκλήρωση του αμείλικτου, κλειστού συστήματος της αίρεσης, ως μοντέλου διακυβέρνησης προς μελλοντική εξαγωγή.
Προφανώς, αυτό είναι κάτι στο οποίο μπορεί να ελπίζει ένας αδίστακτος τυχοδιώκτης σαν τον Πούτιν. Οι αιρέσεις, όσο κι αν τις μέμφεται κάποιος, έχουν το δυικό χαρακτηριστικό του ακραίου φανατισμού και του υπαρξιακού νοήματος, και το καθεστώς του τα χρειάζεται και τα δύο αν θέλει να επιβιώσει. Μακάρι λοιπόν, οι κυβερνώμενοι από αυτόν να μπορούσαν να μεταβληθούν στις σοβιετικές μάζες που, στοιβαγμένες στα άθλια «κομουνάλκι», δόξαζαν τον «πατερούλη» διότι και καλά «έχτιζαν έναν καινούργιο κόσμο». Δεν είχε σημασία το γεγονός ότι ζούσαν μέσα στη φτώχεια και τον φόβο και ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να χτυπήσει η πόρτα και να φύγουν για τη Σιβηρία. Ο υποτιθέμενος σκοπός άξιζε κάθε θυσία και τα ασύστολα ψέματα των κρατούντων γίνονταν πιστευτά (για τους άπιστους Θωμάδες έπιπτε αυστηρό κνούτο), ενώ τώρα κανείς δεν πιστεύει σε κανέναν και σε τίποτα και πνίγουν κάθε αίσθηση πραγματικότητας στη βότκα και τα ναρκωτικά.
Είναι γεγονός πάντως πως οι κρίσεις και η απομόνωση ευνοούν τις αιρέσεις, και τα τέλη της δεκαετίας του ’20 ήταν καθοριστικά για την εμφάνιση του σταλινισμού, καθώς η ΕΣΣΔ είχε μεταβληθεί σε ένα αυστηρά ιεραρχικό σύστημα στο οποίο δεν υπήρχε ιδιωτική περιουσία, η δικαστική εξουσία ήταν απολύτως ελεγχόμενη και ουσιαστικά δεν υπήρχε καμία δυνατότητα προστασίας του πολίτη από την κεντρική εξουσία. Το αναφαίρετο δικαίωμα των ανθρώπων στην ίδια τους τη ζωή εξαρτιόταν από το κράτος και δεν υπήρχε κανείς απολύτως τρόπος να αντισταθούν στις όποιες επιλογές γίνονταν γι’ αυτούς, χωρίς αυτούς. Έτσι, ο βλογιοκομμένος Στάλιν δεν έγινε απλώς ο υπέρτατος ηγέτης, αλλά η μόνη ελπίδα για οποιαδήποτε αλλαγή της μοίρας του κάθε Ιβάν Ιβάνοβιτς, μια θεϊκού τύπου δύναμη που μπορούσε να σε σώσει ή να σε θάψει σε μια μόνο στιγμή. Αν αυτό δεν είναι η απόλυτη ονείρωξη ενός μεγαλομανούς δικτατορίσκου σαν τον Βλαδίμηρο, τότε δεν είναι να απορεί κανείς με την εμμονή του με τον Στάλιν και τον θαυμασμό του στο πρόσωπο του «μεγάλου» ανδρός.
Ομολογουμένως, οι ομοιότητες με πράγματα και καταστάσεις του ρωσικού τότε και τώρα είναι πολλές. Οι ξεχασμένες από τον ίδιο τον Θεό ρωσικές πόλεις της επαρχίας πάσχουν από παρόμοια προβλήματα και ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει. Η πλειοψηφία των κατοίκων δουλεύει για το κράτος ή για επιχειρήσεις που άρπαξαν από το κράτος η μαφία του Πούτιν και των ολιγαρχών που ελέγχει. Τα καταναλωτικά προϊόντα είναι λιγοστά, οπότε το κάτι παραπάνω προέρχεται από ό,τι μπορεί να κλαπεί από τον χώρο εργασίας και να ανταλλαχθεί σε είδος και οι ουρές έχουν κάνει ξανά την εμφάνισή τους. Μια δουλειά στο στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι το όνειρο των περισσοτέρων διότι τα λεφτά είναι καλά και μπορεί να εξασφαλίσει και εξαίρεση από τη θητεία στο ουκρανικό μέτωπο, όπου οι πιθανότητες επιβίωσης εξαρτώνται από πόσο και ποιους θα πληρώσεις για καμιά θεσούλα σε μη μάχιμη ειδικότητα. Οπότε, τώρα, όπως και τότε, πρέπει να φαίνεσαι πιστός στο σύστημα και στον ηγέτη. Ένα λάθος αστειάκι και ο ρουφιάνος παραμονεύει να αρπάξει τη θέση σου.
Εννοείται, όλα αυτά πρέπει να γίνονται στα πλαίσια του συστήματος, διότι οι αιρέσεις και οι αρχηγοί τους δεν ανέχονται ανταγωνισμούς. Το σημερινό καθεστώς της Ρωσίας, όπως και το καθεστώς των μπολσεβίκων, έχει διαλύσει κάθε αυτοοργανωμένη ομάδα ή κοινότητα στη χώρα, από πολιτικά κόμματα και οργανώσεις μέχρι περιβαλλοντικές ομάδες, ακόμη και χορωδίες σε επίπεδο γειτονιάς. Όπως τις δεκαετίες του ’30 και του ’40, η ρωσική κοινωνία μοιάζει με μια εχθρική θάλασσα από απομονωμένα άτομα. Η μόνη επιλογή επιβίωσης είναι μια θέση μέσα στην αίρεση, και φαίνεται πως η τακτική αυτή έχει αποτέλεσμα για μία ακόμη φορά στη ρωσική ιστορία. Ένα συλλογικό Σύνδρομο της Στοκχόλμης με στεροειδή αναβολικά, όπου οι όμηροι έχουν ταυτιστεί τόσο με τους καταπιεστές τους που έχουν πεισθεί ότι η όλη διαδικασία ήταν προσωπική τους επιλογή.
Λέγεται πως για να χαλαρώσει ο Πούτιν παρακολουθεί μανιωδώς στιγμιότυπα από τις μεγάλες δίκες της Μόσχας (1936-1938), πράγμα που από μόνο του δείχνει μια εξόχως προβληματική προσωπικότητα. Στις δίκες αυτές καταστράφηκαν οι ζωές ανθρώπων που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα που έχει αποδειχθεί ιστορικά πως δεν διέπραξαν ποτέ, αλλά παρόλα αυτά ομολόγησαν δημοσίως την ενοχή τους. Οι ομολογίες μάλιστα αυτές δεν ακούγονται καν πολιτικές, αλλά μάλλον σαν αποκηρύξεις του διαβόλου σε κάποια τελετή εξορκισμού. Φαντάζεται εαυτόν ως τον δημόσιο κατήγορο Βυσίνσκι ο Πούτιν, ή φαντασιώνεται τους εχθρούς του να καταδικάζονται στο πυρ το εξώτερο ως αμαρτωλοί ή μη πιστεύοντες στη μεγαλειότητά του; Αυτό που έχει σημασία είναι ότι βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη μιας αίρεσης είναι η ύπαρξη πραγματικών ή φανταστικών εχθρών και το χωρίς έλεος κυνήγι τους, ειδικά όταν αυτοί φέρουν τον βαρύγδουπο τίτλο «εχθροί του κράτους», ή «εχθροί του λαού» κατά τη σοβιετική εκδοχή.
Ένας ακόμη μύθος που το σημερινό ρωσικό καθεστώς καλλιεργεί για τη σταλινική εποχή, για ίδιους λόγους, είναι η κοινή τους βάση, δηλαδή η ακραία διαφθορά, που διέτρεχε και διατρέχει καθέτως, οριζοντίως και διαχρονικά το σοβιετικό και μετασοβιετικό σύστημα. Ο μύθος αυτός είναι τόσο ισχυρός, που ακόμη και σήμερα κάποιοι ανιστόρητοι Ρώσοι, και όχι μόνο, πιστεύουν ότι ο «ατσάλινος» Στάλιν έλεγχε με τον βούρδουλα τη διαφθορά και τιμωρούσε παραδειγματικά όσους έβαζαν το χέρι στο βάζο με το μέλι. Η πραγματικότητα είναι ότι, στο σταλινικό σύστημα, όπως και στο πουτινικό σήμερα, η διαφθορά δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά η ίδια η βάση του συστήματος. Χωρίς ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ανεξάρτητες ομάδες πίεσης και ελευθεροτυπία, δεν υπήρχε κανείς να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο. Πού και πού εμφανιζόταν κάποιο άρθρο στα κρατικά ΜΜΕ που στηλίτευε κάποιο μεσαίο στέλεχος που είχε πέσει σε δυσμένεια, αλλά οι μεγαλοκαρχαρίες του κόμματος βρίσκονταν σε μόνιμη ασυλία. Όπως και τώρα, η ψευδαίσθηση της έλλειψης διαφθοράς προερχόταν από την απόλυτη σιγή. Αν τολμούσες, ας έλεγες κάτι επί του θέματος, τα Γκουλάγκ λειτουργούσαν κάθε μέρα του χρόνου και το εισιτήριο ήταν δωρεάν.
Από αυτήν την άποψη, λοιπόν, η ρωσική κοινωνία συνεχίζει την παρανοϊκή της ύπαρξη, όπως ακριβώς έκανε και στην εποχή του Στάλιν. Συνεχίζει να κατασκευάζει δύο ξεχωριστές παράλληλες πραγματικότητες, αυτήν στην οποία ζει πραγματικά και αυτήν στην οποία υποτίθεται ότι πιστεύει. Όπως δεν μιλούσαν το ’30 για κάποιον που στάλθηκε εξορία και στην ουσία ξεχνιόταν από τους πάντες για να μη γυρίσει μπούμερανγκ η καταδίκη του και κάψει όλη την οικογένεια, δεν αναφέρονται τώρα στον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι σκοτώνονται κάθε μέρα οι στρατιώτες τους εκεί. Είναι βλέπεις που δεν είναι «πραγματικός πόλεμος», αλλά μια ακόμη Παρασκευή στη «σύντομη» ειδική στρατιωτική επιχείρηση στα δυτικά σύνορα.
Είναι ασύλληπτο ότι δεν υπάρχει στη Ρωσία σήμερα ούτε ένα βιβλίο γραμμένο από κάποιον ασφαλίτη ή πληροφοριοδότη ή ανακριτή ή εκτελεστή ή φρουρό στο εκτεταμένο σύστημα καταστολής της ΕΣΣΔ. Οι άνθρωποι που στελέχωσαν αυτές τις υπηρεσίες ήταν εκατοντάδες χιλιάδες. Ούτε ένας δεν βρέθηκε να γράψει τα απομνημονεύματά του, να δικαιολογήσει ή να υπερασπιστεί τις πράξεις του; Τι απέγιναν όλοι αυτοί; Εξαφανίστηκαν στα έγκατα της γης; Το τραγικό είναι ότι και αυτοί και οι οικογένειές τους κάνουν αυτό που έκαναν πάντα, υποκρίνονται σε οσκαρικό επίπεδο πως δεν έγινε δα και κάτι άξιο αναφοράς και πάμε παρακάτω. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το παρακάτω συνεχίζει να μοιάζει με κακόγουστο αστείο όπως και το προηγούμενο και μάλλον και το επόμενο, διότι όλα τα προηγούμενα αίσχη ήταν και είναι αποδεκτά τελικά.
Έτσι, ο Πούτιν και η νεόπλουτη ολιγαρχία που τον στηρίζει δεν έχει άλλη επιλογή από τη σεβάσμια σπουδή στον σταλινισμό: Δεν έχουν καμία ιδεολογία, είναι άξεστοι και αμόρφωτοι, πιστεύουν μόνο στο χρήμα και την εξουσία και χρειάζονται τη σοβιετική εικονική πραγματικότητα του παρελθόντος για να καμουφλάρουν το ταυτόχρονα γελοίο και εγκληματικό καθεστώς τους. Το οξύμωρο του πράγματος είναι ότι το πουτινικό καθεστώς καλλιεργεί τη νοσταλγία όχι για το τι υπήρξε πραγματικά στην ΕΣΣΔ, αλλά για μία φαντασίωση που δεν έλαβε χώρα ποτέ. Χωρίς όραμα για το μέλλον της Ρωσίας, ο Πούτιν δανείζεται τα σύμβολα του παρελθόντος για το θεαθήναι. Συνεπώς, ο Στάλιν δεν νεκρανασταίνεται επειδή οι Ρώσοι πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά γιατί δεν υπάρχει τίποτε άλλο στο οποίο να πιστέψουν. Οι ολιγάρχες χρηματοδοτούν ανεγέρσεις μνημείων, νέες κινηματογραφικές ταινίες και βιβλία με σταλινική θεματική για να γίνουν μέρος της «ένδοξης κληρονομιάς» του και να μηνύσουν ένδειξη πίστης στον Πούτιν αλλά ο κόσμος παραμένει απαθής.
Στην πραγματικότητα, είναι οι Ρώσοι πολίτες που συνεχίζουν την πραγματική κληρονομιά της σταλινικής εποχής αρνούμενοι να δουν τι πραγματικά συμβαίνει «κοιτώντας αλλού». Όπως ακριβώς αδιαφόρησαν όταν συνέλαβαν τους φίλους ή τους γείτονές τους, όταν το ράδιο και η κρατική τηλεόραση έλεγαν το ένα ψέμα μετά το άλλο και η αδικία γινόταν ανεκτή. Η αλήθεια είναι ότι ο Πούτιν δεν μπορεί να επαναφέρει τον σταλινισμό. Δεν υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις για την εκ νέου δημιουργία μιας αίρεσης σταλινικού τύπου. Καμία κρίσιμη μάζα. Καμία ενοποιητική ιδέα ή ιδεαλιστές νεολαίοι να δώσουν τη ζωή τους για ένα όνειρο, έστω για μία έφοδο σε έναν ψεύτικο ουρανό. Αυτό που υπάρχει είναι μια γηράσκουσα κοινωνία, προσκολλημένη σ’ ένα παρελθόν που επιφανειακά τουλάχιστον φαινόταν να έχει ένα, κάποιο, νόημα. Το τραγικό για τη ρωσική κοινωνία είναι ότι αυτό το σκοτεινό παρελθόν είναι το μόνο πράγμα που της έχει απομείνει, καθώς το μέλλον φαντάζει για μία ακόμη φορά δυσοίωνο.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
